Τετάρτη, 8 Απρίλιος 2009

Γνωρίζοντας τα Ελληνικά διαμάντια vol.2

Στην τελευταία δοκιμή Ελληνικών κρασιών που είχαμε κάνει τον περασμένο Νοέμβριο (βλ. γνωρίζοντας τα Ελληνικά διαμάντια) άπαντες εντυπωσιάστηκαν από την ποιότητα και την ποικιλία στα στυλ των ελληνικών κρασιών. Όσοι απουσίαζαν τότε είτε γιατί ενσωματώθηκαν αργότερα στο γκρουπάκι δοκιμών είτε για διάφορους άλλους λόγους, άκουσαν πολύ καλά λόγια από αυτούς που συμμετείχαν και μου ζήτησαν να το επαναλάβουμε. Έτσι, χθες τρίτη, πέντε μόνο μέρες μετά την τελευταία δοκιμή (Millesimes master), βρεθήκαμε και πάλι γύρω από το γνωστό ξύλινο τραπέζι με ένα ποτήρι στο χέρι να αδειάζει και να ξαναγεμίζει συνεχώς με χρώματα,αρώματα και γεύσεις!
Η δοκιμή περιλάμβανε: τρία λευκά, έξι κόκκινα και ένα γλυκό, πέντε από τις αντιπροσωπευτικότερες περιοχές τις χώρας μας και καλή διάθεση από όλους!
Δυστυχώς όμως για διάφορους λόγους πέντε φίλοι δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν και έτυχε μάλιστα να είναι και από αυτούς που μέχρι τώρα είχαν ελάχιστη ή καθόλου εμπειρία από ελληνικά κρασιά. Ένα άλλο μείον ήταν η πιθανότητα μερικά από τα κρασιά να ήταν "κουρασμένα" λόγω του ότι 5 από αυτά τα έφερα μόλις πριν λίγες μέρες από το Παρίσι.
H Robola Gentilini 2006 ήταν ό,τι έπρεπε για το ξεκίνημα αφού δοκιμάζονταν πάρα πολύ καλά! Εγώ προσωπικά πρώτη φορά αισθάνθηκα, τα συνήθως διακριτικά αρώματα ροδάκινου και εξωτικών φρούτων της Ρομπόλας, τόσο έντονα και ταυτόχρονα καθαρά ενώ η ισορροπία στο στόμα ολοκλήρωνε την καλή του εικόνα. Αφήνοντας την Κεφαλλονιά και περνώντας για λίγο στην ηπειρωτική Ελλάδα πήγαμε στην Πελοπόννησο για να δοκιμάσουμε τα Δώρα Του Διονύσου του Παραπαρούση. Ένα λευκό από Ασύρτικο και Αθήρι με πολύ ιδιαίτερα λεμονάτα αρώματα και όμορφες βοτανικές νότες και στόμα άψογα ισορροπημένο με καλή διάρκεια. Δοκιμάζοντας λευκά δεν θα μπορούσαμε φυσικά να αφήσουμε απ' έξω την Σαντορίνη αφού παρά το γεγονός πως δοκιμάζουμε Σαντορίνες συχνά πυκνά, όλοι τις θεωρούν κορυφαία λευκά που δεν πρέπει να λείπουν από καμία δοκιμή ελληνικών κρασιών! Για την περίπτωση αυτή διάλεξα τον Πύργο 2004 του Χατζηδάκη γιατί ήμουν σίγουρος πως κανείς τους δεν είχε δοκιμάσει την συγκεκριμένη ετικέτα αφού κυκλοφορεί σε ελάχιστες φιάλες και παράγεται από ένα μικρό αμπελοτεμάχιο κοντά στο ομώνυμο χωριό. Ανοίγοντας το μου φάνηκε λίγο ύποπτο στην μύτη και σκέφτηκα πως ίσως θα έπρεπε να το περάσω από καράφα αλλά τελικά το άφησα ως είχε. Δοκιμάζοντας το, δύο ώρες μετά κατάλαβα πως είχα κάνει λάθος. Κρασιά με τόσο μεγάλη δύναμη αν και λευκά χρειάζονται καράφα για να ..καλμάρουν λίγο και να γίνουν πιο ευχάριστα. Η μύτη ήταν τόσο εκρηκτική που θα λεγε κανείς πως είχαμε κλείσει στο μπουκάλι το ίδιο το ηφαίστειο! Η αλήθεια ήταν πως στην αρχή είχα υποψιαστεί αλλοίωση από Βρετανομύκητες αλλά όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια, είχα ξεγελαστεί από την έντονη μύτη του που σε πρώτη φάση έδινε μία περίεργη ζωώδη αίσθηση. Σε αντίθεση με τους "μπρετ" που δίνουν μία μυρωδιά όλο και πιο έντονη όσο περνάει η ώρα και έρχονται σε επαφή με το οξυγόνο, εδώ η μύτη άνοιγε και καθάριζε. Στο στόμα πάντως δεν χωρούσε καμία αμφιβολία πως είχαμε να κάνουμε με ένα μεγάλο κρασί που αναδείκνυε το τεράστιο δυναμικό του νησιού και της ποικιλίας με μία χαρακτηριστική αλμύρα που το έκανε να δονείται μεταξύ της γλώσσας και του ουρανίσκου! Η αλήθεια πάντως είναι πως το εκτιμήσαμε πολύ καλύτερα στο τέλος της γευσιγνωσίας δηλαδή πέντε ώρες μετά το άνοιγμά του και αφού είχε ανοίξει για τα καλά.
Ευχαριστημένοι από τα λευκά και την γενναιοδωρία τους απέναντί μας, περάσαμε στα κόκκινα με την ελπίδα πως θα μας κάνουν και αυτά την χάρη να δοκιμάζονται εξίσου καλά!
