Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Το ξινόμαυρο και τα ξαδελφάκια του με τα μάτια κλειστά. (vol.1)

Το καλοκαίρι έχει αρχίσει να πλησιάζει επικίνδυνα και για έναν Ξινομαυράκια οι ζεστοί μήνες είναι ένας εφιάλτης.
Μερικές φορές είναι βέβαια και η αφορμή για μία καλοκαιρινή ορεινή εξόρμηση. Τι καλύτερο από το να πάρεις μία παρέα φίλων, ένα κιβώτιο Νάουσες, τους κατάλληλους μεζέδες και να ανέβεις για μία διανυκτέρευση στο κοντινότερο βουνό!
Αυτά όμως το καλοκαίρι. Όσο ο καιρός τραβάει ακόμη κόκκινα εμείς δε χάνουμε ευκαιρίες και γι'αυτό οργανώσαμε με τους συνήθεις ύποπτους μία τυφλή δοκιμή Ξινόμαυρο, Pinot Noir, Nebbiolo σε φιλικό σπίτι στη Θεσσαλονίκη.
Ο μόνος περιορισμός ήτανε το κρασί να είναι Νάουσα, Πιεμόντε ή Βουργουνδία. Η κύρια δηλαδή ζώνη παραγωγής της κάθε ποικιλίας. Η χρονιά, ο παραγωγός και οι η υποπεριοχές ήταν κατά βούληση.

Ξεκινήσαμε με ένα κόκκινο που έμοιαζε να είναι ηλικίας 6-7 χρονών, με ελαφρά ζωικό άρωμα και με πολύ καλή ποιότητα τανινών. Ήταν ο Πήγασος 2003 του Μαρκοβίτη. Βελτιωμένος αισθητά από προηγούμενες φορές που τον είχαμε δοκιμάσει είχε τώρα μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά φινετσάτο κόκκινο και ήταν η πρώτη έκπληξη της βραδιάς.

Το δεύτερο κρασί της σειράς ήταν πιο θερμό αρωματικά, με εντονότερο αλκοόλ. Στο στόμα ήταν εμφανές πως είχαν γίνει μακρύτερες εκχυλίσεις από το πρώτο και το σταφύλι είχε πιεστεί να βγάλει κάποιες λιγότερο ευχάριστες, σχετικά πικρές τανίνες. Ήταν ένα Barbaresco 2005 του Palissero. Πολύ νεαρό ακόμη, χρειάζονταν αρκετό χρόνο ώστε να μαλακώσουν οι τανίνες του και να τιθασευτεί αρωματικά. Το μέλλον δικό του!

Το επόμενο ήταν κάπως πιο απαλό αρωματικά ενώ στην συνέχεια έκλεισε λίγο και έγινε πιο ντροπαλό απέναντι μας. Η οξύτητά του ήταν κάπως ανισόρροπη και οι τανίνες άφηναν ένα στεγνό τελείωμα, όχι και τόσο ευχάριστο. Ήταν ένα Barolo 2004 του Elio Altare. Και αυτό σχετικά νεαρό αλλά όπως και να 'χει κάτω των προσδοκιών για έναν τόσο διάσημο παραγωγό.

Το νούμερο τέσσερα έβγαζε αρχικά μία οξείδωση στη μύτη αλλά στην συνέχεια το φρούτο έβγαινε πολύ καλύτερα. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ αφού η οξείδωση ξαναπήρε τα πάνω της μετά από λίγη ώρα και κούραζε πολύ. Το στόμα είχε αδειάσει από καιρό και η οξύτητα είχε μείνει μόνη και ξεκομμένη από το σύνολο. Μιλούσαμε σίγουρα για κάτι αρκετά παλιό και δεν πέσαμε έξω. Ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ Γιάννη του 1996 που μάλλον δε είχε περάσει την καλύτερη "εφηβεία" και ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο από μεταφορές και κακή συντήρηση.

Το αμέσως επόμενο ήταν βαριά αναγωγικό και το αφήσαμε στο πλάι για αργότερα. Στο τέλος είχε ανοίξει κάπως αλλά το καουτσούκ δεν έλεγε να μας απαλλάξει από την παρουσία του. Ήταν ένα Gevrey Chambertin 2001 του Trapet και ήταν μάλλον από τις μεγάλες απογοητεύσεις της βραδιάς.

