Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξινόμαυρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξινόμαυρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Δοκιμές με το φρένο πατημένο

Τον τελευταίο καιρό, όποτε βρισκόμαστε με παρέα οι φιάλες ανοίγουν σωρηδόν η μία πίσω από την άλλη. Πολλές φορές φτάνουμε σε τέτοιο βαθμό που υπάρχουν ετικέτες τις οποίες ανακαλύπτουμε στις φωτογραφίες της επόμενης ημέρας και δεν τις έχουμε δοκιμάσει καθόλου! Ο ενθουσιασμός του καθένα από εμάς να μοιραστεί τις φιάλες του με τους υπόλοιπους είναι πολύ μεγάλος και τελικά φτάνουμε να τις ανοίγουμε για το τίποτα αφού ακόμη και όταν δοκιμάζονται χάνονται σε έναν πανικό γεύσεων που μας κατακλύζουν από παντού. Μην ξεχνάμε πως όποτε ανοίγουμε φιάλες υπάρχει πάντα και η κατάλληλη συνοδεία αλλαντικών, τυριών και λοιπών μεζέδων και φυσικά ούτε εκεί αποφεύγουμε την υπερβολή. Για τυφλή δοκιμή ούτε λόγος πλέον...

Το πως και το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά δεν ξέρω αν χρειάζεται να τα  αναλύσω. Απλά ξέρω σίγουρα πως όποτε αυτό δεν συμβαίνει και έχουμε την ευκαιρία να βάλουμε κάτω τρία-τέσσερα κρασάκια και να τα πιούμε με ηρεμία, τότε το ευχαριστιόμαστε πραγματικά! Έτσι έγινε και πριν λίγες μέρες ένα ωραίο αυγουστιάτικο βράδυ. Λίγες αλλά πολύ συγκεκριμένες φιάλες, διαλεχτά και μετρημένα μεζεδάκια και πάνω απ'όλα ηρεμία στο πνεύμα, συνέβαλαν στο να απολαύσουμε με το παραπάνω οτιδήποτε βρέθηκε στο τραπέζι μας.

Προετοιμάζοντας τους ουρανίσκους μας δοκιμάσαμε ένα ροζέ ημιαφρώδες από την Σλοβενία, φτιαγμένο από τον εξαίρετο μερακλή φίλο μου τον Μαρίνκο Πίνταρ. Θυμίζω πως ο Μαρίνκο είναι ένας αειθαλής εβδομηντάρης ο οποίος καταπιάνεται ερασιτεχνικά με την παρασκευή κρασιού, τυριών και αλλαντικών με εξαιρετική πάντα επιτυχία! Στην οινοποίηση τα καταφέρνει μάλλον καλύτερα με τα λευκά αλλά και το ροζέ του σίγουρα δεν πήγαινε πίσω. Διακριτικό στη μύτη, με λεπτά βοτανικά αρώματα, δροσιστικό στο στόμα με τις φυσαλίδες να γαργαλάνε πολύ ευχάριστα τον ουρανίσκο και πολύ καλή ισορροπία οξύτητας - γλυκύτητας. Ένα πολύ αντιπροσωπευτικό δείγμα καλοφτιαγμένου "φυσικού" κρασιού που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από επαγγελματικές οινοποιήσεις αντίστοιχης φιλοσοφίας. Μην ξεχνάμε πως ο Μαρίνκο συναναστρέφεται με κάποια από τα μεγαλύτερα ονόματα του συγκεκριμένου χώρου όπως οι Grauner, Radikon και Damijen αλλά και πως η ευρύτερη περιοχή της Goriska Brda κατακλύζεται από οίνους της συγκεκριμένης τεχνοτροπίας.

Ακολούθησε ένα ακόμη πιο extreme κρασί το οποίο μας ενθουσίασε με την μοναδικότητα των αρωμάτων του. Η ποικιλία ήταν Chenin Blanc και παραγωγός το Domaine "La coulee d'ambrosia". Απ'ότι διαβάζω στο μπλογκ του παραγωγού το "Le jardin de Chiron" περνάει 36 μήνες στο βαρέλι χωρίς να απογεμίζεται! Πολύ εκφραστικό με βοτανικά αρώματα που μας παίδεψαν πολύ μέχρι να τα ταυτοποιήσουμε αν και τελικά δεν συμφωνήσαμε σε κάτι. Κρασί εντελώς εκτός κανόνων που μας κέρδισε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.

Παραφωνία της βραδιάς το αμέσως επόμενο λευκό που ήταν τελείως άψυχο και απόλυτα αδιάφορο, ειδικά μετά από ένα ξεκίνημα με τόσο ξεχωριστά κρασιά. Έτσι περάσαμε σε ένα Pinot Noir από την Αλσατία που ήταν απλά καλό χωρίς να συγκινεί ιδιαίτερα και μάλλον και αυτό πέρασε στα ψιλά της βραδιάς.

Η κακή παρένθεση έκλεισε με το Faugeres 2009 του Leon Barral. Ενός από τους πιο διάσημους αλλά και αμφιλεγόμενους βιοδυναμιστές παραγωγούς του γαλλικού νότου. Αρχικά είχα κι εγώ τις επιφυλάξεις μου αφού παλαιότερες εμπειρίες μου με το κρασί αυτό μου έφερναν στο μυαλό έντονα ζωικά χαρακτηριστικά που υπερκάλυπταν οτιδήποτε άλλο. Τελικά έπεσα αρκετά έξω αφού σε πολύ λίγη ώρα ο ζωικός χαρακτήρας έγινε πολύ πιο ανάλαφρος και αρώματα φρούτων αλλά και μαύρης ελιάς έκαναν την εμφάνισή τους προσδίδοντας μεγάλη πολυπλοκότητα στο συγκεκριμένο κρασί. Πολύ καλά ισορροπημένο στο στόμα ταίριαξε άψογα με τα μεζεδάκια στο τραπέζι και ανέβασε την δοκιμή μας ένα επίπεδο ψηλότερα!

Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε να δοκιμάσουμε κάποιο Ξινόμαυρο ξεκινώντας με τον Πήγασο 2007 του Μαρκοβίτη. Ένα κρασί που ως γνωστών είναι υψηλού επιπέδου και στάθηκε επάξια δίπλα στο Faugeres. Παράλληλα, το selection clonale του 2006 από Ξινομαυρο των κλώνων V3-V6 επιβεβαίωσε τις τρομερές δυνατότητες της ποικιλίας ακόμη και σε δύσκολες χρονιές καθώς μας εντυπωσίασε με την πολυπλοκότητα και το αρωματικό του βάθος.

Τελευταίο κόκκινο της βραδιάς ένα Barbaresco του 2005 από τους Produttori di Barbaresco και από το αμπελοτοπωνύμιο montestefano. Στη μύτη παρουσίαζε αρκετό ενδιαφέρον με ωραίο παιχνίδι μαύρης σοκολάτας και κόκκινων φρούτων ενώ στο στόμα η οξύτητα ήταν αρμονικά δεμένη με τις τανίνες. Παρόλα αυτά όμως δεν μας ενθουσίασε όσο θα περιμέναμε αφού αφενός είχαν προηγηθεί κρασιά με περισσότερη ζωντάνια και δυναμικότητα και αφετέρου η βραδιά πλησίαζε στο τέλος της και η κούραση άρχιζε να φανερώνει τα σημάδια της.

Έτσι αποφασίσαμε να κλείσουμε την δοκιμή με ένα λευκό επιστρέφοντας στην Σλοβενία και την Goriska Brda. Ένα Tokaj του 2007 από την οινοποιία Klinec με εντυπωσιακή αρωματική πολυπλοκότητα και συνεχής εξέλιξη στο ποτήρι. Σε αυτό σίγουρα συνέβαλαν τα δύο χρόνια παραμονή με τις οινολάσπες σε βαρέλι ακακίας αλλά και η πολύ ελάχιστη θείωση που το βοήθησε να κρατήσει την καθαρότητα των αρωμάτων του. Ένα ακόμη κρασί πολύ υψηλού επιπέδου με τις απίθανες οξύτητες του να είναι το δυνατότερο σημείο του!

Κάπως έτσι κύλησε μία από τις ωραιότερες φετινές καλοκαιρινές βραδιές η οποία μάλιστα μας έδειξε και τον δρόμο για να απολαύσουμε και τις επόμενες: χαλαρότητα, υπομονή και καλή διάθεση. Όλα τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους...


Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Μίνι-τυφλή Ξινόμαυρου

Η τελευταία φορά που βρεθήκαμε για γευσιγνωσία ήταν ένα κολασμένο τσιμπούσι εξπρές. Πάνω από είκοσι φιάλες και άλλα τόσα πιάτα με διάφορους μεζέδες θυσιάστηκαν στο βωμό της βιασύνης και της λαιμαργίας μας. Φιάλες ξεταπώνονταν δεξιά και αριστερά, κάθε ένας έπινε άλλο κρασί, κάθε ένας μιλούσε για διαφορετικό θέμα και όλοι μαζί χλαπακιάζαμε ανελέητα! Λίγο το ότι είχαμε καιρό να βρεθούμε όλοι μαζί, λίγο το ότι αργήσαμε να ξεκινήσουμε και μας έπιασε πείνα, λίγο το ότι ήταν πολλά τα κρασιά και κάθε ένας ανυπομονούσε να ανοίξει κάτι διαφορετικό και δοκιμή της προκοπής δεν έγινε.

Αυτά που μου έμειναν από τότε -για διαφορετικούς λόγους- ήταν τα δύο ερυθρά από το Roussillon, ένα "φυσικό", πολύ ισορροπημένο Carignan Grenache και ένα πολύ θερμό Grenache - Mourvedre - Syrah. Γενικά είχαμε ένα θέμα με τα "καμμένα" κρασιά εκείνο το βράδυ. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα υπερώριμου, υπερ-εκχυλισμένου, υπερ-σακατεμένου Syrah από την Δράμα. Έμοιαζε με μεγάλο καλιφορνέζικο αλλά χωρίς το θηριώδες φρούτο ...κακή απομίμηση. Στο άλλο άκρο πάλι ήπιαμε και ένα Syrah από αμπέλια τόσο μεγάλων αποδόσεων που η μύτη από πολύ αγουρίλα θύμιζε ξεριζωμένο λαχανόκηπο! Και αυτό από βόρεια Ελλάδα αλλά από πιο ερασιτεχνική εμφιάλωση σε σχέση με το αλκοολούχο σιρόπι από εκχύλισμα σταφυλιού που ήταν από διασημότατους επαγγελματίες.

Το περασμένο σαββατοκύριακο όμως η ηρεμία επέστρεψε. Αρκετές οι ελλείψεις των "βασικών" αλλά η διάθεση καλή και ο χώρος πανέμορφος. Βγάλαμε θεματολογία, καθίσαμε μετά από καιρό ήρεμα ήρεμα στο τραπέζι και δοκιμάσαμε τυφλά μερικά Ξινόμαυρα συνοδεία αντίστοιχων μεζέδων.

Ξεκινήσαμε με κάτι πολύ διακριτικό. Ένα κρασί με ελαφρύ κόκκινο χρώμα και πολύ λεπτή μύτη η οποία με την ώρα άνοιγε και έβγαζε ολοκάθαρα αρώματα μικρών κόκκινων φρούτων. Στο στόμα η οξύτητα ήταν εξαιρετικά δεμένη με το σύνολο όπως επίσης και οι βελούδινες τανίνες του. Καταπληκτικά επίσης και τα αρώματα που έμεναν στο ποτήρι όταν αυτό άδειαζε. Ήταν ένα Pinot Noir 2006 από την Βουργουνδία αφού όπως πάντα στις δοκιμές Ξινομαύρων είναι καλοδεχούμενα και τα "ξαδερφάκια" τους.

Πιο συγκεκριμένα, ήταν ένα Hautes Cotes de Nuits* από το Domaine Henry et Gilles Remoriquet. Ένα μικρο οινοποιείο του Nuit Saint Georges με πολύ σεβασμό στο φρούτο και πολύ δουλειά στου αμπελώνες. Το 2006 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την Βουργουνδία με πολλές βροχές τον μήνα του τρύγου και λίγοι παραγωγοί κατάφεραν να κάνουν κρασιά χωρίς αιχμηρές οξύτητες. Το Hautes Cotes των αδελφών Remoriquet ήταν ένα από αυτά τα δείγματα επιτυχίας που κάνουν τους καλούς αμπελουργούς να ξεχωρίζουν.

Τα ξινόμαυρα έκαναν ντεμπούτο με την δεύτερη φιάλη της σειράς η οποία πρόδιδε κάτι αρκετά παλαιωμένο που είχε εδώ και λίγο καιρό αρχίσει να παίρνει τον κατήφορο. Παρόλα αυτά κρατούσε ακόμη το νεύρο στο στόμα ενώ στο τελείωμα άφηνε κάποια ενδιαφέροντα γήινα αρώματα αλλά σε μικρή διάρκεια. Ήταν ένα Grande Reserve 1998 του Μπουτάρη με άγνωστες συνθήκες συντήρησης προτού πέσει στα χέρια μας αλλά μάλλον κάπως ταλαιπωρημένο.

Ακολούθησε ένα κόκκινο με έντονο ζωικό χαρακτήρα που με την ώρα όμως υποχωρούσε και έδινε την θέση του σε πιο φρουτώδη αρώματα. Στο στόμα έβγαζε μία όχι και τόσο ευχάριστη μεταλλικότητα και γενικά χαρακτηρίζονταν από μεγάλη αστάθεια. Ήταν ένα νεαρό Ξινόμαυρο του 2011 δείγμα δεξαμενής.

Το επόμενο της σειράς δοκιμάζονταν σε πρώτη φάση πολύ αναγωγικό και αποφασίσαμε να το βάλουμε για λίγο σε καράφα. Όταν το ξαναδοκιμάσαμε μαζί με τα αναγωγικά αρώματα έφυγαν και όλα τα υπόλοιπα και το κρασί είχε μείνει κάπως άδειο. Στο στόμα ήταν αρκετά υδαρές με αδύναμο τελείωμα. Ήταν ένα Ξινόμαυρο του 2004 από το Μαντέμι της Νάουσας όταν εκεί οινοποιούσαν ακόμη οι παλιές φρουρές και τα σπουδαία δεν είχα ακόμη έρθει...

Η συνέχεια ήταν γεμάτη ..βανίλια! Βανίλια στην μύτη, στο στόμα, στην επίγευση. Μόλις άρχισε να χάνεται η βανίλια έβγαινε μία αγουρίλα. Αρώματα πολύ "πράσινα" που μας έκαναν να θέλουμε πίσω την βανίλια! Στο στόμα το μόνο σημείο που νοιώσαμε το κρασί ήταν στο άγαρμπο πίκρισμα του τελειώματος και πουθενά αλλού. Το "σύμπαν" του 2008 είναι ένα χαρμάνι βασισμένο σε Ξινόμαυρο που μάλλον θα μπορούσε να τα πάει και καλύτερα.

Με τόση βανίλια δεχτήκαμε με ανακούφιση τα πικάντικα, ζωικά αρώματα του επόμενου κρασιού αν και στην συνέχεια και αυτά αποδείχθηκαν κάπως μονότονα. Στο στόμα η ζόρικες τανίνες εξισορροπούνταν από την πολύ καλή οξύτητα αλλά το όλο σύνολο έμοιαζε να χρειάζεται ένα κατιτίς παραπάνω. Σίγουρα όμως ο Πήγασος του 2008 έχει ακόμη δρόμο μπροστά του και περιμένουμε να δούμε την εξέλιξή του.

Αυτή η εξέλιξή άλλωστε φαίνεται και στην αμέσως προηγούμενη χρονιά με τον Πήγασο του 2007 να είναι λίγο πιο έντονος αρωματικά και πολύ πιο δεμένος στο στόμα. Αν και πιο σφιχτός τανικά ήταν πιο αρμονικός από το προηγούμενο ενώ είχε σαφώς καλύτερη εξέλιξη στο ποτήρι όσο περνούσε η ώρα και ήτανε μάλλον από τα καλύτερα της βραδιάς.

Τελειώσαμε με ένα ξινόμαυρο στο οποίο επικρατούσε έντονο το αλκοόλ και ήταν αρκετά δύσκολο να διακρίνει κανείς άλλου είδους αρώματα. Στο στόμα ήταν αρκετά καλύτερο χωρίς όμως το σύνολο να μπορεί να ξεφύγει από την μετριότητα. Πρόκειται για εκπαιδευτική εμφιάλωση της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής και κρίνοντας το σαν μία τέτοια προσπάθεια θα λέγαμε πως οι μαθητές τελικά δεν τα πήγαν και τόσο άσχημα.

Μη ικανοποιημένοι από τα όσα δοκιμάσαμε αφού λίγα κρασιά σταθήκαν καλά και έχοντας αφαιρέσει ένα κρασί λόγω οσμών φελλού αποφασίσαμε να ανοίξουμε δύο έξτρα φιάλες. Για κακή μας τύχη όμως η μία από της δύο αυτές φιάλες είχε επίσης πρόβλημα φελλού και έτσι μείναμε μόνο με το Γιαννακοχώρι 2001 του Κυρ-Γιάννη. Για το συγκεκριμένο είχαμε αρκετά μεγάλες προσδοκίες αλλά μάλλον συνθήκες συντήρησής του όλα αυτά τα χρόνια το έκαναν να δοκιμάζετε αρκετά κουρασμένο. Η μύτη είχε αρχίσει από καιρό να παίρνει την κάτω βόλτα ενώ το στόμα στέκονταν κάπως καλύτερα χωρίς όμως να είναι κάτι το πραγματικά σπουδαίο.