Όπως πάντα η αρχή έγινε με την πιο φινετσάτη και κομψή ελληνική ποικιλία που δεν είναι άλλη από το Ξινόμαυρο. Δοκιμάσαμε ένα Γη και Ουρανός του 2003 το οποίο όμως δεν ενθουσίασε και απογοήτευσε και εμένα που δεν το είχα ακόμη δοκιμάσει και είχα μεγάλες προσδοκίες από αυτό. Τελικά το πήρα μαζί μου σπίτι γιατί ήμουν πεπεισμένος πως δεν έφταιγε το ίδιο το κρασί αλλά οι συνθήκες και όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε φορά σε τέτοιες περιπτώσεις είχα δίκιο. Αυτήν την στιγμή, δύο μέρες μετά το άνοιγμά του δοκιμάζεται πάρα πολύ καλά έχοντας μία εξαιρετική μύτη ώριμων φρούτων και στόμα με πολύ καλή οξύτητα που δείχνει ικανή να κρατήσει το κρασί αυτό αρκετά χρόνια ακόμη. Για πολλοστή φορά πάντως έκανα τις εξής παρατηρήσεις γύρω από την ποικιλία αυτήν:
- Στις περισσότερες περιπτώσεις η μύτη εξελίσσεται πιο γρήγορα από το στόμα
- Θέλει χρόνο! Είτε στο μπουκάλι προτού ανοιχτεί (παλαίωση) είτε στην καράφα αφού ανοιχτεί, το οξυγόνο είναι πολύ καλός σύμμαχος τις ποικιλίας αυτής!
Συνεχίζοντας ήθελα να δοκιμάσουμε κάτι που σπάνια οι Γάλλοι* έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν αλλά ακόμη και εγώ ο ίδιος δεν τυχαίνει να πίνω συχνά. Ένα κόκκινο 100% Νεγκόσκα που μόλις είχε εμφιαλωθεί. Δυστυχώς όμως για όλους μας το ταξίδι από Νάουσα - Αθήνα τρεις μέρες μετά την εμφιάλωση και λίγες μέρες μετά Παρίσι και από κει Βουργουνδία "σοκάρισαν" το νεαρό αυτό κρασί και δεν δοκιμάζονταν καθόλου καλά. Η μύτη του ήταν απελπιστικά κλειστή και η τανίνες του στεγνές και επιθετικές. Ας ελπίσουμε πως η δεύτερη φιάλη που έφερα μαζί μου θα έχει στρώσει όταν την δοκιμάσουμε και θα αφήσει την Νεγκόσκα να δείξει τον πραγματικό της εαυτό.
Αμέσως μετά όμως ήρθε η έκπληξη της βραδιάς! Μία Ο.Π.Α.Π. Σητεία του 2000 από την Κρήτη φτιαγμένη από 80% Λιάτικο και 20% Μαντηλαριά. Η άψογη φινέτσα του και η μεγάλη του διάρκεια κλέψανε την παράσταση και εξέπληξαν τους Γάλλους αποδεικνύοντας τους πως το δυναμικό των Ελληνικών ποικιλιών είναι ανεξάντλητο και ακόμη και λιγότερο γνωστές ποικιλίες μπορούν να παράγουν φανταστικά κρασιά!
Άλλη καινούργια εμπειρία της βραδιάς ένα κόκκινο από την Σαντορίνη και πιο συγκεκριμένα ένα Μαυροτράγανο. Με έναν παιχνιδιάρικο φρουτώδη χαρακτήρα στη μύτη θύμιζε την φρεσκάδα των Beaujolais αλλά στο στόμα με την οξύτητα του και την καλή δομή φανέρωνε ένα κρασί ποιο καλοστημένο και με πολύ καλές δυνατότητες εξέλιξης. Να σημειώσω εδώ ότι και αυτό είχε εμφιαλωθεί μερικές βδομάδες πριν και μόλις το είχα φέρει από το Παρίσι αλλά μετά από ένα τρίωρο στην καράφα ηρέμησε και ήρθε στα ..ίσα του!
Η Νεμέα για ακόμη μία φορά δεν μας έκανε την χάρη και ένα ελάττωμα στην φιάλη αλλοίωνε όλα της τα χαρακτηριστικά και έκανε αδύνατη την δοκιμή της. Τελικά δεν είναι γραφτό να δοκιμάσουμε Νεμέα αφού στην προηγούμενη δοκιμή δεν είχα καταφέρει να βρω και σε μία άλλη δοκιμή είχα πέσει και πάλι σε ελαττωματική φιάλη.
Τελειώσαμε τα κόκκινα με τον Οργίων 2006 του Σκλάβου, μία ξηρή Μαυροδάφνη την οποία είχα βάλει σε καράφα τέσσερις ώρες πριν την δοκιμάσουμε για να χάσει λίγο τον αναγωγικό της χαρακτήρα. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό και αναγκαστήκαμε να καταφύγουμε στην μέθοδο του χαλκού για να διώξουμε λίγο τα βαριά αναγωγικά αρώματα. Μετά από αυτό δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα με το φρούτο να αρχίζει να κερδίζει σιγά σιγά την μύτη και το πολύ πλούσιο στόμα να εντυπωσιάζει.
Για το κλείσιμο της δοκιμής είχα κρατήσει τον, κατά την προσωπική μου άποψη, αδιαμφισβήτητο βασιλιά τον Ελληνικών γλυκών κρασιών, το Μοσχάτο Ρίου Πατρών 2005 του Παρπαρούση. Το απίστευτα καθαρό φρούτο του και η άριστη ισορροπία οξύτητας - γλυκύτητας χαρακτηρίζουν το νέκταρ αυτό που στην άφιλτρη εκδοχή που δοκιμάσαμε βγάζει μία ακόμη πιο αγνή έκφραση των πρωτογενών του αρωμάτων και το καθιστά μοναδικό!

Αφήνοντας της ηλιόλουστες Ελληνικές οινοπαραγωγικές περιοχές ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την επόμενη πέμπτη όπου πρόκειτε να επιστρέψουμε στην Γαλλία και σε πιο συνηθισμένες για τους περισσότερους γεύσεις...



σημ.: Η φώτο από την Σητεία είναι δανεισμένη από το blog της οινοποιίας Οικονόμου.

Σάββατο, 4 Απρίλιος 2009

The Millesimes Master!

Όπως κάθε πέμπτη έτσι και προχθές η βραδιά είχε δοκιμή κρασιών με την παρέα. Αυτήν την φορά είχαμε αποφασίσει να σταματήσουμε για λίγο τα πέρα δώθε στους διάφορους αμπελώνες του κόσμου και να τιμήσουμε την περιοχή που μας φιλοξενεί τα τελευταία χρόνια. Οργανώσαμε λοιπόν μία διπλή κάθετη δοκιμή της περιοχής γύρω από την Beaune και ταυτόχρονα έναν άτυπο διαγωνισμό μεταξύ μας για το ποιος θα ανακηρυχθεί Master of the Millesimes!
Το όλο στήσιμο είχε ως εξής: ένας από εμάς αναλάμβανε να στείλει στους υπόλοιπους οκτώ τις ομάδας μία χρονιά για τα λευκά και μία για τα κόκκινα. Ο ίδιος θα ερχόταν τελευταίος στο χώρο όπου κάνουμε τις δοκιμές για να μην γνωρίζει ποιαν φιάλη έχει φέρει ο καθένας. Το κάθε κρασί έπρεπε να είχε παραχθεί στην Côte de Beaune και να ανήκει σε οποιαδήποτε κατηγορία τιμής. Ο καθένας έφερνε τις δύο φιάλες που είχε πάρει σύμφωνα με το μέιλ που έλαβε με καλυμμένη την ετικέτα και βγαλμένη την τάπα το καψύλλιο και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να προδώσει κάποιο από τα χαρακτηριστικά της φιάλης.
Τα κρασιά δοκιμάζονταν σε τυχαία σειρά και ο κάθε ένας προσπαθούσε να βρει την χρονιά παραγωγής του κρασιού και κέρδιζε δέκα πόντους για κάθε σωστή απάντηση. Για τα κόκκινα δίνονταν και πέντε έξτρα πόντοι σε περίπτωση που κάποιος αναγνώριζε και την προέλευση του κρασιού (Pommard, Beaune,Volnay..).
Ξεκινώντας με τα λευκά για τους περισσότερους από εμάς υπήρχε μεγάλη δυσκολία να καταλάβουμε που βρισκόμασταν. Σπάνια δοκιμάζουμε λευκά από χρονιές παλαιότερες του 2003 και οι περισσότεροι δεν είμαστε αρκετά χρόνια στην περιοχή ώστε να τις θυμόμαστε από προσωπική εμπειρία. Το 2005 θα ξεχώριζε λογικά για την ισορροπημένη του δύναμη, το 2006 από τον αρωματικό του πλούτο και την οξύτητά του και το 2007 από την νεότητά του και εκεί ήταν που οι περισσότεροι από εμάς πέσαμε μέσα. Αυτός που τα πήγε πολύ καλά ήταν ο Αντουάν που δουλεύει στο Chassagne Montrachet σε domaine που ασχολείται αποκλειστικά με την παραγωγή λευκών και τα έχει φάει με το κουτάλι! Ειδικά τα παλαιότερα αφού το συγκεκριμένο domaine κατέχει σπουδαία cru και παράγει μεγάλα κρασιά που πίνονται πάντα μετά από μερικά χρόνια παλαίωσης.
Ούτε στα κόκκινα όμως τα πράγματα ήταν απλά. Το μεγάλο μπέρδεμα ήταν και πάλι στις χρονιές '99,'00,01 και '02 που έχουν αρκετά κοινά σημεία και οι περισσότεροι από εμάς διαφωνούσαμε μεταξύ μας για τα χαρακτηριστικά τις κάθε μίας από αυτές. Το 2003 ξεχώριζε για την δύναμή του και την πρόσθετη οξύτητα. Το 2004 ήταν αυτό που όλοι κατάφεραν να βρουν αφού είναι η χειρότερη χρονιά για την Βουργουνδία τα τελευταία χρόνια και με την πρώτη ..μυτιά καταλάβαινε κανείς περί τίνος πρόκειται. Το '05 χαρακτηρίζονταν από την δύναμή του ενώ το 2006 και το 2007 δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει αναγνωρίσιμο χαρακτήρα και οι απόψεις διαφέρουν.
Έτσι τα σκορ όλων μας κυμάνθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα με τον γράφων να πιάνει 65 από τους 225 διαθέσιμους πόντους. Νικητής με 105 πόντους ο Αντουάν χάρη στην μεγάλη του εμπειρία με τα λευκά. Προς απογοήτευσή του όμως το βραβείο δεν ήταν κάποιο μεγάλο cru της περιοχής όπως περίμενε αλλά ένα πολύ όμορφο πλαστικό ξίφος στο οποίο αναγράφονταν "2009 Millesimes Master!" και ..ο σεβασμός όλων μας!

Σάββατο, 7 Φεβρουάριος 2009

Η δοκιμή με τα ερωτηματικά

Η πέμπτη είναι κλασσικά μέρα δοκιμών με την παρέα και όπως γίνεται κάθε φορά κάθε ένας φέρνει το κρασί του μεταγγισμένο σε ατικετάριστο μπουκάλι Βουργουνδίας ώστε η φόρμα του μπουκαλιού να μην προδίδει την προέλευση. Τα θέματα που διαλέγουμε είναι είτε αρκετά συγκεκριμένα όπως π.χ. μία περιοχή ή μία ποικιλία είτε πιο αφηρημένα όπως ήταν π.χ. το neuf (εννιά ή καινούργιο) στις αρχές του έτους. Το άτομο που είχε αναλάβει το θέμα αυτής της πέμπτης πήγε μάλλον πολύ μακριά βάζοντας ως θέμα το "μία ερώτηση" και αφήνοντας τον καθένα να το εξηγήσει όπως νόμιζε.
Ξεκινήσαμε με το μοναδικό ξηρό λευκό της βραδιάς. H "μυστηριώδης" όπως λεγόταν ο τοπικός αυτός οίνος από την περιοχή Flavigny-Alesia κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ Chablis και Beaune. Φτιαγμένο από pinot beurot η έντονα αρωματική μύτη του και το λιπαρό του στόμα μπέρδεψαν τους περισσότερους από μας που πήγαν νότια σε περιοχές της νοτιοδυτικής Γαλλίας και σε ποικιλίες όπως το Sauvignon και το Semillon. Σε γενικές γραμμές ήταν ένα καλοφτιαγμένο κρασί, τυπικό της ποικιλίας αλλά όχι τόσο αντιπροσωπευτικό της περιοχής αφού σίγουρα κανείς δεν περιμένει ένα τόσο λιπαρό κρασί από ένα τόσο βόρειο και κρύο μέρος. Ζεστή χρονιά το 2005 αλλά σίγουρα χρειάστηκε και μία καλή δόση ζάχαρης για να υπάρξει αυτό το αποτέλεσμα (επιτρέπεται μέχρι και 2% αύξηση του αλκοολικού βαθμού στην ζώνη αυτήν).
Ξεκινώντας με τα κόκκινα βρεθήκαμε στην Αυστραλία απ' όπου το πέρασμα μας τείνει να γίνει πλεόν συνήθεια αλλά ακόμη δεν έχουμε δοκιμάσει κάτι που να καταφέρει να μας πείσει.
2002 η χρονιά και ένα Merlot από το οινοποιείο Ferngrove με μύτη μέτριας έντασης, κλασσικά αρώματα σκούρων φρούτων της ποικιλίας (δαμάσκηνα, μούρα), στόμα γεμάτο και έντονα τανικό με ξηρό τελείωμα. Δεν μας συγκινησε ιδιαίτερα και περάσαμε χωρίς παραπάνω σχόλια στο επόμενο κρασί.
Ένα μεγάλο ερωτηματικό και η υπογραφή του παραγωγού (Roger Perrin) ήταν τα μόνα στοιχεία στην μπροστινή ετικέτα και ακόμη περισσότερα ερωτηματικά γεννήθηκαν όταν ψάχναμε να βρούμε για τι είδους ποικιλίες πρόκειται. Τελικά οι περισσότεροι πέσαμε έξω αφού παρόλο που ήμαστε στην περιοχή του Chateuneuf du Pape ο τοπικός αυτός οίνος ήταν φτιαγμένος από ποικιλίες της νοτιοδυτικής Γαλλίας που όμως επιτρέπονται και στον Νότιο Ροδανό, από 65% Merlot και 35% Egiodola. Χωρίς να είναι πολύ εκφραστικό, με στόμα αραιό και στυφό χωρίς καθόλου διάρκεια το θυμόμαστε μόνο για την Εgiodola που πολλοί ακούγαμε για πρώτη φορά.Μένοντας στους τοπικούς οίνους του Γαλλικού νότου αλλά ταξιδεύοντας λίγο δυτικότερα φτάσαμε στο Languedoc για να δοκιμάσουμε τον απαγορευμένο καρπό (fruit defendu) του Domaine Magellan. Φτιαγμένο από το παρεξηγημένο Cinsault ήταν αρκετά εκφραστικό με αρκετά φρουτώδες αλλά λίγο βαριά αρώματα ενώ στο στόμα είχε μέτρια δομή με λεπτές ευχάριστες τανίνες και φαινόταν πως υπήρχε καλή πρώτη ύλη. Πολύ καλή σχέση τιμής ποιότητας αλλά με μία ετικέτα που θυμίζει αφίσα του ΛεΠεν (άσπρα, μπλε, κόκκινα χρώματα και αυστηρή γραμματοσειρά) δεν ξέρω πόσοι θα το επιλέξουν βλέποντας το σε ένα ράφι!
Αφήνοντας για λίγο τον νότο ανεβήκαμε μέχρι την Βουργουνδία για να δοκιμάσουμε ένα κακό Fixin του 2002 από το Domaine Michel Noellat. Γερασμένο πολύ πριν την ώρα του με πολύ ζωικά αρώματα και επίπεδο στόμα με άσχημη μεταλλική επίγευση έγινε γρήγορα παρελθόν από τα ποτήρια μας.
Πειστήκαμε λοιπόν πως καλά ήταν να παραμείνουμε νότια και περάσαμε σε κάτι πολύ γνωστό. Ένα Chateau de Pibarnon του 2002, κρασί σημείο αναφοράς στο Languedoc φτιαγμένο από 100% Mourvedre. Μέτρια εκφραστικό στην μύτη με γήινα αρώματα και νότες βατόμουρων που χάνονταν όμως γρήγορα. Στόμα πλούσιο με καλή δομή και οξύτητα αλλά αδιάφορη και μικρή επίγευση. Για μερικούς κατώτερο τον προσδοκιών για άλλους εξαιρετικό ήταν ίσως το πιο ενδιαφέρον κρασί της βραδιάς αφού άναψε την συζήτηση! Ο Ethan που είχε φέρει το κρασί αυτό δικαιολόγησε την επιλογή του λέγοντας πως όταν σε νεαρότερη ηλικία δούλευε σε μία κάβα όλοι οι πελάτες μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για το Chateau αυτό και γι'αυτόν αποτελούσε πάντα ένα μεγάλο ερωτηματικό για το αν είναι πράγματι τόσο καλό ή όχι!
Φτάνοντας προς το τέλος, ένα στιβαρό Chateauneuf du Pape ήταν ότι έπρεπε για να κλείσουμε ιδανικά με τα κόκκινα. Παραγωγός (σε Βιοδυναμική καλλιέργεια) το Domaine de Villeneuve, και χρονιά το πολύ καλό για τον νότιο ροδανό 2004. Σε πρώτη φάση δύσκολα μάντευε κανείς πως το Grenach ήταν αυτό που κυριαρχούσε στο χαρμάνι (70%). Με μία μύτη λίγο αναγωγική αρχικά και με νότες μπαχαρικών θύμιζε κρασί με μεγάλο ποσοστό Syrah αν όχι εξ ολοκλήρου. Πολύ πλούσιο σε τανίνες και γεμάτο στόμα με μακρά επίγευση συμπλήρωναν την εικόνα ενός μεγάλου κρασιού. Οι ποικιλιακή του σύνθεση πέραν του Grenach είναι: 16% Mourvedre, 8% Syrah, 4% Cinsaut , 2% Clairette.
Τελειώσαμε με το Grand Cru Pfersigberg του 1998, ένα Gewuztraminer έντονα αρωματικό με καλή οξύτητα και μακρά επίγευση που επιβεβαίωσε την επιλογή μας να τελειώνουμε σχεδόν πάντα με μία Αλσατία. Σε πλήρη αντίθεση με την Βουργουνδία, επιλέγοντας μία Αλσατία δύσκολα πέφτουμε έξω και μας αφήνει ευχαριστημένους τις περισσότερες φορές!
Η παρουσία πολλών τοπικών οίνων μας έδωσε την ιδέα για το θέμα της μεθεπόμενης πέμπτης που θα είναι οι επιτραπέζιοι οίνοι. Ίσως δεν ακούγεται και τόσο ωραίο αλλά αποτελεί πρόκληση για εμάς να βρούμε τα κρυμμένα διαμάντια που κυκλοφορούν φέροντας αυτόν τον λίγο τιμητικό τίτλο...

Τρίτη, 3 Φεβρουάριος 2009

Δοκιμές κρασιών μεταξύ φίλων

Το περασμένο Σάββατο, με αφορμή τα γενέθλιά του, ο Antoine μας είχε καλεσμένους σε γεύμα και μας ενημέρωσε πως θα αναλάμβανε αυτός το κρασί και δεν θα έφερνε ο καθένας την φιάλη του όπως κάνουμε κάθε φορά.
Το ορεκτικό ήταν το κλασσικό χειμωνιάτικο ορεκτικό όποτε βρισκόμαστε στου Αντουάν: σαλάμι ξηρό από τα γουρούνια του υπεύθυνου του οινοποιείου στο οποίο εργάζεται, φρέσκο μαύρο ψωμί από τον βιοδυναμιστή αρτοποιό της αγοράς με βούτυρο και μαύρο ραπανάκι κομμένο σε φέτες. Ξεκινήσαμε με φυσαλίδες για να μας γαργαλίσουν τον ουρανίσκο και να μας ανοίξουν την όρεξη. Δύο Σαμπάνιες, η μία από τον André Beaufort από τα μεγαλύτερα ονόματα βιολογικής Σαμπάνιας και μία ακόμη βιολογική Σαμπάνια από τον λιγότερο διάσημο Benoit Lahaye. Η πρώτη, με αρώματα πράσινου μήλου και πολύ ισορροπημένο στόμα επιβεβαίωσε την φήμη της. Η δεύτερη, πιο διακριτική με πιο έντονη οξύτητα και πολύ μικρή διάρκεια δεν προσέφερε ιδιαίτερες συγκινήσεις και ξεχάστηκε γρήγορα.

Όταν περάσαμε στα ορεκτικά (νιόκι με ρόκα και σάλτσα λεμόνι, συνταγή του Jamie Oliver) είχε έρθει η ώρα να τιμήσουμε την χρονιά γέννησης του οικοδεσπότη μας και να περάσουμε σε μεγάλα πράγματα. Το λευκό της βραδιάς ήταν ένα Puligny Montrachet του 1977 από το Domaine* Leflaive και περιμέναμε με αγωνία να δούμε τι είχε να μας δώσει μετά από τόσα χρόνια αναμονής στη σκονισμένη του φιάλη. Για κακή μας τύχη και προς μεγάλη μας απογοήτευση το πολλά υποσχόμενο αυτό κρασί ήταν φελλωμένο και μείναμε με την όρεξη!
Μετά από ..μερικούς αναστεναγμούς και λίγη σιωπή περάσαμε στο επόμενο πιάτο που ήταν φραγκόκοτα ψητή στον φούρνο. Σε τέτοιες περιπτώσεις ένα παλαιωμένο κόκκινο με τανίνες βελούδινες από το πέρασμα του χρόνου είναι ότι πρέπει! Και τι καλύτερο παλαιωμένο από ένα κόκκινο από ένα Grand Cru της Côte de Nuits και πιο συγκεκριμένα ένα Grands Echezeaux του 1977 από το Maison* Patriarche. Πριν το ανοίξουμε, ο εορτάζων μας είπε πως όταν το είχε αγοράσει η πωλήτρια τον διαβεβαίωσε πως όλες οι φιάλες είχαν ελεγχθεί,συμπληρώθηκαν και άλλαξαν φελλό πρόσφατα και δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Ανοίγοντας το όμως και από την κάθοδο του τιρμπουσόν και μόνο, ο φελλός έγινε χίλια κομμάτια! Σίγουρα δεν είχε αλλαχθεί ποτέ πριν και έπρεπε να περάσουμε το κρασί από την φιάλη σε μία καράφα φιλτράροντας το με ένα χωνάκι με δίχτυ. Για όσους δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό για ένα κρασί 31 χρονών θα δώσω το παράδειγμα ενός σοφού ηλικιωμένου που προτού κάτσουμε να συζητήσουμε μαζί του για να μοιραστεί μαζί μας τα μυστικά του τον στέλνουμε στα καλά καθούμενα να τρέξει 500μέτρα και να ξανάρθει! Αφήσαμε λίγο το κρασί να συνέλθει από το σοκ και την βγάλαμε για λίγο με νερό αγωνιώντας για την κατάσταση του ..ηλικιωμένου! Ευτυχώς για μας το "πεντακοσάρι" του κανε καλό αφού όπως φάνηκε χρειαζόταν λίγο οξυγόνο για να έλθει στα ίσια του, να ανοιχτεί απέναντί μας και να αρχίσει να μας μιλάει! Με λεπτά αλλά πολύ καθαρά αρώματα μελιού και καφέ και λίγο πιο διακριτικά γλυκόριζας και δέρματος η μύτη μας έδιωξε γρήγορα το άγχος και καταλάβαμε γρήγορα πως έχουμε να κάνουμε με ένα μεγάλο κόκκινο! Στο στόμα οι τανίνες ήταν μάλλον απούσες σε αντίθεση με την οξύτητα που δήλωνε παρόν και έδινε στο κρασί μία φρεσκάδα που το έκανε να φαίνεται αρκετά νεότερο! Η αίσθηση του καφέ ήταν έντονη και στην επίγευση η οποία ήταν αρκετά ικανοποιητική σε διάρκεια.
Κλείσαμε με ένα Riesling με υπέροχα αρώματα αχλαδιού και λευκόσαρκου ροδάκινου από το διάσημο Domaine του Zind Umbrecht που θεωρείται από τα μεγαλύτερα ονόματα της βιοδυναμικής στην Γαλλία και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την προγραμματισμένη δοκιμή της πέμπτης.




*Domaine και Maison: Δύο διαφορετικές έννοιες που συναντάμε συχνά στην Βουργουνδία. Το Domaine (κάτι σαν το κτήμα σε εμάς) το χρησιμοποιούν όσοι παράγουν κρασί που έστω και ένα μέρος του προέρχεται από αμπέλια που καλλιεργούν οι ίδιοι. Τα maison (οίκοι) ή maison de negoce ή negociants παράγουν κρασί εξολοκλήρου από σταφύλια που αγοράζουν από τους παραγωγούς.

Παρασκευή, 9 Ιανουάριος 2009

Pour them good wines and they will make good laws!

Την δεύτερη πέμπτη του Ιανουαρίου κάναμε με την παρέα την πρώτη φετινή συνάντηση για οινοποσία. Μιας και ήταν η πρώτη του 2009 αποφασίσαμε το θέμα να είναι το "neuf" που στα γαλλικά σημαίνει 9 αλλά σημαίνει επίσης και καινούργιο. Θα μπορούσε δηλαδή να είναι ένα κρασί του 99, του 89, του 79... ή ένα κρασί από 100% καινούργιο βαρέλι, από καινούργιο οινοποιό κ.ο.κ. Το πρώτο κρασί ήταν λευκό και η πρώτη εντύπωση που έδινε ήταν αρνητική αφού ήταν αρκετά αναγωγικό. Πολύ γρήγορα όμως το κρασί αυτό κέρδισε την συμπάθειά μας. Η μύτη άλλαζε γρήγορα και έδινε μία αίσθηση τσακμακόπετρας αλλά και κάποιες νότες λεμονιού. Ένα πρωτόγνωρο μπουκέτο για τους περισσότερους από εμάς και για τον λόγο αυτόν δυσκολευόμασταν να μαντέψουμε τι υπάρχει στο ποτήρι μας. Στο στόμα μία ελαφρά αρμύρα που μου θύμιζε μερικά δικά μας κρασιά από νησιά όπως η Σαντορίνη ή η Κεφαλονιά και μία κοφτερή οξύτητα που έκοβε το στόμα στα δύο έκαναν ακόμη πιο δύσκολη την αναγνώριση του κρασιού αυτού. Τελικά ήταν ένα Bordeaux του 1979 από sémillon, μία ποικιλία στην οποία όλοι μας είμαστε ασυνήθιστοι, πόσο μάλλον όταν αυτό είναι 29 χρονών! Εντυπωσιακό πάντως πως ένα λευκό διατηρήθηκε έτσι όλα αυτά τα χρόνια!
Στην συνέχεια περάσαμε στα κόκκινα ξεκινώντας με ένα Ξινόμαυρο του 2000* από το κτήμα Κυρ-Γιάννη. Σε εξαιρετική κατάσταση, ίσως και στο καλύτερο σημείο της ζωής του, εξέπληξε τους πάντες με το γεμάτο μπουκέτο του, τον όγκο του και τις καλοδομημένες τανίνες του. Αρκετά δυνατό και πιο συμπυκνωμένο απ΄ότι έχουμε συνηθίσει στα Ξινόμαυρα ξέφευγε ίσως λίγο από την τυπικότητα της ποικιλίας χωρίς αυτό όμως να είναι αρνητικό αφού δείχνει πως η ποικιλία αυτή μπορεί να εκφράσει την δυναμική της με διάφορους τρόπους! Η ετικέτα αυτή έχει πλέον καταργηθεί και το κρασί αυτό δεν παράγεται. Σε δοκιμή που είχα κάνει στο κτήμα πριν μερικούς μήνες δε θυμάμαι να βρήκα κάτι που να μπορεί να θεωρηθεί αντικαταστάτης του.
Αμέσως μετά ταξιδέψαμε για λίγο στο νότιο ημισφαίριο, στo Margaret River της Αυστραλίας μένοντας πάντα στην ίδια χρονιά. Το οινοποιείο Cullen απ'όπου προέρχονται το επόμενο κρασί μας είναι ένα από τα πιο αξιόλογα βιοδυναμικά οινοποιία της χώρας και η Diana Cullen
θεωρείτε από πολλούς η Anne-Claude Leflaive της Αυστραλίας! Φτιαγμένο από 65% CabernetSauvignon, 20% Merlot και 15% Petit Verdot, Malbec και Cabernet Franc, ήταν ιδιαίτερα εκφραστικό και φρουτώδες στην μύτη χωρίς όμως να έχει το κάτι παραπάνω που θα μπορούσε να κάνει την διαφορά. Στο στόμα ήταν λιγότερο φρουτώδες με μέτριο σώμα και επίγευση. Σίγουρα περιμέναμε πολλά παραπάνω από αυτό το κρασί που ήταν μεν καλό σε γενικές γραμμές αλλά κατώτερο της φήμης του. Επιστρέφοντας στην Ευρώπη δοκιμάσαμε την πρώτη εμφιάλωση ενός Merlot από την αριστερή όχθη του Garonne στο Μπορντό. Ένα πολύ φιλόδοξο project ενός οινοποιείου που χρησιμοποιεί σύστημα ολοκληρωμένης διαχείρισης**, δεν χρησιμοποιεί καθόλου δεξαμενές (η ζύμωση γίνεται στο βαρέλι) και καθόλου αντλίες (χρήση της βαρύτητας). Φρουτώδης μύτη με έντονη παρουσία μέντας που πρόδιδε την ποικιλία από την οποία ήταν φτιαγμένο. Μία μύτη που γλύκιζε πάρα πολύ και έδινε την εντύπωση πως μόλις πιούμε μία γουλιά θα μας πιάσουν καούρες ενώ κατά τον ίδιο τρόπο η τανίνες ήταν τόσο στρογγυλεμένες που έδιναν την εντύπωση πως το κρασί που πίναμε ήταν γλυκό. Σε συνδυασμό με το αδύναμο σώμα και την μικρή επίγευση κανένας μας δεν εκτίμησε το κρασί αυτό το οποίο αμέσως μετά πληροφορηθήκαμε πως κοστίζει 80€ λιανική!!!
Τελειώνοντας με τα κόκκινα δοκιμάσαμε ένα ακόμη μπορντό από το οποίο όμως για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν έχω ούτε σημειώσεις ούτε μπορώ να θυμηθώ πως δοκιμάζονταν.
Κλείσαμε την βραδιά πίνοντας έναν αφρώδη οίνο από μοσχάτο του '96 από την τελευταία δηλαδή ερωτική χρονιά του αιώνα μετά το '69. Δε θα σχολιάσω τον οίνο γιατί όπως έχω ξαναπεί δεν τα πάω καλά με τις φυσαλίδες αλλά θα σχολιάσω την όλη ιδέα! Ο Seppi Landmann λοιπόν είναι ένας πολύ επαναστατικός, extreme, βιοδυναμιστής παραγωγός από την Αλσατία και του αρέσει να κάνει πράγματα που να ξεχωρίζουν. Η cuvée erotique πέρα από την πολύ προκλητική μπροστινή ετικέτα έχει και μία ενδιαφέρουσα πίσω ετικέτα η οποία γράφει:

"Τhis label is dedicated to Serge gainsbourg and Jane Birkin when life had a wonderfully titillating taste of freedom .Nowadays the cowardice and the hypocrite censure of our representatives and frantic lawmakers make Montaigne's maxim "pour them good drinks and they will make good laws" definitely meaningful"

Την πέμπτη 22 Ιανουαρίου κάναμε δοκιμή με θέμα την νοτιοδυτική Γαλλία αλλά δεν νομίζω πως υπήρχε κάτι που να είναι πραγματικά άξιο αναφοράς...



*Η χρονιά 2000 είναι η χρονιά της καινούργιας (neuf) χιλιετηρίδας. Εξού και η παρουσία 2 κρασιών της χρονιάς αυτής σε μία γευσιγνωσία με το θέμα "neuf".

**Ολοκληρωμένη διαχείριση: Μέθοδος καλλιέργειας φιλικής προς το περιβάλλον ένα στάδιο πριν την Βιολογική. Τα ραντίσματα ή η λίπανση γίνονται μόνο όταν κριθούν απαραίτητα και μετά από αναλύσεις ενώ γίνεται σωστή διαχείριση των προιόντων που περισσεύουν (δεν πετιούνται στο αυλάκι π.χ.). Ακούγεται σωστό αλλά είναι λυπηρό κάτι που θα έπρεπε να θεωρείτε αυτονόητο να είναι η επιλογή μιας μικρής μερίδας παραγωγών που το κάνουν αυτό κυρίως για να κερδίσουν την συμπάθεια τον συνειδητοποιημένων καταναλωτών.


υ.γ.: Όσοι δεν γνωρίζετε ποιος είναι ο Serge Gainsbourg και ποια η σχέση του με τον ερωτισμό αξίζει τον κόπο να το ψάξετε!