Το έκτο κρασί ήταν μία μικρή παραφωνία αφού κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να βάλει ένα Μερλό ανάμεσά μας. Τελικά το αμάρτημα συγχωρήθηκε γιατί το Merlot 2001 του κυρ-Γιάννη έβγαζε μία όχι τόσο επιθυμιτή αίσθηση σαπουνιού αρχικά στην μύτη αλλά γρήγορα γυρνούσε σε τελείως διαφορετικά αρώματα μπαχαρικών και καφέ. Στο στόμα η οξύτητα έδενε πολύ καλά με τις τανίνες και ταίριαζε άψογα με τους μεζέδες που το συνόδευαν. Η σειρά μονοποικιλιακών του Κυρ Γιάννη ήταν μία σειρά εντυπωσιακών κρασιών με χαρακτήρα που δυστυχώς υπήρξε μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και στην συνέχεια καταργήθηκε. Βέβαια ακόμη και στην κλασσική γκάμα, την χρονιά 2000 και 2001 όλη η οινοποιητική ομάδα του κυρ-Γιάννη φαίνεται να ήταν στα φόρτε της αφού όλα τα κρασιά του κτήματος που παράχθηκαν τότε είναι εξαιρετικά.

Το έβδομο της σειράς έδειχνε να είναι νεαρό λόγω της ζωηράδας των τανινών του αλλά οι ζωικές νότες στη μύτη μπέρδευαν λίγο την κατάσταση. Ταυτόχρονα είχε και μία ελαφρά πτητική οξύτητα που απλά το έκανε πιο εκφραστικό. Ήταν ένας Πήγασος Μαρκοβίτη 2008 που δείχνει πως έχει δρόμο μπροστά του και η εξέλιξη του θα έχει πολύ ενδιαφέρον. Η πολιτική του κτήματος είναι να κυκλοφορεί στο εμπόριο παλαιότερες σοδειές παλαιωμένες στο οινοποιείο και το να δοκιμάσει κανείς έναν τόσο νεαρό "Πήγασο" είναι κάτι αρκετά σπάνιο.

Να σημειώσω εδώ πως το σύνολο τον δοκιμών έγινε χωρίς να έχουμε ιδέα για το τι έχουμε δοκιμάσει και οι φιάλες αποκαλύφθηκαν αφού είχαμε ολοκληρώσει την δοκιμή και των τριών κρασιών.
Τα κρασιά δοκιμάζονταν με συνοδεία τυριών και αλλαντικών. Θεωρούμε πως δεν έχει νόημα να τα δοκιμάσουμε σκέτα γιατί όταν τα καταναλώνουμε το κάνουμε πάντα συνοδεία μεζέδων.
Επίσης, όλοι οι παρευρισκόμενοι θεωρούμε πως ο καλύτερος τρόπος για να κρίνεις ένα κρασί είναι να τους δώσεις πολύ χρόνο, να χαλαρώσεις και να το δοκιμάσεις ξανά και ξανά μέχρι να σχηματίσεις την τελική σου γνώμη.
Έτσι στο τέλος των δοκιμών και αφού τα μπουκάλια αποκαλυφθούν ξαναδοκιμάζουμε τις περισσότερες φιάλες και ειδικά αυτές που δεν μας άρεσαν για να μειώσουμε την πιθανότητα να έχουμε αδικήσει κάποιο από αυτά λόγω βιασύνης ή λογω κάποιας παραμέτρου που παραλείψαμε.

Η πρώτη επτάδα είχε πάει αρκετά καλά. Είχε περισσότερες εκπλήξεις απ'ότι απογοητεύσεις και η συνέχεια αναμένονταν συναρπαστική. Μέσα στα κρασιά που θα ακολουθούσαν μας περίμεναν δύο ακόμη εκπλήξεις αλλά και δύο πολύ κατώτερα των προδιαγραφών.
Η συνέχεια εντός λίγων ημερών...


Δεν υπάρχουν σχόλια: