Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουργουνδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουργουνδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

O Selosse ...και οι άλλοι

Κόσμος πάει κι έρχεται διακοπές, άλλοι ξεκινάνε τρύγο, άλλοι βρίσκονται ήδη εν μέσω οινοποιήσεων και όλος ο οινικός κόσμος βρίσκεται σε γενικότερο αναβρασμό. Μέσα σε όλο αυτόν τον πανικό καταφέραμε να βρούμε χρόνο για μία ωραία βραδιά με δοκιμές κρασιών και μερικά μεζεδάκια στον κήπο του οινοποιείου. Οι βασικοί παίκτες μπορεί να απουσίαζαν, οι αντικαταστάτες τους όμως στάθηκαν και με το παραπάνω στο ...ύψος των περιστάσεων!

Αφού στο τραπέζι τοποθετήθηκε η απαραίτητη πιατέλα με διάφορα ελληνικά τυριά, ξεκινήσαμε τις δοκιμές με μία Σαμπάνια Selosse 1999. Ατέλειωτα πολύπλοκη στην μύτη, ξεκινώντας από μία αίσθηση μελιού και φουντουκιού, συνέχιζε σε πιο φρουτώδη όπως μήλο και αχλάδι. Αν μάλιστα δεν εξαφανίζονταν σε χρόνο ρεκόρ από τα ποτήρια όλων, οι σημειώσεις μου πάνω στα αρώματα δεν θα είχαν σταματήσει εκεί αφού όσο περνούσε η ώρα ανακαλύπταμε και κάτι καινούριο! Στο στόμα, οι αρχικά αραιές φυσαλίδες πολλαπλασιάστηκαν πολύ γρήγορα και έδιναν μία πλούσια αλλά πολύ φινετσάτη αίσθηση που χάιδευε απαλά το στόμα μέχρι το υγρό να κατηφορίσει από την στοματική κοιλότητα και να φύγει αφήνοντας μία υπέροχη επίγευση.

O Anselme Selosse είναι η δεύτερη γενιά παραγωγών του Domaine Jacques Selosse και ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του οινικού χώρου. Είναι ο πρώτος παραγωγός στην Καμπανία που ζύμωσε σε βαρέλια, εφαρμόζοντας έτσι την μέθοδο των λευκών της Βουργουνδίας. Αυτό έκανε της Σαμπάνιες του αρκετά ιδιαίτερες γευστικά και γρήγορα δημιούργησε φανατικούς οπαδούς αλλά και εχθρούς έχοντας ως αποτέλεσμα να ξεσηκώσει πολλές συζητήσεις γύρω από τις μεθόδους του και να εκτοξεύσει την φήμη του.

Ακολούθησε ένα λευκό Βιδιανό από την Κρήτη πιθανότατα φρεσκοεμφιαλωμένο αφού είχε πολύ έντονη την αίσθηση του θειώδη ανυδρίτη και κούραζε υπερβολικά στην μύτη. Το αφήσαμε λίγη ώρα ανοιχτό μήπως και πίνεται πιο ευχάριστα μετά από λίγη ώρα αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Άσχημη τύχη είχε και μία Rebulla από την Goriska Brda της Σλοβενίας που είχε πρόβλημα με τον φελλό.

Μετά από αυτές τις δύο αποτυχίες είχε έρθει η ώρα για κάτι εγγυημένα καλό όπως το Νυκτέρι Reserve 2008 του Χατζηδάκη. Δυστυχώς όμως ούτε αυτό δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες. Το αλκοόλ και τα παραμένοντα σάκχαρα ήταν πάρα πολύ υψηλά χωρίς να υποστηρίζονται από την αναμενόμενη οξύτητα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κρασί πολύ βαρύ που λίγωνε γρήγορα και δεν θύμιζε τα μεγάλα κρασιά στα οποία μας έχει συνηθίσει ο παραγωγός.

Αφού λοιπόν τα λευκά δεν μας βγήκαν περάσαμε στα κόκκινα χρησιμοποιώντας σαν σκαλοπάτι το ροζέ του Λίγα. Ένα ροζέ από Ξινόμαυρο αρκετά απαλό και πάρα πολύ ευχάριστο, ότι πρέπει για το καλοκαίρι. Στη μύτη θύμιζε αρκετά ερυθρό κρασί της ποικιλίας αλλά στο στόμα ήταν πολύ δροσιστικό με ένα πολύ ωραίο φρούτο να πλημμυρίζει το στόμα. Στα θετικά του κρασιού και η ετικέτα του η οποία είναι χαρακτηριστικό δείγμα της δουλειάς που γίνεται στο κτήμα στον συγκεκριμένο τομέα.

Ξεκινώντας τα κόκκινα δοκιμάσαμε ένα Crozes Hermitage του 2010 από τον Remy Nodin. Ένα φρουτώδες ερυθρό από Syrah αρκετά απλό σαν κρασί, ότι έπρεπε για την εισαγωγή. Με μέτρια οξύτητα και πολύ ωραίες, ζουμερές τανίνες συνόδευε πολύ καλά τα πεντανόστιμα μπιφτέκια από τα Γιαννιτσά ενώ πολύ καλά με το όλο σύνολο έδεσε και η παραδοσιακή μουστάρδα από τον συνεταιρισμό γυναικών της Γουμένισσας.

Ακολούθησε ένα χαρμάνι Ξινόμαυρο - Merlot - Syrah του 2006 από την Καλαμπάκα το οποίο όμως ήταν σχετικά αδιάφορο και έδειχνε τις δυσκολίες για την χρονιά αυτήν σε αρκετά μέρη της χώρας μας. Η μύτη, με μια πρώτη εντύπωση παρουσίαζε ενδιαφέρον αλλά γρήγορα έπεφτε και έδειχνε πως είχε ταλαιπωρηθεί από τον χρόνο. Στο στόμα η οξύτητα και οι τανίνες στέκονταν σε καλά επίπεδα χωρίς όμως να προσφέρουν κάποια ιδιαίτερη συγκίνηση.

Γυρνώντας μία χρονιά πίσω και επιστρέφοντας στον Γαλλικό αμπελώνα περάσαμε σε μία Βουργουνδία του 2007 από το αμπελοτεμάχιο Les Riaux του Dominique Derain. Η μύτη ήταν γλυκόξινη με τα αρώματα κερασιού να ανακατεύονται με γήινες αλλά και κάποιες "πράσινες" αρωματικές νότες που φανέρωναν την επιλογή του παραγωγού να τρυγάει σχετικά νωρίς. Στο στόμα είχε πολύ ωραίες οξύτητες και μαλακές ντελικάτες τανίνες που του έδιναν μία αίσθηση αέρινη. Το όλο σύνολο θα το χαρακτήριζα πάντως αρκετά "αλήτικο" αφού ξέφευγε τελείως από τα αρωματικά στάνταρ στα οποία κινούνται τα περισσότερα κρασιά και είχε μία πολύ δική του αρωματική πολυπλοκότητα.

Ο συγκεκριμένος παραγωγός καλλιεργεί βιοδυναμικά από το 1989, όταν και έκανε τον πρώτο του τρύγο, στα πενηνταπέντε στρέμματα αμπελώνων που διαθέτει. Όλα του τα κρασιά δεν περιέχουν θειώδη και δεν χρησιμοποιεί και κανένα άλλο οινολογικό προϊόν για την παρασκευή τους. Οινολογικά γίνεται άμεσα αντιληπτό πως πρόκειται για "φυσικό κρασί" αλλά γευστικά φτάνει σε υψηλά επίπεδα ποιότητας. Δεδομένου μάλιστα πως ταξίδεψε με αυτοκίνητο από την Γαλλία μέχρι την Ελλάδα, κρατήθηκε πάρα πολύ καλά όλα αυτά τα χρόνια. Σε γενικές γραμμές άρεσε αρκετά στους περισσότερους από εμάς και είναι μία ακόμη απόδειξη πως τα φυσικά κρασιά ενέχουν ρίσκο και για τον παραγωγό και για τον αγοραστή αλλά σίγουρα μπορούν να προσφέρουν πολλές συγκινήσεις!

Η βραδιά έκλεισε με τον παραγωγό με τον οποίο ξεκίνησε. Η Ραταφιά του Anselme Selosse φτιάχτηκε από μούστο ο οποίος κόπηκε* με απόσταγμα στεμφύλων και έμεινε σε παλιά δρύινα βαρέλια στον εξωτερικό χώρο του οινοποιείου. Χωρίς καμία προσθήκη ή άλλη επεξεργασία περίμενε υπομονετικά στα βαρέλια αυτά κάτω από βροχές, χιόνια και άλλα καιρικά φαινόμενα, την στιγμή που θα εμφιαλωνόταν σε λίγες μόνο συλλεκτικές και πολύ σπάνιες φιάλες. Το αποτέλεσμα ήταν φανταστικό. Αρώματα από μόκα και κακάο μπλέκονταν με αρώματα από μαχλέπι και ξηρά σύκα ενώ το τελείωμα θύμιζε έντονα το παραδοσιακό γαλλικό χωνευτικό με κορόμηλα βουτηγμένα σε Αρμανιάκ.
Όλο αυτό συνδυάζονταν εκπληκτικά με το δεκαπέντε μηνών παλαιωμένο τυρί από την Σλοβενία και το γλυκό κυδώνι από τον συνεταιρισμό της Γουμένισσας!