Κλείνοντας θα έλεγα πως αδιαμφισβήτητα έχουμε κάνει και πολύ καλύτερες δοκιμές και μάλλον έχει αρχίσει να μας πιάνει λίγο το σύνδρομο "κρατάμε τα καλά για αργότερα", ένα αργότερα που δεν έρχεται ποτέ! Όπως και να 'χει πάντως, για μία ακόμη φορά το διασκεδάσαμε, κάναμε ενδιαφέρουσες συζητήσεις και βγάλαμε ακόμη πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Και εις άλλα με υγεία!


*Hautes Cotes de Nuits: Στην ουσία "Ψηλές Πλαγιές" της περιοχής του Nuits St Georges βόρεια της Beaune. Στην ιεραρχία των κρασιών της Βουργουνδίας είναι μία κατηγορία επάνω από τις απλές Βουργουνδίες και μία κατηγορία πριν τα "Village".


Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Καθέτως, οριζοντίως ...και πλαγίως: Νάουσες

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος μαζευτήκαμε στην ταβέρνα Χάραμα στο Αρκοχώρι για μία δοκιμή κρασιών διαφόρων ποικιλιών και προελεύσεων με επίκεντρο πάντα το Ξινόμαυρο. Φέρνουμε δηλαδή τις δύο τρέχουσες χρονιές Ξινόμαυρου Νάουσας που κυκλοφορούν στην αγορά, μερικά παλαιωμένα Ξινόμαυρα και συμπληρώνουμε με ότι άλλο αρπάξουμε από την κάβα μας. Συνήθως υπάρχει και ένα πολύ καλό Αγιωργίτικο αλλά και καλά κρασιά του εξωτερικού ώστε ο ανταγωνισμός να είναι σκληρός.

Η γευσιγνωσία γίνεται κατά την διάρκεια γεύματος. Πρωτού περάσουμε στην δοκιμή του κάθε κρασιού κάνουμε μία σύντομη παρουσίαση όλων των παραγόντων που συνετέλεσαν στην δημιουργία του. Αυτό συμπεριλαμβάνει, τα εδαφικά και ποικιλιακά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά της χρονιάς και τον τρόπο οινοποίησης. Αφού δοκιμαστεί το κάθε κρασί όλοι οι παρευρισκόμενοι εκφράζουν την γνώμη τους πάνω σε αυτό. Όταν όλοι έχουν πει την άποψή τους δίνεται από τον καθένα μία βαθμολογία από την οποία βγαίνει στο τέλος ένας μέσος όρος. Πολλά από αυτά που δοκιμάζουμε τα ξαναδοκιμάζουμε την επόμενη ημέρα για να δούμε την εξέλιξή τους. Πέρα από το κλασσικό team των πέντε του μπλογκ, στην δοκιμή συμμετείχαν και δύο Γιώργηδες. Ο πρώτος είναι οινολόγος και οινοπαραγωγός στην Νάουσα και ο δεύτερος εμπορεύεται μεσογειακά κρασιά και προϊόντα γαστρονομίας στο Παρίσι.

Ξεκινήσαμε με την Νάουσα 2009 του Διαμαντάκου το οποίο σε πρώτη φάση ήταν έντονα εκφραστικό αλλά πολύ γρήγορα έκλεινε και γίνονταν αρκετά ουδέτερο αρωματικά. Στο στόμα έδειχνε πως οι τανίνες έχουν αρχίσει να ισορροπούν με την οξύτητα αλλά θέλει ακόμη χρόνο στην φιάλη ώστε να δώσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο. Να υπενθυμίσω πως το 2009 ήταν μία χρονιά που χαρακτηρίζεται σχετικά ψυχρή.

Ο Παλιοκαλιάς του 2009 ήταν σχετικά κλειστός αρωματικά αφού πριν ανοιχτεί υπέστη μία απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας του. Στο στόμα πάντως διατηρούσε μία εξαιρετική ορυκτή φρεσκάδα συνδυασμού των κλιματικών συνθηκών και των εδαφών από όπου προέρχεται. Την επόμενη μέρα πάντως, κατά γενική ομολογία όλων, δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα.

Κλείσαμε τα 2009 με το Γη και Ουρανός το οποίο είχε πολύ καλή αρωματική ένταση και διάρκεια με αρώματα κέδρου και γλυκού κερασιού. Στο στόμα ήταν εξίσου δυναμικό αλλά σίγουρα θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη αρκετό καιρό ώστε να το απολαύσουμε στα καλύτερα του. Μέχρι τότε ποιος το βρίσκει όμως...

Ανεβαίνοντας μία χρονιά επάνω περάσαμε στην Νάουσα 2010 του Διαμαντάκου το οποίο ήταν δείγμα από το χαρμάνι που βρίσκεται αυτήν στιγμή στην δεξαμενή. Αρωματικά είχε καλύτερη αρωματική διάρκεια από αυτό του '09 ενώ το στόμα έδινε μία αέρινη αίσθηση που τελείωνε αφήνοντας πολύ καλή επίγευση. Υπενθυμίζω πως το 2010 ήταν μία δύσκολη χρονιά με πολύ ξηρασία τον Αύγουστο και ατέλειωτες βροχές από τα τέλη Σεπτέμβρη έως τα τέλη Οκτώβρη.

Το Γη και Ουρανός του 2010 ήταν πιο απαλό αρωματικά σε σχέση με αυτό του '09 αλλά εξίσου δυναμικό και διαρκές στο στόμα. Προσωπικά βρήκα τα αρώματα του πιο πολύπλοκα από αυτά της προηγούμενης χρονιάς και ανυπομονώ να το ξαναδοκιμάσουμε τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι!

Συνοψίζοντας τις δύο πρώτες χρονιές που δοκιμάσαμε θα πρέπει να πούμε πως ήταν δύο δύσκολες χρονιές - η κάθε μία για διαφορετικό λόγο- και είναι δύο χρονιές που θα παρουσιάσουν μεγάλο ενδιαφέρον στο μέλλον. Είναι επίσης χρονιές στις οποίες θα φανεί η μαγκιά του κάθε παραγωγού και το πόσο καλά μπορεί να αντιπαλέψει τις δύσκολες συνθήκες. Κατά κάποιο τρόπο, τέτοιου είδους χρονιές είναι και αυτές οι οποίες θα δείξουν ποιοι θα είναι αυτοί που θα συνεχίσουν ψηλά στα χρονιά που έρχονται και ποιοι θα χαθούν στην αφάνεια...

Τα κρασιά της βραδιάς
Ακολούθησε το 2006 του Διαμαντάκου το οποίο εμφάνιζε μεγάλη αρωματική πολυπλοκότητα και θύμιζε από κράνο μέχρι τρούφα ενώ υπήρχαν και πολύ όμορφες νύξεις από άνθη βιολέτας που το έκαναν να θυμίζει Pinot Noir της βουργουνδίας. Παρόλα αυτά η διάρκεια αυτών των αρωμάτων δεν ήταν μεγάλη και το ίδιο συνέβαινε και με την διάρκεια της επίγευσης. Το στόμα ήταν επίσης κοντό και μετά από αυτά που συζητήσαμε με τον παραγωγό αλλά και από αυτά που έχουμε συμπεράνει δοκιμάζοντας το κρασί σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα φαίνεται καθαρά πως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της περιοχής. Δίνει δηλαδή ξινόμαυρα που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά φίνα αρωματικά και εύκολα να καταναλωθούν νέα σε σχέση με άλλα κρασιά της ίδιας ποικιλίας. Στερούνται όμως του μεγάλου δυναμικού παλαίωσης που χαρακτηρίζει την ποικιλία. Ένα ακόμη στοιχείο όμως που θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας είναι πως το 2006 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την περιοχή της Νάουσας με αρκετές βροχές και χαμηλές θερμοκρασίες. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι από τις πρώτες χρονιές που ο παραγωγός ανέλαβε εξ ολοκλήρου την οινοποίηση και έχει ακόμη μπροστά του δρόμο μέχρι να τελειοποιήσει την τεχνική και τις μεθόδους του.

Τρεις χρονιές παρακάτω, το Γη και Ουρανός του 2003 ήταν αρωματικά μέχρι τώρα το πιο γήινο της δοκιμής χωρίς να έχει χάσει όμως πολύ από το φρούτο του. Στο στόμα η οξύτητες ήταν ακόμη σε εξαιρετικά επίπεδα και οι τανίνες έδειχναν πως χρόνο με το χρόνο λιώνουν αργά αλλά σταθερά. Η πρώτη εμφιάλωση του παραγωγού κάθε φορά που την δοκιμάζουμε επιβεβαιώνει την ρήση "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται"!

Ακολούθησε η Ράμνιστα του 2000. Χρονιά αγαπημένη για το κρασί αυτό αφού στην Γαλλία το είχα παρουσιάσει σε αρκετές δοκιμές σαν αιχμή του δόρατος του ελληνικού κρασιού με μεγάλη επιτυχία. Στην μύτη αρχικά έβγαζε ωραία αρώματα ντομάτας με γήινες νότες τρούφας. Γρήγορα όμως άρχισε να πέφτει και να εμφανίζει σημάδια κούρασης. Το στόμα ήταν πολύ πιο κάτω από τις προσδοκίες αλλά και από αυτό που φανέρωνε η μύτη. Ασύνδετο, με σφιχτό και δύσκολο τελείωμα έδειχνε πως κάτι δεν είχε πάει καλά. Πιθανότατα αυτό να συνέβη γιατί σε κάποια στάδιο της ζωής της φιάλης υπήρξαν κακές συνθήκες συντήρησης. Δυστυχώς αυτό είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει σε αρκετά κρασιά και ειδικά σε παλαιωμένα των οποίων την διαδρομή μέχρι το τραπέζι μας αγνοούμε. Αναρωτιέμαι πόσα χέρια να είχε αλλάξει άραγε αυτή η Ράμνιστα προτού να φτάσει στο ποτήρι μας...

Στην ίδια χρονιά δοκιμάστηκε επίσης και ο Πήγασος του Μαρκοβίτη. Στην αρχή η μύτη ήταν ελαφρώς αναγωγική αλλά γρήγορα άρχισε να δείχνει έναν πιο καθαρό χαρακτήρα που είχε αντέξει πάρα πολύ καλά το πέρασμα του χρόνου. Στο στόμα διατηρούσε ακόμη την ζωντάνια του και τον δυναμισμό του ενώ οι τανίνες του ωριμάζουν αργά αργά δίνοντας του την προοπτική να κρατηθεί στο επίπεδο αυτό για τουλάχιστον πέντε ακόμη χρόνια.

Η "διαγώνια" δοκιμή των Ξινομαύρων της Νάουσας έκλεισε με αυτήν του Μελιτζανή του 1995 αλλά δυστυχώς το κρασί αυτό δεν είχε κρατήσει στο χρόνο. Όταν ανοίχτηκε δοκιμάζονταν ακόμη αρκετά καλά αλλά η πολύ ζέστη σε συνδυασμό με την μεταφορά του μέχρι το Αρκοχώρι το αποτελείωσαν. Για αυτό λοιπόν είναι καλό να μην πολυ-ταλαιπωρούμε τις παλιές φιάλες, να τις δοκιμάζουμε επί τόπου, να αποφεύγουμε τις πολλές αλλαγές κλίσης και τις πολλές μετακινήσεις γενικότερα...

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος των δοκιμών μας. Το ξινόμαυρο επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά πως είναι μία ποικιλία η οποία επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους παράγοντες που συντελούν στην δημιουργία του. Κάθε χρονιά δίνει πολύ έντονο το στίγμα της, κάθε παραγωγός αποτυπώνει το στυλ του και κάθε αμπελοτεμάχιο φανερώνει ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Έτσι, η Νάουσα με το Ξινόμαυρο παρουσιάζει μία πολυ μεγάλη ποικιλομορφία που την κατατάσσει στην λίστα με τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του οινικού κόσμου!

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε όλα τα υπόλοιπα κόκκινα αλλά και μερικά λευκά από διάφορα μέρη του κόσμου...

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Καθέτως, οριζοντίως, ...ακόμη και πλαγίως: Τα παλαιωμένα

Αφού είχαμε φτάσει ήδη περίπου στα μισά του δρόμου κάναμε ένα διαλειμματάκι προτού περάσουμε στο δεύτερο μέρος των δοκιμών μας όπου θα συνεχίζαμε με παλαιότερες εσοδείες Ξινόμαυρου και μερικά ακόμη κρασιά.

Ξεκινήσαμε το δεύτερο μέρος με τον Πήγασο 2003 του Μαρκοβίτη τον οποίο έχουμε δοκιμάσει πάμπολλες φορές και το τελευταίο διάστημα χαρακτηρίζεται από αστάθεια. Έτσι και το Σάββατο αυτό δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες μας και ήταν κατώτερος από αυτό που γνωρίζουμε. Το στόμα βέβαια ήταν και πάλι ευχάριστο και ισορροπημένο αλλά η μύτη ήταν αρκετά κουρασμένη και αυτό έβγαινε και στην επίγευση αφήνοντας άσχημη εντύπωση. Τα σκαμπανεβάσματα αυτά αποτελούν ερωτηματικό ακόμη και για τον ίδιο τον οινοπαραγωγό αφού το συγκεκριμένο κρασί δοκιμάζονταν σταθερά καλά μέχρι και πριν λίγους μήνες.

Το 2003 του Θυμιόπουλου, από μία παρτίδα που δεν είχε καταφέρει να γίνει Γη και Ουρανός, ήταν κάπως κλειστό στην μύτη αλλά άνοιγε δειλά δειλά. Το στόμα όμως ήταν καταπληκτικό. Έμοιαζε πολύ νεαρότερο από την ηλικία του και είχε μία τρομερή μεταλλικότητα που του έδινε μοναδική φρεσκάδα. Από τις μεγάλες εκπλήξεις της βραδιάς!

Ο Πήγασος του 2001 χαρακτηρίζονταν από φινέτσα, πολύ καλή τανική δομή και διάρκεια στο στόμα. Προσωπικά, από τις ουκ ολίγες φορές που έχω δοκιμάσει το κρασί αυτό, πιστεύω πως την φορά αυτήν δοκιμάζονταν καλύτερα από κάθε άλλη.

Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τον Πήγασο του 2000. Εξαιρετικό κρασί που σε κάθε δοκιμή έπιανε υψηλά στάνταρ, αυτήν την φορά έμοιαζε πεθαμένο και απομακρύνθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τα ποτήρια μας. Προφανώς κάτι δεν πήγαινε καλά με την συγκεκριμένη φιάλη.

Σπάζοντας λίγο το "κατεστημένο" των Ξινομαύρων, ενδιάμεσα δοκιμάσαμε και μία Νεμέα Reserve 1998 του Παρπαρούση. Η μύτη ήταν λίγο βαριά αρχικά αλλά στην συνέχεια βελτιώνονταν αισθητά. Το ιδανικό θα ήταν να την βάζαμε σε καράφα αλλά αν το κάναμε αυτό για όλα τα κρασιά που χρειάζονταν καράφα εκείνο το βράδυ, θα γεμίζαμε καράφες και θα ήταν πολύ δύσκολο να ρυθμίσουμε τις θερμοκρασίες. Βολευτήκαμε λοιπόν με τον αερισμό στο ποτήρι μας και παρά τα τερτίπια της μύτης, το στόμα ήταν εξαιρετικό. Οι τανίνες ήταν αρμονικά δεμένες με την οξύτητα και η επίγευση ήταν ατελείωτη. Να λοιπόν που ένα Αγιωργίτικο ήταν από τα κορυφαία τις βραδιάς και φτιαγμένο από έναν Πατρινό οινοπαραγωγό, ήρθε και πούλησε τσαμπουκά μέσα στην Νάουσα!

Επιστρέψαμε στα Ξινόμαυρα και από εκείνο το σημείο και μετά, ουσιαστικά κάναμε κάθετη του κτήματος Μαρκοβίτη. Ο Πήγασος του 1997 ήταν αρκετά κουρασμένος και παρόλο που κρατούσε ακόμη λίγη ζωντάνια στο στόμα, έσβηνε απότομα και δεν ικανοποιούσε.

Έντεκα χρονιές πιο πίσω, στο 1986, το ίδιο κρασί μάγεψε και τους επτά παρευρισκομένους. Η μύτη δεν είχε ίχνος οξείδωσης αλλά ένα φοβερό φρούτο με κυρίαρχο το κράνο. Το στόμα ήταν ακούραστο και δυναμικό με λαχταριστή επίγευση και ήταν η αποθέωση του Ξινόμαυρου της Ναούσης και μία ατράνταχτη απόδειξη πως όταν μιλάμε για Ξινόμαυρο Ναούσης μιλάμε για κρασιά που δεν φοβούνται τον χρόνο. Να σημειώσω πως η φιάλη αυτή ήταν η δεύτερη που ανοίχτηκε διότι η πρώτη είχε πρόβλημα φελλού. Ευτυχώς ο παραγωγός είχε την έμπνευση να φέρει δύο φιάλες και έτσι δεν στερηθήκαμε μία τόσο μεγάλη συγκίνηση.

Οι παραπάνω απόψεις σχετικά με την Νάουσα και την παλαίωση επιβεβαιώθηκαν με μία ακόμη παλαιά φιάλη του ίδιου παραγωγού, αυτήν την φορά από το 1982. Με τρομερά φίνο και καθαρό άρωμα και στόμα που κρατούσε ακόμη σε καλό επίπεδο, δεν έφτανε αυτό του 1986 αλλά ήταν επίσης ένα τρομερό κρασί που η δοκιμή του αποτελούσε εμπειρία για όλους μας.

Κλείσαμε την κάθετη του Πήγασου με το 1981 το οποίο δεν ήταν τόσο καθαρό αρωματικά όσο τα δύο προηγούμενα αλλά δεν έπαυε να στέκεται αξιοπρεπώς στο ποτήρι μας παρά τα τριάντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τον τρυγητό του.

Πρωτού περάσουμε στα γλυκά για να κλείσουμε την βραδιά, δοκιμάσαμε δύο ακόμη νεαρότερα κόκκινα τα οποία όμως μετά από όλα αυτά τα διαμάντια που δοκιμάσαμε νωρίτερα αδικήθηκαν και δεν μπόρεσαν να κριθούν δίκαια.

To πρώτο από το Clos Ouvert και την ποικιλία Pais είναι ένα εξαιρετικό κρασί από την Χιλή και για μένα προσωπικά είναι ότι καλύτερο έχω δοκιμάσει από αυτήν την χώρα και ίσως από όλο τον νέο κόσμο. Δυστυχώς την βραδιά εκείνη δεν κατάφερα να το εκτιμήσω όπως θα έπρεπε και προτίμησα να μείνω στις εμπειρίες που είχα αποκομίσει στην πρώτη μου γνωριμία με την συγκεκριμένη ετικέτα πριν δύο χρόνια.

Το ίδιο ισχύει και για το Nebbiolo του Palissero που μετά από όλα τα προηγούμενα δεν μπορούσε να δείξει και πολλά πράγματα και έτσι δεν κρίθηκε.

Φτάνοντας στα γλυκά, έξι μέρες μετά την δοκιμή Ρίσλιγκ που κάναμε, το ξαναφέραμε στο προσκήνιο δοκιμάζοντας αυτήν την φορά ένα Beerenauslese 2010 από το estate Rosenbaum. Εκφραστικότατο με έντονα αρώματα λεμονανθών και άλλων εσπεριδοειδών και μία εντυπωσιακή μάχη σακχάρων-οξύτητας που δημιουργούσε έκρηξη γεύσεων στο στόμα. Μάλλον δεν θα πάψουμε να δοκιμάζουμε Ρίσλιγκ φέτος το καλοκαίρι!

Για το τελείωμα είχαμε αφήσει δύο γλυκά από τον συνεταιρισμό της Σάμου. To Samos Nektar 2006 και το Samos Anthemis 2004. Το πρώτο έβγαζε πολύ έντονα αρώματα καραμέλας και θύμιζε creme brulée αλλά όπως και το δεύτερο ήταν πολύ βαρύ και μετά από όλα αυτά που είχαμε δοκιμάσει και είχαμε φάει ήταν πολύ κουραστικό να δοκιμάζει κανείς κάτι με τόσο μεγάλη περιεκτικότητα σακχάρων. Πόσο μάλλον όταν νωρίτερα είχαμε δοκιμάσει ένα τόσο δορσιστικό Riesling που έκλεψε την παράσταση. Είναι γνωστό πως ο συνεταιρισμός του νησιού κάνει πολύ προσεγμένη δουλειά και οι συνθήκες δεν μας επέτρεψαν να εκτιμήσουμε τα δύο αυτά κρασιά όπως τους αρμόζει.

Όπως και να έχει πάντως, δεδομένου του υψηλού επιπέδου των κρασιών που δοκιμάστηκαν, τις σπανιότητας αρκετών εξ αυτών και του ενδιαφέροντος που παρουσίασαν οι σχολιασμοί που έγιναν πάνω σε ότι δοκιμάστηκε, η δοκιμή αυτή ήταν μάλλον από τις καλύτερες του φετινού καλοκαιριού.
Που να φθινοπωριάσει δηλαδή, να σφίξουν λίγο τα κρύα και να αρχίσουν να ανάβουν και τα τζάκια!
Έχει να πέσει πολύ πολύ Ξινόμαυρο!



(φωτογραφίες μηδέν, ήμασταν πολύ απορροφημένοι για να τραβάμε!)

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Καθέτως, οριζοντίως, ...ακόμη και πλαγίως: Τα νεαρά

Ο Ιούλιος, όπως και ο Αύγουστος είναι πάντα μήνας ζεστός και δύσκολος για τα κόκκινα κρασιά. Με εξαίρεση φέτος που κατά παράδοξο τρόπο η ζήτηση για κόκκινα κρασιά δεν μειώθηκε αισθητά, τους καλοκαιρινούς μήνες τα λευκά κερδίζουν το μερίδιο του λέοντος στην κατανάλωση.
Εμείς εδώ στην Νάουσα λύνουμε το πρόβλημα της ζέστης πολύ απλά ανεβαίνοντας στο βουνό όπου οι συνθήκες σηκώνουν κόκκινο κρασί και έτσι απολαμβάνουμε τα αγαπημένα μας Ξινομαυρα χωρίς πρόβλημα κάθε στιγμή του χρόνου. Έτσι λοιπόν και το Σάββατο στην ταβέρνα "Χάραμα" στο Αρκοχώρι κάναμε μία μεγάλη δοκιμή οι οποία περιλάμβανε πάνω από είκοσι κρασιά εκ των οποίων τα δεκαεπτά ήταν κόκκινα.

Ξεκινήσαμε με το Ροζέ του Bruno Clavelier το οποίο είχε μία πολύ διακριτική βοτανική μύτη και έντονη οξύτητα που το έκανε άκρως καλοκαιρινό. Η οξύτητα αυτή όμως χαρακτηρίστηκε από μερικούς ως κουραστική και αν και προσωπικά μου άρεσε, η γνώμη των περισσότερων ήταν πως με λίγη λιγότερη οξύτητα θα παρουσιάζονταν πολύ καλύτερο.

Το Ροζε από Ξινόμαυρο 2010 του Θυμιόπουλου δεν χρειαζεται συστάσεις. Ένα από τα καλύτερα Ελληνικά Ροζέ, τρομερά εκφραστικό με εξαιρετικές οξύτητες, αποδεικνύει τις πολλαπλές δυνατότητες της ποικιλίας. Από τα Ροζέ περάσαμε στα λευκά. Αγνοώ τον λόγο αλλά μου αρέσουν πάντα οι εναλλαγές χωρίς να ακολουθείται η πεπατημένη.

Για ξεκίνημα τεστάραμε τον Σιδερίτη 2003 του Παρπαρούση. Ο παραγωγός υποστηρίζει πως είναι ένα κρασί που δεν αντέχει στο χρόνο αλλά λόγω της υψηλής του οξύτητας υποθέσαμε πως ίσως να μπορούσε να κρατήσει μερικά χρονάκια παραπάνω. Τελικά ο παραγωγός είχε δίκιο αφού το κρασί είχε γεράσει πάρα πολύ και θύμιζε οίνο τύπου Μαδέρα.

Ακολούθησε το Ασύρτικο Αθήρι του Σιγάλα. Το κρασί αυτό δεν φτάνει τα ποιοτικά επίπεδα της κλασσικής Σαντορίνης και στοχεύει σε κάτι πιο ευκολόπιοτο και προσιτό στο ευρύ κοινό. Στην μύτη επικρατούσε ένα ορυκτό άρωμα που θύμιζε πετρέλαιο αλλά χωρίς να πλαισιώνεται από κάποιο άλλο άρωμα και καταντούσε λίγο μονότονο. Τέτοιου είδους ορυκτά αρώματα είναι χαρακτηριστικά της Σαντορίνης αλλά πολλές φορές επισκιάζουν τα υπόλοιπα αρώματα. Στο στόμα ήταν αρκετά δυναμικό αλλά έπεφτε κάπως απότομα με αποτέλεσμα να μας αφήσει συνολικά μέτριες εντυπώσεις.

Ακολούθησε το Jeunes Vignes 2009 του Θυμιόπουλου. Το απλό Ξινόμαυρο από νεαρά κλήματα δηλαδή που στοχεύει σε ένα λιγότερο ψαγμένο κοινό απ'ότι αυτό του Γη και Ουρανός. Πολύ εκφραστική φρουτώδης μύτη με το δαμάσκηνο να κυριαρχεί και να πλαισιώνεται από έντονα ανθώδη αρώματα. Το στόμα είναι αρκετά απαλό για την ηλικία του αλλά σίγουρα χρειάζεται λίγο χρόνο ακόμη για να εναρμονιστεί σαν σύνολο.