Παρασκευή, 21 Νοέμβριος 2008

Bourgogne Aligoté 2005

Ο τίτλος σίγουρα δεν μοιάζει και τόσο ελκυστικός αλλά όταν πρόκειται για ένα Aligoté του Domaine Leflaive τότε όλα αλλάζουν. Να θυμίσω πως η ποικιλία αυτή είναι η δεύτερη λευκή ποικιλία της Βουργουνδίας οι οποία χάνεται στην σκιά του Chardonnay και θεωρείτε αρκετά κατώτερη ποιοτικά.
Για να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Την πέμπτη το βράδυ σε δείπνο μεταξύ φίλων και μετά από ένα πολύ καλό Gewurstraminer από τον Αλσατό βιοδυναμιστή Pierre Frick είχε έρθει η σειρά του Antoine να σερβίρει το κρασί που είχε φέρει. Δοκιμάζοντας το τυφλά και από την πρώτη όσφρηση ήμουνα βέβαιος πως πρόκειται για ένα Chardonnay φτιαγμένο από τον Pierre Morey*. Αυτή η σπιρτάδα στην μύτη που αρχικά δίνει την αίσθηση πως είναι έντονο βαρέλι είναι χαρακτηριστικό των κρασιών του ενώ το γεμάτο στόμα του και η μακρά επίγευση μ' έκαναν να πιστεύω πως είναι Chardonnay. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί μου στην ποικιλία αλλά και στην περιοχή (Βουργουνδία) χωρίς όμως να προσδιορίσουν τον παραγωγό. Σύμφωνοι ήμασταν επίσης και για την χρονιά αλλά και για την θέση αυτού του κρασιού στην ιεραρχία του Βουργουνδέζικου συστήματος**. Πεπεισμένος πως πρόκειται για ένα Leflaive υπέθεσα πως είναι τουλάχιστον 10 χρονών αφού δεν είχε την συνηθισμένη δύναμη των νεαρών κρασιών του κτήματος ενώ υπέθεσα πως θα είναι ένα 1er Cru ή τουλάχιστον ένα village λόγω του γεμάτου στόματος και της καλής οξύτητας.
Όταν έγιναν τα "αποκαλυπτήρια" κανένας δεν περίμενε να αντικρίσει ένα Bourgogne Aligoté 2005. Το μόνο στο οποίο είχα πέσει μέσα ήτανε ο παραγωγός! Σωστά λέμε μερικές φορές πως στην γευσιγνωσία πρέπει να εμπιστευόμαστε την πρώτη μας σκέψη. Το aligoté αυτό ήταν τόσο καλοφτιαγμένο που κοντράρεται στα ίσια με οποιοδήποτε village και μας έστειλε αδιάβαστους! Respect λοιπόν σε αυτόν τον τόσο μεγάλο οινοποιό αν και απ' ότι ξέρω είναι κάπως ασταθής και μερικές χρονιές τα κρασιά του δεν είναι το ίδιο πετυχημένα.
Το κρασί αυτό βέβαια δεν βγαίνει στο εμπόριο αλλά καταναλώνεται μεταξύ των εργαζόμενων και των ιδιοκτητών του domaine.


*Ο Pierre Morey οινοποίησε στο Domaine Leflaive μέχρι και το 2007 και από φέτος ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την δική του παραγωγή.

**Υπενθύμιση του Βουργουνδέζικου συστήματος:
-Grand Cru
-1er Cru
-Appellation Village Contrôlée
-appellation bourgogne
-vin de pays (τοπικός οίνος)

Μιλώντας για λευκά, στις τρεις πρώτες περιπτώσεις χρησιμοποιείται αποκλειστικά Chardonnay ενώ η appellation bourgogne μπορεί να γίνει και από aligoté, τέλος οι τοπικοί οίνοι μπορούν να γίνουν από οποιαδήποτε ποικιλία καλλιεργείται στην Βουργουνδία.