Συνοπτικά θα λέγαμε πως μπορεί να είχαμε αρκετές απογοητεύσεις αλλά τα τρία κορυφαία κρασιά της βραδιάς- η Σαμπάνια, η Βουργουνδία και η Ραταφιά-  ανέβασαν τον πήχη τόσο ψηλά που κάλυψαν και το κενό που άφησαν όσα δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Το δροσερό αεράκι και το χαλαρό κλίμα της βραδιάς βοήθησαν στο να απολαύσουμε στο μέγιστο όλα όσα δοκιμάσαμε και γέμισε τις μπαταρίες μας για τις φορτωμένες μέρες που ακολουθούν για τους περισσότερους από εμάς!


*Το αλκοόλ χρησιμοποιήθηκε για να διακόψει την ζύμωση του μούστου. Με τον τρόπο αυτόν παίρνουμε ένα προϊόν που έχει αλκοόλ -λόγω της προσθήκης- αλλά διατηρεί και την γλυκύτητα του μούστου.

Ευχαριστούμε πολύ την Κική Παναγιώτου για της φωτογραφίες!

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Το ξινόμαυρο και τα ξαδελφάκια του με τα μάτια κλειστά. (vol.2)

Η δοκιμή κράτησε συνολικά γύρω στις τέσσερις ώρες. Στο πρώτο μέρος αυτής, τα κρασιά συνοδεύονταν από μία πιατέλα τυριών και αλλαντικών ώστε να ισορροπούν την γεύση στο στόμα μας αλλά και να μας βοηθούν να κάνουμε υπομονή έως ότου τελειώσουμε τις δοκιμές και περάσουμε στο δείπνο που μας είχε ετοιμάσει ο τρισμέγιστος σεφ της παρέας. Παρόλα αυτά η ιδέα και μόνο πως μας περίμεναν λαχταριστά λαζάνια με κιμά και μοσχαράκι Bourguignon έκανε μερικούς να μην αντέξουν την αναμονή. Έτσι από την μέση περίπου της γευσιγνωσίας τα κρασιά που δοκιμάζαμε συνοδεύονταν από κανονικές μερίδες φαγητού.

Συνεχίζοντας την γευσιγνωσία, είχαμε φτάσει στο όγδοο κρασί και τα ποτήρια μας γέμισαν με κάτι πολύ όμορφο αρωματικά. Ένα κρασί με πολύπλοκη αλλά καθαρή μύτη, άψογα ισορροπημένο στόμα και υπέροχο τελείωμα με διάρκεια. Ήταν ένα Maranges 2005 από το Domaine Chevrot. 

Ο Pablo Chevrot καλλιεργεί Pinot Noir σε βιοδυναμική καλλιέργεια στο νότιο τμήμα της Cote de Beaune στο χωριό Maranges. To συγκεκριμένο χωριό δεν έχει την αίγλη που έχουν άλλες περιοχές της Βουργουνδίας, παράγει όμως πολύ καλά, τίμια κρασιά σε λογικές τιμές και είναι μία πολύ καλή εναλλακτική για όσων η τσέπη δε σηκώνει Βουργουνδίες από την Cote d'or.

Λίγο πριν συμπληρώσουμε μία δεκάδα κρασιών ήρθε ένα από τα καλύτερα της βραδιάς.
Με εξαιρετικό αρωματικό μπουκέτο, φοβερή οξύτητα και τανίνες τόσο φίνες που δίναν την αίσθηση πως το κρασί γλιστρούσε απαλά στο στόμα ήταν μία Νάουσα Διαμαντάκου του 2006. Εκπλαγήκαμε κάπως όταν μάθαμε την χρονιά γιατί όλοι το υπολογίζαμε τουλάχιστον τέσσερα χρόνια παλαιότερο. Ήταν όμως αποτέλεσμα μίας δύσκολης χρονιάς όπως το 2006 και ήταν κοντά στην ακμή του παρόλο που μετρούσε μόλις λίγα χρόνια ζωής. Το αν αυτό είναι καλό ή κακό σηκώνει μεγάλη κουβέντα αλλά αυτό που μας έμεινε είναι πως το κρασί αυτό, την στιγμή που το δοκιμάζαμε, κατάφερε να μας ευχαριστήσει και με το παραπάνω .

Το νούμερο δέκα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό. Με αρώματα λιαστής ντομάτας αλλά και γλυκύτερα όπως το γλυκό κεράσι έδειχνε πως ήταν ένα παλιό Ξινόμαυρο που έχει παλαιώσει αργά και σταθερά σε κάποιο ήσυχο και δροσερό υπόγειο. Στο στόμα, η οξύτητα και οι τανίνες είχαν βυθιστεί σε ένα πολύ χυμώδες, μεδουλάτο σύνολο που έρεε απαλά στο στόμα αφήνοντας εξαιρετική επίγευση.
Ήταν ένας Πήγασος Μαρκοβίτη του 1986! Πολύ μεγάλη έκπληξη για όλους γιατί κανένας δεν αντιλήφθηκε πως το κρασί αυτό ήταν τόσο μεγάλης ηλικίας. Η συντήρηση του έγινε στο χώρο παραγωγής του και δεν είχε ίχνος γύρανσης.
Περίτρανη απόδειξη πως το καλό Ξινόμαυρο δεν μασάει από παλαίωση! Σίγουρα μία πολύ μεγάλη γευστική εμπειρία για όλους μας. Πόσο μάλλον για κάποιον που έχει γεννηθεί το 1986 -όπως εγώ καλή ώρα- και μια ζωή του έλεγαν πως το 1986 είναι πολύ μέτρια χρονιά και δεν υπάρχει τίποτα μεγάλο από αυτό το έτος!

Το αμέσως επόμενο κρασί ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση της βραδιάς. Οξειδωμένο, με τσαλακωμένη μύτη, άδειο στόμα, άγριες τανίνες και ξεκομμένη επιθετική οξύτητα. Πέσαμε από τα σύννεφα όταν είδαμε για ποιο κρασί πρόκειται. Ήταν μία Νάουσα του 2008 και τα σχόλια όλων μας ήταν τόσο άσχημα που δεν μπορώ να αναφέρω για ποια ετικέτα μιλάμε αφού στο παρελθόν το ίδιο κρασί μας είχε χαρίσει μεγάλες συγκινήσεις.

Τα δύο τελευταία κινήθηκαν σε μέτρια επίπεδα.
Το ένα ήταν ένα κρασί που έδειχνε να έχει επηρεαστεί πολύ από τον χρόνο, ελαφρώς πικρό και με μία ελαφρά οξείδωση.
Ήταν ένα Pommard 2002 του Vaudoisey του οποίου ο φελλός είχε μουσκέψει ολόκληρος και σίγουρα αδικείται από το γεγονός αυτό.

Το τελευταίο της βραδιάς ήταν λίγο άστατο, με ζωικό χαρακτήρα και ένα ελαφρύ τανικό πίκρισμα. Ήταν ένας Πήγασος 2007 του Μαρκοβίτη που χρειάζεται ακόμη χρόνο ώστε να εναρμονιστεί ως σύνολο και να μαλακώσουν οι νεαρές ακόμη τανίνες του.

Εκτός συναγωνισμού, φανερά δηλαδή, δοκιμάσαμε και μία Νάουσα 1985 του Βαένι σε συσκευασία 375cl η οποία όμως είχε πεθάνει από καιρό και δεν μπορούσε να κριθεί σε καμία περίπτωση.

Κλείσαμε την βραδιά ξαναπίνοντας όλα τα κρασιά ένα ένα σε περίπτωση που θα χρειαζόταν να ανθεωρήσουμε κάτι και απολαμβάνοντας αυτά που μας είχαν αρέσει περισσότερο.
Οι τυφλές δοκιμές είναι πάντα μία πολύ καλή εμπειρία. Βλέπεις σε τι γευσιγνωστικό επίπεδο βρίσκεσαι, συναντάς εκπλήξεις, καταρρίπτεις μύθους που βασίζονται σε προκαταλήψεις αλλά και ρισκάρεις να απογοητευτείς βαθύτατα.

Δύο βδομάδες μετά ακολούθησε μία ακόμη τυφλή δοκιμή με το ίδιο θέμα...

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Το ξινόμαυρο και τα ξαδελφάκια του με τα μάτια κλειστά. (vol.1)

Το καλοκαίρι έχει αρχίσει να πλησιάζει επικίνδυνα και για έναν Ξινομαυράκια οι ζεστοί μήνες είναι ένας εφιάλτης.
Μερικές φορές είναι βέβαια και η αφορμή για μία καλοκαιρινή ορεινή εξόρμηση. Τι καλύτερο από το να πάρεις μία παρέα φίλων, ένα κιβώτιο Νάουσες, τους κατάλληλους μεζέδες και να ανέβεις για μία διανυκτέρευση στο κοντινότερο βουνό!
Αυτά όμως το καλοκαίρι. Όσο ο καιρός τραβάει ακόμη κόκκινα εμείς δε χάνουμε ευκαιρίες και γι'αυτό οργανώσαμε με τους συνήθεις ύποπτους μία τυφλή δοκιμή Ξινόμαυρο, Pinot Noir, Nebbiolo σε φιλικό σπίτι στη Θεσσαλονίκη.
Ο μόνος περιορισμός ήτανε το κρασί να είναι Νάουσα, Πιεμόντε ή Βουργουνδία. Η κύρια δηλαδή ζώνη παραγωγής της κάθε ποικιλίας. Η χρονιά, ο παραγωγός και οι η υποπεριοχές ήταν κατά βούληση.

Ξεκινήσαμε με ένα κόκκινο που έμοιαζε να είναι ηλικίας 6-7 χρονών, με ελαφρά ζωικό άρωμα και με πολύ καλή ποιότητα τανινών. Ήταν ο Πήγασος 2003 του Μαρκοβίτη. Βελτιωμένος αισθητά από προηγούμενες φορές που τον είχαμε δοκιμάσει είχε τώρα μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά φινετσάτο κόκκινο και ήταν η πρώτη έκπληξη της βραδιάς.

Το δεύτερο κρασί της σειράς ήταν πιο θερμό αρωματικά, με εντονότερο αλκοόλ. Στο στόμα ήταν εμφανές πως είχαν γίνει μακρύτερες εκχυλίσεις από το πρώτο και το σταφύλι είχε πιεστεί να βγάλει κάποιες λιγότερο ευχάριστες, σχετικά πικρές τανίνες. Ήταν ένα Barbaresco 2005 του Palissero. Πολύ νεαρό ακόμη, χρειάζονταν αρκετό χρόνο ώστε να μαλακώσουν οι τανίνες του και να τιθασευτεί αρωματικά. Το μέλλον δικό του!

Το επόμενο ήταν κάπως πιο απαλό αρωματικά ενώ στην συνέχεια έκλεισε λίγο και έγινε πιο ντροπαλό απέναντι μας. Η οξύτητά του ήταν κάπως ανισόρροπη και οι τανίνες άφηναν ένα στεγνό τελείωμα, όχι και τόσο ευχάριστο. Ήταν ένα Barolo 2004 του Elio Altare. Και αυτό σχετικά νεαρό αλλά όπως και να 'χει κάτω των προσδοκιών για έναν τόσο διάσημο παραγωγό.

Το νούμερο τέσσερα έβγαζε αρχικά μία οξείδωση στη μύτη αλλά στην συνέχεια το φρούτο έβγαινε πολύ καλύτερα. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ αφού η οξείδωση ξαναπήρε τα πάνω της μετά από λίγη ώρα και κούραζε πολύ. Το στόμα είχε αδειάσει από καιρό και η οξύτητα είχε μείνει μόνη και ξεκομμένη από το σύνολο. Μιλούσαμε σίγουρα για κάτι αρκετά παλιό και δεν πέσαμε έξω. Ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ Γιάννη του 1996 που μάλλον δε είχε περάσει την καλύτερη "εφηβεία" και ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο από μεταφορές και κακή συντήρηση.

Το αμέσως επόμενο ήταν βαριά αναγωγικό και το αφήσαμε στο πλάι για αργότερα. Στο τέλος είχε ανοίξει κάπως αλλά το καουτσούκ δεν έλεγε να μας απαλλάξει από την παρουσία του. Ήταν ένα Gevrey Chambertin 2001 του Trapet και ήταν μάλλον από τις μεγάλες απογοητεύσεις της βραδιάς.

Το έκτο κρασί ήταν μία μικρή παραφωνία αφού κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να βάλει ένα Μερλό ανάμεσά μας. Τελικά το αμάρτημα συγχωρήθηκε γιατί το Merlot 2001 του κυρ-Γιάννη έβγαζε μία όχι τόσο επιθυμιτή αίσθηση σαπουνιού αρχικά στην μύτη αλλά γρήγορα γυρνούσε σε τελείως διαφορετικά αρώματα μπαχαρικών και καφέ. Στο στόμα η οξύτητα έδενε πολύ καλά με τις τανίνες και ταίριαζε άψογα με τους μεζέδες που το συνόδευαν. Η σειρά μονοποικιλιακών του Κυρ Γιάννη ήταν μία σειρά εντυπωσιακών κρασιών με χαρακτήρα που δυστυχώς υπήρξε μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και στην συνέχεια καταργήθηκε. Βέβαια ακόμη και στην κλασσική γκάμα, την χρονιά 2000 και 2001 όλη η οινοποιητική ομάδα του κυρ-Γιάννη φαίνεται να ήταν στα φόρτε της αφού όλα τα κρασιά του κτήματος που παράχθηκαν τότε είναι εξαιρετικά.

Το έβδομο της σειράς έδειχνε να είναι νεαρό λόγω της ζωηράδας των τανινών του αλλά οι ζωικές νότες στη μύτη μπέρδευαν λίγο την κατάσταση. Ταυτόχρονα είχε και μία ελαφρά πτητική οξύτητα που απλά το έκανε πιο εκφραστικό. Ήταν ένας Πήγασος Μαρκοβίτη 2008 που δείχνει πως έχει δρόμο μπροστά του και η εξέλιξη του θα έχει πολύ ενδιαφέρον. Η πολιτική του κτήματος είναι να κυκλοφορεί στο εμπόριο παλαιότερες σοδειές παλαιωμένες στο οινοποιείο και το να δοκιμάσει κανείς έναν τόσο νεαρό "Πήγασο" είναι κάτι αρκετά σπάνιο.

Να σημειώσω εδώ πως το σύνολο τον δοκιμών έγινε χωρίς να έχουμε ιδέα για το τι έχουμε δοκιμάσει και οι φιάλες αποκαλύφθηκαν αφού είχαμε ολοκληρώσει την δοκιμή και των τριών κρασιών.
Τα κρασιά δοκιμάζονταν με συνοδεία τυριών και αλλαντικών. Θεωρούμε πως δεν έχει νόημα να τα δοκιμάσουμε σκέτα γιατί όταν τα καταναλώνουμε το κάνουμε πάντα συνοδεία μεζέδων.
Επίσης, όλοι οι παρευρισκόμενοι θεωρούμε πως ο καλύτερος τρόπος για να κρίνεις ένα κρασί είναι να τους δώσεις πολύ χρόνο, να χαλαρώσεις και να το δοκιμάσεις ξανά και ξανά μέχρι να σχηματίσεις την τελική σου γνώμη.
Έτσι στο τέλος των δοκιμών και αφού τα μπουκάλια αποκαλυφθούν ξαναδοκιμάζουμε τις περισσότερες φιάλες και ειδικά αυτές που δεν μας άρεσαν για να μειώσουμε την πιθανότητα να έχουμε αδικήσει κάποιο από αυτά λόγω βιασύνης ή λογω κάποιας παραμέτρου που παραλείψαμε.

Η πρώτη επτάδα είχε πάει αρκετά καλά. Είχε περισσότερες εκπλήξεις απ'ότι απογοητεύσεις και η συνέχεια αναμένονταν συναρπαστική. Μέσα στα κρασιά που θα ακολουθούσαν μας περίμεναν δύο ακόμη εκπλήξεις αλλά και δύο πολύ κατώτερα των προδιαγραφών.
Η συνέχεια εντός λίγων ημερών...


Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Rully Premier Cru Les Pucelles 2008 Domaine Jacquesson

Μεταξύ των είκοσι περίπου φιαλών που ανοίξαμε στα εστιατόρια της Γαλλίας ίσως το καλύτερο να ήταν το 1er Cru "Les Pucelles" 2008 από το Domaine Jacqueson.
Ήταν το πρώτο κρασί που παραγγείλαμε -εις διπλούν μάλιστα- στην Hostellerie de Levernois και ήταν μία έκπληξη για όλους μας.
Είχα δοκιμάσει το Cru αυτό από άλλους παραγωγούς και είχα ακουστά τον Paul Jacqueson -που δεν έχει καμία σχέση με τον Jacquesson τις καμπανίας- και γι'αυτό περίμενα πως θα πίναμε κρασί υψηλής ποιότητας. Το συγκεκριμένο Chardonnay όμως ξεπέρασε κάθε μου προσδοκία.

Αρχικά δοκιμάζονταν λίγο αναγωγικό αλλά γρήγορα η καράφα το βοήθησε να βγάλει τον πραγματικό του χαρακτήρα: εσπεριδοειδή, τσάι, νότες μελιού και μία ελαφρά ορυκτότητα συνέθεταν ένα υπέροχο μπουκέτο στη μύτη.