Το Γη και Ουρανός του ίδιου παραγωγού και από την ίδια χρονιά ήταν πολύ διαφορετικό. Το μόνο κοινό σημείο ήταν το έντονο φρούτο της μύτης το οποίο όμως δεν εκφράζονταν με τον ίδιο τρόπο. Το JV είναι ένα κρασί που στα δίνει όλα με την πρώτη. Ανοίγεται χωρίς ενδοιασμό και σου προσφέρει τα πάντα με την πρώτη γνωριμία. Το Γη ξεκινάει πιο διακριτικό και θέλει να παίξεις μαζί του πολύ παραπάνω για να σου δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Έχει πολύ καλύτερη δομή, αρωματικό βάθος και μεγάλη διάρκεια στο στόμα. Με λίγα λόγια, το Γη είναι ένα κρασί για μυημένους ενώ το JV είναι για αυτούς που αποζητούν γρήγορες και έντονες απολαύσεις.

Συνεχίσαμε με τον Παλιοκαλιά του 2009 ο οποίος κυκλοφόρησε νωρίτερα από αυτόν του 2008 λόγο της ετοιμότητάς του. Το 2009 ήταν χρονιά πιο δροσερή και βροχερή από το 2008 και αυτό μεταφράστηκε και στο κρασί. Μην ξεχνάμε πως το Ξινόμαυρο είναι μία κατεξοχήν ποικιλία τερουάρ που "έχει ταλέντο" στο να μεταφράζει τις αλλαγές στις καιρικές συνθήκες. Η μύτη ήταν κάπως κλειστή την βραδιά αυτήν αλλά διέκρινε κανείς άνετα των ανθώδη χαρακτήρα με τις φρουτένιες νότες που αν και κάπως ασυνήθιστη για την ποικιλία αποτελεί χαρακτηριστικό της χρονιάς. Το στόμα ήταν κάπως νεαρό ακόμη αλλά πολύ πιο στρωμένο απ'ότι περιμένει κανείς από ένα τόσο νεαρό Ξινόμαυρο. Σε γενικές γραμμές είναι ένα κρασί που χαρακτηρίζεται από φινέτσα και αέρινο χαρακτήρα.

Ο Παλιοκαλιάς του 2008 έρχεται κάπως πιο δυναμικός. Αν το 2009 είναι θηλυκό τότε το 2008 είναι σίγουρα ένα αρσενικό κρασί. Με αρώματα άλλου τύπου, πιο ώριμα φρούτα και ζωικές νύξεις είναι χωρίς αμφιβολία πολύ πιο πολύπλοκο από τον διάδοχό του. Το στόμα είναι επίσης πιο πλούσιο, έχει καλύτερη τανική δομή και ένταση στο στόμα ενώ εντύπωση προκαλεί η μεταλλικότητα του που θυμίζει αυστηρά εδάφη της Βουργουνδίας όπως αυτό του Latricieres Chambertin. Άλλου τύπου Ξινόμαυρο από αυτό του 2009 που όμως χρειάζεται ακόμη πολύ χρόνο για να δείξει όλες του τις δυνατότητες.

Ακολούθησε το Γη και Ουρανός του 2008. Με πολύ πλούσια αρώματα ωρίμων φρούτων αλλά και γήινα αρώματα που θυμίζουν μεγάλα Nebbiolo η μύτη του ήταν εκπληκτική. Στο στόμα ήταν εξίσου αυστηρό με τον Παλιοκαλιά του '08 και είχε φοβερή τανική δομή που έδειχνε πως το κρασί αυτό βρίσκεται απλά στα πρώτα βήματα της ζωής του και έχει όλο το μέλλον δικό του.

Η δεκάδα των νεαρών κρασιών έκλεισε με την Νάουσα 2007 του Διαμαντάκου. Πολύ εκφραστική μύτη με ανθώδη, τριανταφυλλένιο χαρακτήρα αλλά και ζωικές νότες, φανέρωνε το ανάλαφρο και απαλό στυλ που δίνει το Ξινόμαυρο στο Μαντέμι. Το ίδιο έκανε και το στόμα με τις μαλακές τανίνες του.

Κάνοντας μία παρένθεση θα αναφέρω πως την αμέσως επόμενη μέρα δοκιμάσαμε σε φιάλη Jeroboam(3L) την Νάουσα του ίδιου παραγωγού από το 2006. Κινούνταν πάνω κάτω στα ίδια χαρακτηριστικά, είχε εξίσου έντονο χρώμα με αυτό του 2007 αλλά είχε ένα επίμονο άρωμα φράουλας ασυνήθιστο για Ξινόμαυρο. Σε αντίθεση όμως με το 2007 που όσο περνούσε η ώρα έπεφτε κάπως, το 2006, ίσως και λόγω φιάλης, από την στιγμή που ανοίχτηκε βελτιώνονταν ασταμάτητα.

Η όλη δοκιμή είχε πάντως πολύ ενδιαφέρον αφού συγκρίναμε διαφορετικά αμπελοτόπια κατεβαίνοντας αργά αργά τις χρονιές και αναλύοντας σχολαστικά ότι δοκιμάζαμε.
Η συνέχεια θα παρέλειπε τρεις χρονιές και θα φτάναμε κατευθείαν στο 2003 φτάνοντας μέχρι και το 1981...



Η φωτογραφία του Ροζέ Ξινόμαυρου είναι από το Genius in Gastronomie

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Το ξινόμαυρο και τα ξαδελφάκια του με τα μάτια κλειστά. (vol.2)

Η δοκιμή κράτησε συνολικά γύρω στις τέσσερις ώρες. Στο πρώτο μέρος αυτής, τα κρασιά συνοδεύονταν από μία πιατέλα τυριών και αλλαντικών ώστε να ισορροπούν την γεύση στο στόμα μας αλλά και να μας βοηθούν να κάνουμε υπομονή έως ότου τελειώσουμε τις δοκιμές και περάσουμε στο δείπνο που μας είχε ετοιμάσει ο τρισμέγιστος σεφ της παρέας. Παρόλα αυτά η ιδέα και μόνο πως μας περίμεναν λαχταριστά λαζάνια με κιμά και μοσχαράκι Bourguignon έκανε μερικούς να μην αντέξουν την αναμονή. Έτσι από την μέση περίπου της γευσιγνωσίας τα κρασιά που δοκιμάζαμε συνοδεύονταν από κανονικές μερίδες φαγητού.

Συνεχίζοντας την γευσιγνωσία, είχαμε φτάσει στο όγδοο κρασί και τα ποτήρια μας γέμισαν με κάτι πολύ όμορφο αρωματικά. Ένα κρασί με πολύπλοκη αλλά καθαρή μύτη, άψογα ισορροπημένο στόμα και υπέροχο τελείωμα με διάρκεια. Ήταν ένα Maranges 2005 από το Domaine Chevrot. 

Ο Pablo Chevrot καλλιεργεί Pinot Noir σε βιοδυναμική καλλιέργεια στο νότιο τμήμα της Cote de Beaune στο χωριό Maranges. To συγκεκριμένο χωριό δεν έχει την αίγλη που έχουν άλλες περιοχές της Βουργουνδίας, παράγει όμως πολύ καλά, τίμια κρασιά σε λογικές τιμές και είναι μία πολύ καλή εναλλακτική για όσων η τσέπη δε σηκώνει Βουργουνδίες από την Cote d'or.

Λίγο πριν συμπληρώσουμε μία δεκάδα κρασιών ήρθε ένα από τα καλύτερα της βραδιάς.
Με εξαιρετικό αρωματικό μπουκέτο, φοβερή οξύτητα και τανίνες τόσο φίνες που δίναν την αίσθηση πως το κρασί γλιστρούσε απαλά στο στόμα ήταν μία Νάουσα Διαμαντάκου του 2006. Εκπλαγήκαμε κάπως όταν μάθαμε την χρονιά γιατί όλοι το υπολογίζαμε τουλάχιστον τέσσερα χρόνια παλαιότερο. Ήταν όμως αποτέλεσμα μίας δύσκολης χρονιάς όπως το 2006 και ήταν κοντά στην ακμή του παρόλο που μετρούσε μόλις λίγα χρόνια ζωής. Το αν αυτό είναι καλό ή κακό σηκώνει μεγάλη κουβέντα αλλά αυτό που μας έμεινε είναι πως το κρασί αυτό, την στιγμή που το δοκιμάζαμε, κατάφερε να μας ευχαριστήσει και με το παραπάνω .