Σάββατο, 15 Νοέμβριος 2008

Γνωρίζοντας τα ελληνικά διαμάντια

Παρασκευή 14 Νοέμβρη και η Beaune βρίσκεται στο επίκεντρο του οινικού κόσμου. Η δημοπρασία κρασιών στο Hospices de Beaune και οι εκδηλώσεις που την πλαισιώνουν, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όλων των φίλων του κρασιού και όπως είναι λογικό, το Pinot Noir και το Chardonnay έχουν την τιμητική τους! ...και ενώ όλες οι δοκιμές περιορίζονται στην περιοχή από το Chablis ως την Macon εμείς αποφασίσαμε να περάσουμε τα στενά αυτά όρια και να οργανώσουμε μεταξύ γνωστών και φίλων μία δοκιμή Ελληνικών κρασιών!
Παίρνοντας τις 7 καλύτερες φιάλες του στοκ μου και αγοράζοντας άλλη μία την τελευταία στιγμή από έναν τοπικό καβίστα, ξεκίνησα να ετοιμάζω την όλη κατάσταση 3 ώρες πριν. 7 από τα 8 ήτανε άψογα και για ένα μόνο είχα υποψία για ένα προβληματάκι. Καραφάρισα* λοιπόν ότι θεώρησα πως ήταν αναγκαίο και στην συνέχεια πήγα στο κοντινότερο τυροπωλείο για να αγοράσω τα ανάλογα τυριά!
Γύρω στις 7 είχαμε μαζευτεί όλοι και χωρίς να χάνουμε χρόνο περάσαμε στο πρώτο λευκό. Μία εμφιάλωση Σαντορίνης από την οινοποιεία Χατζηδάκη που γίνεται μόνο για την γαλλική αγορά και φέρει το όνομα cuvée No15. Για την Σαντορίνη δεν ανησυχώ ποτέ αφού ξέρω πάντα πως θα με βγάλει ασπροπρόσωπο από όποιον παραγωγό και αν προέρχεται. Πόσο μάλλον από τον Χαρίδημο Χατζηδάκη ο οποίος κάνει πάντα εξαιρετική δουλειά! Όσοι γνώριζαν ήδη την Σαντορίνη είχαν πολύ καλές εντυπώσεις και επαληθεύτηκαν για ακόμη μία φορά. Όσοι την γεύονταν για πρώτη φορά ενθουσιάζονταν με τον πλούτο και την δύναμη του Ασύρτικου ενώ όπως συμβαίνει σε κάθε φίλο του κρασιού στην πρώτη του επαφή με την Σαντορίνη, δεν πίστευαν πως ένα κρασί που παράγεται τόσο νότια μπορεί να έχει τέτοιες οξύτητες! Συνεχίσαμε με την Σαντορίνη από το αμπελοτεμάχιο Μύλος του Χατζηδάκη την οποία είχα καραφάρει ώστε να καλμάρω λίγο την απίστευτη δύναμή της και να πέσει λίγο το αλκοόλ της (15%!). Στην πρώτη όσφρηση ένας τρομερός αρωματικός πλούτος γέμιζε τα ρουθούνια μας με άνθη εσπεριδοειδών ενώ με την πρώτη ανάδευση το μήλο και το αχλάδι κυριαρχούσαν Από εκεί και πέρα χάρη στην μεγάλη πολυπλοκότητα του κρασιού αυτού, κάθε φορά που φέρναμε το ποτήρι στην μύτη μας ανακαλύπταμε και κάτι ακόμη! Στην συνέχεια περάσαμε στα κόκκινα όπου λόγω καταγωγής είχα φροντίσει να κυριαρχούν τα Ξινόμαυρα! Ένα δείγμα του 2007 από βαρέλι, μία νεαρή Νάουσα και ένα παλιό Ξινόμαυρο 11 χρόνων έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε την εξέλιξη της ποικιλίας αυτής στον χρόνο.
Ξεκινώντας, ο Παλιοκαλιάς του 2005 εντυπωσίασε με την αρωματική του ένταση και τα ξεχωριστά αρώματά του. Στο στόμα είχε πολύ καλή δομή, χαρακτηριστική του ξινόμαυρου αλλά οι τανίνες του ήταν κάπως ξηρές, απόδειξη πως το Ξινόμαυρο θέλει χρόνο για να αποδώσει τα μέγιστα. Πάντως οι βελτίωσή του σε σχέση με 2 μήνες πριν που το είχα δοκιμάσει ήταν θεαματική ενώ για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο κρασί κυριαρχούσαν έντονα αρώματα μαύρης σοκολάτας. Η συνέχεια ήταν ακόμη καλύτερη με την Ράμνιστα του 1997 να βρίσκεται στα καλύτερά της. Αρχικά ένα απίστευτα καθαρό άρωμα τρούφας συνεπήρε όλους όσους δοκίμαζαν και μου επαναλάμβαναν συνεπαρμένοι:<<mais il y a un arôme de truffe incroyable...!!!>> ενώ όσο στριφογυρίζαμε τα ποτήρια μας τόσο ξεδιπλώνονταν μπροστά μας διάφορα αρώματα. Το στόμα του ήταν τέλεια ισορροπημένο χωρίς όμως να έχει χάσει καθόλου στην δομή του και δείχνοντας πως είναι ένα κρασί που μπορεί να πάει ακόμη 5-6 χρόνια τουλάχιστον!
Την στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να περάσουμε στην επόμενη φιάλη, συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει το δείγμα από βαρέλι του αυτόριζου Ξινόμαυρου 2007 το οποίο είχε ήδη περάσει σχεδόν 3 ώρες στην καράφα! Ζητώντας συγνώμη από τους υπόλοιπους, σερβίρισα με την ελπίδα πως δεν θα χαθεί στην σκιά της παλιάς Ράμνιστας και δεν θα μας στεγνώσει το στόμα με τις νεαρές ακόμη τανίνες του. Ευτυχώς όμως διαψεύστηκα τελείως! Το άδειασμα που είχα κάνει νωρίτερα από την καράφα στο μπουκάλι και ξανά στην καράφα με τρόπο ώστε να έρθει σε επαφή με το οξυγόνο όσο το δυνατόν περισσότερο κρασί έδωσαν θεαματικά αποτελέσματα! Τα ποτήρια μας ήταν γεμάτα ζωηρά αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων που εναλλάσσονταν με δροσερές μεταλλικές νότες ενώ η πρώτη επαφή με το στόμα ήταν τόσο βελούδινη που σε τυφλή δοκιμή κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει περί τίνος πρόκειται. Τέλος, η μεγάλη διάρκειας επίγευση έκλεινε θετικά την πολύ καλή εικόνα που δημιουργήσαμε για το κρασί αυτό που θα εμφιαλωθεί σε μερικούς μήνες από τώρα. Περιττό να πω πως έχω ήδη κρατήσεις για μερικά κιβώτια από τους περισσότερους απ' όσους το δοκίμασαν μαζί μου!
Το 6ο κρασί της δοκιμής δυστυχώς δεν μας έκανε την χάρη να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες μας. Η υποψία προβλήματος που είχα όταν το άνοιξα επιβεβαιώθηκε αφού όσο αυτό έμενε ανοικτό τόσο οι Βρετανομύκητες κυριαρχούσαν και έκαναν την εκτίμηση των πραγματικών χαρακτηριστικών του αδύνατη! Κρίμα γιατί ήτανε ένα κρασί που σπάνια έχω την τύχη να δοκιμάσω αφού προέρχεται από μία λίγο διαδεδομένη ποικιλία.
Αφότου ξεπλύναμε τα ποτήρια μας, περάσαμε κατευθείαν στο επόμενο κρασί. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα των Ελληνικών κρασιών αν δεν δοκιμάζαμε ένα Αγιωργήτικο προτού κλείσουμε με τα ξηρά. Δυστυχώς δεν κατάφερα να έχω πρόσβαση σε μία Νεμέα και έτσι δοκιμάσαμε έναν Νότιο του 2003. Αρκετά εκφραστικός, με πολύ καθαρά αρώματα, πλούσιο γεμάτο στόμα και μακρά επίγευση άφησε καλές εντυπώσεις αν και όπως όλοι διαπίστωσαν πρόκειται για διαφορετική σχολή κρασιού από τα προηγούμενα. Μία προσέγγιση κάπως πιο τεχνολογική χωρίς όμως αυτό να είναι αρνητικό αφού με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται πως η Ελλάδα παράγει κρασιά που μπορούν να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα!
Για το κλείσιμο είχα προβλέψει ένα γλυκό κρασί από την Σαντορίνη. Όχι ένα Vinsanto όπως συνηθίζεται αλλά ένα γλυκό από κόκκινα σταφύλια της ποικιλίας Βουδόματο. Η πρώτη εντύπωση που έδινε στην μύτη ήτανε αρνητική λόγω της ανεβασμένης πτητικής οξύτητας αλλά ο μεγάλος του αρωματικός πλούτος το βοηθούσε να κερδίσει πόντους αφού του έδινε μία πολύ ενδιαφέρουσα πολυπλοκότητα. Στο στόμα κυριαρχούσε το γλυκό μια και η πολύ μεγάλη του οξύτητα δεν έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της παρά μόνο στο τέλος όπου και του προσέδιδε μία πολύ ωραία επίγευση πολύ μεγάλης διάρκειας. Από εκεί και πέρα οι γνώμες ήταν διχασμένες και δεδομένου πως κανείς από μας δεν είναι μεγάλος φαν των γλυκών κρασιών επιστρέψαμε στα ξηρά ξαναδοκιμάζοντας ο καθένας αυτό που του άρεσε περισσότερο!
Στο τέλος της δοκιμής, οι πάντες ήταν καταευχαριστημένοι και δεν σταμάτησαν να με ευχαριστούν και να μου λεν το πόσο εντυπωσιάστηκαν με τους ελληνικούς αυτούς θησαυρούς! Ένα ακόμη δείγμα του ότι αν δοθεί η κατάλληλη προσοχή στις Ελληνικές ποικιλίες και δουλευτούν όπως πρέπει, η χώρα μας δεν έχει να φοβάται τίποτα αφού μπορεί να παράγει οίνους με ξεχωριστό χαρακτήρα. Κρασιά των οποίων όμοια δεν βρίσκουμε σε καμία άλλη γωνιά της γης και οι απανταχού οινόφιλοι θα ψάχνουν με λαχτάρα να τα προσθέσουν στην συλλογή τους!



*Σύμφωνα με μερικούς παλιούς Γάλλους οινολάτρες το καραφάρω είναι βάρβαρο ρήμα και είναι προτιμότερο να λέμε το βάζω σε καράφα. Ακούγεται πιο φιλικό προς το κρασί!