Στο στόμα έμπαινε πολύ δυναμικά και συνέχιζε χαϊδεύοντας απαλά τον ουρανίσκο με την πλούσια γεύση του. Το βαρέλι ήταν επίσης παρόν αλλά πολύ καλά ενσωματωμένο στο σύνολο ενώ οι υπερβολικές οξύτητες της χρονιάς δε φαινόταν πουθενά. Η επίγευση ήταν τόσο λαχταριστή που σ'έκανε να μην θέλεις να σταματάς να πίνεις!

Η τιμή του ήταν γύρω στα σαράντα ευρώ και ήταν από τα φθηνότερα της λίστας. Να σημειώσω εδώ πως όταν λέω λίστα, στην Hostellerie de Levernois εννοούμε ολόκληρο βιβλίο που θυμίζει τόμο από εγκυκλοπαίδεια!


Ήρθαμε σε επικοινωνία με το Domaine Jacqueson αλλά μία επίσκεψη τόσο νότια όσο το Rully θα μας έβγαζε τελείως εκτός πλάνων. Όσον αφορά την διαθεσιμότητα, από το 2008 δεν είχε μείνει τίποτα, όλη η παραγωγή του 2009 είναι κλεισμένη από τώρα και αν θέλουμε να αγοράσουμε φιάλες πρέπει να κλείσουμε για το 2010 που θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 2012!

Μίλησε κανείς για πρόβλημα διάθεσης στην βουργουνδία;

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

The Millesimes Master!

Όπως κάθε πέμπτη έτσι και προχθές η βραδιά είχε δοκιμή κρασιών με την παρέα. Αυτήν την φορά είχαμε αποφασίσει να σταματήσουμε για λίγο τα πέρα δώθε στους διάφορους αμπελώνες του κόσμου και να τιμήσουμε την περιοχή που μας φιλοξενεί τα τελευταία χρόνια. Οργανώσαμε λοιπόν μία διπλή κάθετη δοκιμή της περιοχής γύρω από την Beaune και ταυτόχρονα έναν άτυπο διαγωνισμό μεταξύ μας για το ποιος θα ανακηρυχθεί Master of the Millesimes!
Το όλο στήσιμο είχε ως εξής: ένας από εμάς αναλάμβανε να στείλει στους υπόλοιπους οκτώ τις ομάδας μία χρονιά για τα λευκά και μία για τα κόκκινα. Ο ίδιος θα ερχόταν τελευταίος στο χώρο όπου κάνουμε τις δοκιμές για να μην γνωρίζει ποιαν φιάλη έχει φέρει ο καθένας. Το κάθε κρασί έπρεπε να είχε παραχθεί στην Côte de Beaune και να ανήκει σε οποιαδήποτε κατηγορία τιμής. Ο καθένας έφερνε τις δύο φιάλες που είχε πάρει σύμφωνα με το μέιλ που έλαβε με καλυμμένη την ετικέτα και βγαλμένη την τάπα το καψύλλιο και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να προδώσει κάποιο από τα χαρακτηριστικά της φιάλης.
Τα κρασιά δοκιμάζονταν σε τυχαία σειρά και ο κάθε ένας προσπαθούσε να βρει την χρονιά παραγωγής του κρασιού και κέρδιζε δέκα πόντους για κάθε σωστή απάντηση. Για τα κόκκινα δίνονταν και πέντε έξτρα πόντοι σε περίπτωση που κάποιος αναγνώριζε και την προέλευση του κρασιού (Pommard, Beaune,Volnay..).
Ξεκινώντας με τα λευκά για τους περισσότερους από εμάς υπήρχε μεγάλη δυσκολία να καταλάβουμε που βρισκόμασταν. Σπάνια δοκιμάζουμε λευκά από χρονιές παλαιότερες του 2003 και οι περισσότεροι δεν είμαστε αρκετά χρόνια στην περιοχή ώστε να τις θυμόμαστε από προσωπική εμπειρία. Το 2005 θα ξεχώριζε λογικά για την ισορροπημένη του δύναμη, το 2006 από τον αρωματικό του πλούτο και την οξύτητά του και το 2007 από την νεότητά του και εκεί ήταν που οι περισσότεροι από εμάς πέσαμε μέσα. Αυτός που τα πήγε πολύ καλά ήταν ο Αντουάν που δουλεύει στο Chassagne Montrachet σε domaine που ασχολείται αποκλειστικά με την παραγωγή λευκών και τα έχει φάει με το κουτάλι! Ειδικά τα παλαιότερα αφού το συγκεκριμένο domaine κατέχει σπουδαία cru και παράγει μεγάλα κρασιά που πίνονται πάντα μετά από μερικά χρόνια παλαίωσης.
Ούτε στα κόκκινα όμως τα πράγματα ήταν απλά. Το μεγάλο μπέρδεμα ήταν και πάλι στις χρονιές '99,'00,01 και '02 που έχουν αρκετά κοινά σημεία και οι περισσότεροι από εμάς διαφωνούσαμε μεταξύ μας για τα χαρακτηριστικά τις κάθε μίας από αυτές. Το 2003 ξεχώριζε για την δύναμή του και την πρόσθετη οξύτητα. Το 2004 ήταν αυτό που όλοι κατάφεραν να βρουν αφού είναι η χειρότερη χρονιά για την Βουργουνδία τα τελευταία χρόνια και με την πρώτη ..μυτιά καταλάβαινε κανείς περί τίνος πρόκειται. Το '05 χαρακτηρίζονταν από την δύναμή του ενώ το 2006 και το 2007 δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει αναγνωρίσιμο χαρακτήρα και οι απόψεις διαφέρουν.
Έτσι τα σκορ όλων μας κυμάνθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα με τον γράφων να πιάνει 65 από τους 225 διαθέσιμους πόντους. Νικητής με 105 πόντους ο Αντουάν χάρη στην μεγάλη του εμπειρία με τα λευκά. Προς απογοήτευσή του όμως το βραβείο δεν ήταν κάποιο μεγάλο cru της περιοχής όπως περίμενε αλλά ένα πολύ όμορφο πλαστικό ξίφος στο οποίο αναγράφονταν "2009 Millesimes Master!" και ..ο σεβασμός όλων μας!