Το νούμερο δέκα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό. Με αρώματα λιαστής ντομάτας αλλά και γλυκύτερα όπως το γλυκό κεράσι έδειχνε πως ήταν ένα παλιό Ξινόμαυρο που έχει παλαιώσει αργά και σταθερά σε κάποιο ήσυχο και δροσερό υπόγειο. Στο στόμα, η οξύτητα και οι τανίνες είχαν βυθιστεί σε ένα πολύ χυμώδες, μεδουλάτο σύνολο που έρεε απαλά στο στόμα αφήνοντας εξαιρετική επίγευση.
Ήταν ένας Πήγασος Μαρκοβίτη του 1986! Πολύ μεγάλη έκπληξη για όλους γιατί κανένας δεν αντιλήφθηκε πως το κρασί αυτό ήταν τόσο μεγάλης ηλικίας. Η συντήρηση του έγινε στο χώρο παραγωγής του και δεν είχε ίχνος γύρανσης.
Περίτρανη απόδειξη πως το καλό Ξινόμαυρο δεν μασάει από παλαίωση! Σίγουρα μία πολύ μεγάλη γευστική εμπειρία για όλους μας. Πόσο μάλλον για κάποιον που έχει γεννηθεί το 1986 -όπως εγώ καλή ώρα- και μια ζωή του έλεγαν πως το 1986 είναι πολύ μέτρια χρονιά και δεν υπάρχει τίποτα μεγάλο από αυτό το έτος!

Το αμέσως επόμενο κρασί ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση της βραδιάς. Οξειδωμένο, με τσαλακωμένη μύτη, άδειο στόμα, άγριες τανίνες και ξεκομμένη επιθετική οξύτητα. Πέσαμε από τα σύννεφα όταν είδαμε για ποιο κρασί πρόκειται. Ήταν μία Νάουσα του 2008 και τα σχόλια όλων μας ήταν τόσο άσχημα που δεν μπορώ να αναφέρω για ποια ετικέτα μιλάμε αφού στο παρελθόν το ίδιο κρασί μας είχε χαρίσει μεγάλες συγκινήσεις.

Τα δύο τελευταία κινήθηκαν σε μέτρια επίπεδα.
Το ένα ήταν ένα κρασί που έδειχνε να έχει επηρεαστεί πολύ από τον χρόνο, ελαφρώς πικρό και με μία ελαφρά οξείδωση.
Ήταν ένα Pommard 2002 του Vaudoisey του οποίου ο φελλός είχε μουσκέψει ολόκληρος και σίγουρα αδικείται από το γεγονός αυτό.

Το τελευταίο της βραδιάς ήταν λίγο άστατο, με ζωικό χαρακτήρα και ένα ελαφρύ τανικό πίκρισμα. Ήταν ένας Πήγασος 2007 του Μαρκοβίτη που χρειάζεται ακόμη χρόνο ώστε να εναρμονιστεί ως σύνολο και να μαλακώσουν οι νεαρές ακόμη τανίνες του.

Εκτός συναγωνισμού, φανερά δηλαδή, δοκιμάσαμε και μία Νάουσα 1985 του Βαένι σε συσκευασία 375cl η οποία όμως είχε πεθάνει από καιρό και δεν μπορούσε να κριθεί σε καμία περίπτωση.

Κλείσαμε την βραδιά ξαναπίνοντας όλα τα κρασιά ένα ένα σε περίπτωση που θα χρειαζόταν να ανθεωρήσουμε κάτι και απολαμβάνοντας αυτά που μας είχαν αρέσει περισσότερο.
Οι τυφλές δοκιμές είναι πάντα μία πολύ καλή εμπειρία. Βλέπεις σε τι γευσιγνωστικό επίπεδο βρίσκεσαι, συναντάς εκπλήξεις, καταρρίπτεις μύθους που βασίζονται σε προκαταλήψεις αλλά και ρισκάρεις να απογοητευτείς βαθύτατα.

Δύο βδομάδες μετά ακολούθησε μία ακόμη τυφλή δοκιμή με το ίδιο θέμα...

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Το ξινόμαυρο και τα ξαδελφάκια του με τα μάτια κλειστά. (vol.1)

Το καλοκαίρι έχει αρχίσει να πλησιάζει επικίνδυνα και για έναν Ξινομαυράκια οι ζεστοί μήνες είναι ένας εφιάλτης.
Μερικές φορές είναι βέβαια και η αφορμή για μία καλοκαιρινή ορεινή εξόρμηση. Τι καλύτερο από το να πάρεις μία παρέα φίλων, ένα κιβώτιο Νάουσες, τους κατάλληλους μεζέδες και να ανέβεις για μία διανυκτέρευση στο κοντινότερο βουνό!
Αυτά όμως το καλοκαίρι. Όσο ο καιρός τραβάει ακόμη κόκκινα εμείς δε χάνουμε ευκαιρίες και γι'αυτό οργανώσαμε με τους συνήθεις ύποπτους μία τυφλή δοκιμή Ξινόμαυρο, Pinot Noir, Nebbiolo σε φιλικό σπίτι στη Θεσσαλονίκη.
Ο μόνος περιορισμός ήτανε το κρασί να είναι Νάουσα, Πιεμόντε ή Βουργουνδία. Η κύρια δηλαδή ζώνη παραγωγής της κάθε ποικιλίας. Η χρονιά, ο παραγωγός και οι η υποπεριοχές ήταν κατά βούληση.

Ξεκινήσαμε με ένα κόκκινο που έμοιαζε να είναι ηλικίας 6-7 χρονών, με ελαφρά ζωικό άρωμα και με πολύ καλή ποιότητα τανινών. Ήταν ο Πήγασος 2003 του Μαρκοβίτη. Βελτιωμένος αισθητά από προηγούμενες φορές που τον είχαμε δοκιμάσει είχε τώρα μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά φινετσάτο κόκκινο και ήταν η πρώτη έκπληξη της βραδιάς.

Το δεύτερο κρασί της σειράς ήταν πιο θερμό αρωματικά, με εντονότερο αλκοόλ. Στο στόμα ήταν εμφανές πως είχαν γίνει μακρύτερες εκχυλίσεις από το πρώτο και το σταφύλι είχε πιεστεί να βγάλει κάποιες λιγότερο ευχάριστες, σχετικά πικρές τανίνες. Ήταν ένα Barbaresco 2005 του Palissero. Πολύ νεαρό ακόμη, χρειάζονταν αρκετό χρόνο ώστε να μαλακώσουν οι τανίνες του και να τιθασευτεί αρωματικά. Το μέλλον δικό του!

Το επόμενο ήταν κάπως πιο απαλό αρωματικά ενώ στην συνέχεια έκλεισε λίγο και έγινε πιο ντροπαλό απέναντι μας. Η οξύτητά του ήταν κάπως ανισόρροπη και οι τανίνες άφηναν ένα στεγνό τελείωμα, όχι και τόσο ευχάριστο. Ήταν ένα Barolo 2004 του Elio Altare. Και αυτό σχετικά νεαρό αλλά όπως και να 'χει κάτω των προσδοκιών για έναν τόσο διάσημο παραγωγό.

Το νούμερο τέσσερα έβγαζε αρχικά μία οξείδωση στη μύτη αλλά στην συνέχεια το φρούτο έβγαινε πολύ καλύτερα. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ αφού η οξείδωση ξαναπήρε τα πάνω της μετά από λίγη ώρα και κούραζε πολύ. Το στόμα είχε αδειάσει από καιρό και η οξύτητα είχε μείνει μόνη και ξεκομμένη από το σύνολο. Μιλούσαμε σίγουρα για κάτι αρκετά παλιό και δεν πέσαμε έξω. Ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ Γιάννη του 1996 που μάλλον δε είχε περάσει την καλύτερη "εφηβεία" και ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο από μεταφορές και κακή συντήρηση.

Το αμέσως επόμενο ήταν βαριά αναγωγικό και το αφήσαμε στο πλάι για αργότερα. Στο τέλος είχε ανοίξει κάπως αλλά το καουτσούκ δεν έλεγε να μας απαλλάξει από την παρουσία του. Ήταν ένα Gevrey Chambertin 2001 του Trapet και ήταν μάλλον από τις μεγάλες απογοητεύσεις της βραδιάς.

Το έκτο κρασί ήταν μία μικρή παραφωνία αφού κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να βάλει ένα Μερλό ανάμεσά μας. Τελικά το αμάρτημα συγχωρήθηκε γιατί το Merlot 2001 του κυρ-Γιάννη έβγαζε μία όχι τόσο επιθυμιτή αίσθηση σαπουνιού αρχικά στην μύτη αλλά γρήγορα γυρνούσε σε τελείως διαφορετικά αρώματα μπαχαρικών και καφέ. Στο στόμα η οξύτητα έδενε πολύ καλά με τις τανίνες και ταίριαζε άψογα με τους μεζέδες που το συνόδευαν. Η σειρά μονοποικιλιακών του Κυρ Γιάννη ήταν μία σειρά εντυπωσιακών κρασιών με χαρακτήρα που δυστυχώς υπήρξε μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και στην συνέχεια καταργήθηκε. Βέβαια ακόμη και στην κλασσική γκάμα, την χρονιά 2000 και 2001 όλη η οινοποιητική ομάδα του κυρ-Γιάννη φαίνεται να ήταν στα φόρτε της αφού όλα τα κρασιά του κτήματος που παράχθηκαν τότε είναι εξαιρετικά.