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Jean Paul Brun Chardonnay 2006

Το περασμένο Σάββατο το μεσημέρι το μενού έγραφε κοτόπουλο. Αντίθετα με την συνηθισμένη στρατηγική που είναι να διαλέγουμε τι θα μαγειρέψουμε ανάλογα με το κρασί που θέλουμε να πιούμε, αυτή την φορά κάναμε το αντίστροφο διαλέγοντας το κρασί με βάση το φαγητό. Χωρίς μεγάλη όρεξη για πειραματισμούς επιλέξαμε την φιάλη μας ακολουθώντας τους βασικούς κανόνες αρμονίας κρασιού φαγητού:


  • Τι τρώμε? Κοτόπουλο. κοτόπουλο=λευκό
  • Που βρισκόμαστε? Στην βουργουνδία. Βουργουνδία+λευκό=Chardonnay
  • Πως το τρώμε? Ψητό και χωρίς σάλτσα. Ψητό-σάλτσα=λίγα λιπαρά
Σύνοψη: Τι ψάχνουμε? Ένα Chardonnay από την Βουργουνδία χωρίς πολύ μεγάλη οξύτητα αφού το γεύμα μας δεν έχει αρκετά λιπαρά για να την ανταγωνιστεί και να την μετριάσει. Άρα διαγράφουμε κατευθείαν το Chablis και πάμε νότια...

Τελικά παραπήγαμε νότια και καταλήξαμε σε ένα Beaujolais Blanc του 2006 από το Domaine des terres dorées του Jean Paul Brun που θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους παραγωγούς του Beaujolais.
Χωρίς να έχει περάσει από βαρέλι, η μύτη του είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και συνάμα καθαρή και ευχάριστη χάρη στην μη χρήση εξωγενών ζυμών. Με τα έντονα αρώματα μελιού ή εσπεριδοειδών να είναι απόντα και τα άνθη λουλουδιών και το ροδάκινο να επικρατούν έδινε την αίσθηση ενός Chardonnay πολύ διαφορετικού από αυτά που έχουμε συνηθίσει στην Βουργουνδία.
Με στόμα λιπαρό αλλά όχι βαρύ,με μια αίσθηση μεταλλικότητας που σπάνια βρίσκουμε στα Μποζολέ και με την οξύτητα να κάνει την εμφάνιση της προς το τέλος προσθέτοντας διάρκεια, το κρασί αυτό ήτανε μία πραγματική απόλαυση!

Ευχαριστημένοι από την μεσημεριανή μας επιλογή και αφού χωνέψαμε και ξεκουραστήκαμε, πήγαμε με την Aντζελίν σε ένα καλό τυροπωλείο και διαλέξαμε τα τυριά που θα συνόδευαν το Collioure και το βιοδυναμικό côtes de Provence που είχαμε επιλέξει για το βράδυ...