Το έβδομο της σειράς έδειχνε να είναι νεαρό λόγω της ζωηράδας των τανινών του αλλά οι ζωικές νότες στη μύτη μπέρδευαν λίγο την κατάσταση. Ταυτόχρονα είχε και μία ελαφρά πτητική οξύτητα που απλά το έκανε πιο εκφραστικό. Ήταν ένας Πήγασος Μαρκοβίτη 2008 που δείχνει πως έχει δρόμο μπροστά του και η εξέλιξη του θα έχει πολύ ενδιαφέρον. Η πολιτική του κτήματος είναι να κυκλοφορεί στο εμπόριο παλαιότερες σοδειές παλαιωμένες στο οινοποιείο και το να δοκιμάσει κανείς έναν τόσο νεαρό "Πήγασο" είναι κάτι αρκετά σπάνιο.

Να σημειώσω εδώ πως το σύνολο τον δοκιμών έγινε χωρίς να έχουμε ιδέα για το τι έχουμε δοκιμάσει και οι φιάλες αποκαλύφθηκαν αφού είχαμε ολοκληρώσει την δοκιμή και των τριών κρασιών.
Τα κρασιά δοκιμάζονταν με συνοδεία τυριών και αλλαντικών. Θεωρούμε πως δεν έχει νόημα να τα δοκιμάσουμε σκέτα γιατί όταν τα καταναλώνουμε το κάνουμε πάντα συνοδεία μεζέδων.
Επίσης, όλοι οι παρευρισκόμενοι θεωρούμε πως ο καλύτερος τρόπος για να κρίνεις ένα κρασί είναι να τους δώσεις πολύ χρόνο, να χαλαρώσεις και να το δοκιμάσεις ξανά και ξανά μέχρι να σχηματίσεις την τελική σου γνώμη.
Έτσι στο τέλος των δοκιμών και αφού τα μπουκάλια αποκαλυφθούν ξαναδοκιμάζουμε τις περισσότερες φιάλες και ειδικά αυτές που δεν μας άρεσαν για να μειώσουμε την πιθανότητα να έχουμε αδικήσει κάποιο από αυτά λόγω βιασύνης ή λογω κάποιας παραμέτρου που παραλείψαμε.

Η πρώτη επτάδα είχε πάει αρκετά καλά. Είχε περισσότερες εκπλήξεις απ'ότι απογοητεύσεις και η συνέχεια αναμένονταν συναρπαστική. Μέσα στα κρασιά που θα ακολουθούσαν μας περίμεναν δύο ακόμη εκπλήξεις αλλά και δύο πολύ κατώτερα των προδιαγραφών.
Η συνέχεια εντός λίγων ημερών...


Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Η Νάουσα, τα μπουκαλάκια και τα οινομαγειρέματα

Σε μία πόλη άρρηκτα δεμένη με την αμπελουργία και την οινοποιία όπως είναι η Νάουσα θα περίμενε κανείς να έχει εύκολη πρόσβαση και αρκετές επιλογές σε καλό κρασί. Τα πράγματα όμως δυστυχώς δεν είναι έτσι. Οι κάτοικοι της πόλης γνωρίζουν από κρασί και οι περισσότεροι είναι λάτρεις του τοπικού Ξινόμαυρου. Παρόλα αυτά, πέρα από ορισμένα εστιατόρια, ελάχιστα είναι τα σημεία όπου μπορεί κανείς να απολαύσει κάποια καλή ετικέτα Ξινόμαυρου.

Η πόλη καταναλώνει κρασί και η τάση αυτή είναι αυξητική αλλά δυστυχώς τα μπουκαλάκια των 187ml που κυκλοφορούν κατά κόρον έχουν κρατήσει το ποιοτικό επίπεδο πολύ χαμηλά. Η φιάλες αυτές αποτελούν ίσως μία λύση ευκολίας για κλαμπάκια και άλλα παρόμοια μαγαζιά και ίσως έως ένα σημείο να διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για την επιστροφή του κόσμου από τα σκληρά ποτά και πάλι στο κρασί. Σίγουρα όμως σε μία από τις σημαντικότερες αμπελοοινικές πόλεις της Ελλάδoς o οινόφιλος καταναλωτής περιμένει να βρει κάτι παραπάνω από αυτό που βρίσκει το καλοκαίρι στα beach bar της χαλκιδικής. Το χειρότερο όμως είναι πως μαγαζάτορες, σερβιτόροι αλλά και θαμώνες, έμαθαν σε αυτήν την ευκολία και πλέον δεν το σκέφτονται καν να ασχοληθούν σοβαρότερα με το κρασί και να δουν λίγο το θέμα του κρασιού σε ποτήρι ή την ανάπτυξη μιας αντιπροσωπευτικής λίστας κρασιών.
Ανεβασμένες πτητικές, οξειδώσεις, ταλαιπωρημένα αρώματα και σκοτωμένες γεύσεις είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις μικρές αυτές φιάλες στις περισσότερες περιπτώσεις αφού το κρασί δεν μπορεί να συντηρηθεί καθόλου καλά σε αυτή την ποσότητα. Δυστυχώς αυτή είναι η εικόνα του Ναουσαίικου κρασιού σε όσους ξένους αποφασίζουν να πιουν ξινόμαυρο στα μπαρ και τα καφέ της πόλης.

Ευτυχώς τα εστιατόρια έχουν δει το θέμα πολύ πιο σοβαρά και αρκετά εξ αυτών έχουν πολύ καλές λίστες κρασιών με μεγάλη γκάμα Ξινόμαυρου. Ένα από αυτά, τα οινομαγειρέματα, έχει προχωρήσει και λίγο παραπέρα κρατώντας ψηλά την οινική σημαία της πόλης. Έχει καθημερινά τρεις επιλογές κρασιού σε ποτήρι, διαθέτει εξαιρετική κάβα παλαίωσης με ξινόμαυρα από τουλάχιστον δεκαπέντε διαφορετικές εσοδείες και οι τιμές του είναι τέτοιες ώστε να πείθουν τον πελάτη να ανοίξει φιάλη.
Η κουζίνα είναι εξίσου καλή, με άριστες πρώτες ύλες και πιάτα με πολύ καθαρές, διακριτές γεύσεις που συνοδεύουν άψογα τα κρασιά του Ναουσαίικου αμπελώνα. Τα περισσότερα φαγητά είναι μαγειρεμένα σε κατσαρόλα ή φούρνο ενώ το τηγάνι, σε αντίθεση με την γαστρονομία εξπρές των τηλεοπτικών σεφ, χρησιμοποιείται ελάχιστα έως καθόλου. Έτσι, οι γεύσεις παραμένουν λεπτές και καθαρές και δένουν πολύ καλά με τα φινετσάτα Ξινόμαυρα.
Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στην σελίδα ΕλλΟινικό εστιατόριο στο προφίλ του εστιατορίου οινομαγειρέματα εδώ.
Εμείς απολαύσαμε την εξαιρετική αυτήν κουζίνα συνοδεία δύο εξίσου εξαιρετικών κρασιών.
Το πρώτο ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ-Γιάννη του 2000. Με πολύ εκφραστική μύτη στην οποία κυριαρχούσε το γλυκό τοματάκι, ζουμερό στόμα και ιδανική ισορροπία οξύτητας-τανινών, ήταν ένα θαυμάσιο κρασί που δοκιμάζονταν πολύ καλά τώρα αλλά είχε άνετα άλλα δεκά χρόνια ζωής. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν και οι συνθήκες συντήρησης που φαινόταν πως ήταν άψογες και η φιάλη που ανοίξαμε δεν είχε ταλαιπωρηθεί καθόλου.

Ακόμη καλύτερα συντηρημένη ήταν και η επόμενη φιάλη. Ένας παλιοκαλιάς Δαλαμάρα του 1996 με καμία ένδειξη γήρατος, λίγο κλειστός αρχικά αλλά πιο γενναιόδωρος μετά την μετάγγιση σε καράφα. Η μύτη ήταν απίστευτης κομψότητας με μικρά κόκκινα φρουτάκια να γαργαλάνε απαλά τα ρουθούνια και αντίστοιχα κομψό στόμα, νευρώδες αλλά με σταθερή τανική δομή που έδειχνε να μην έχει καταλάβει τίποτα από τα δεκατρία χρόνια που παρέμεινε σε φιάλη.
Είμαι βέβαιος πως θα μπορούσαμε να ξεγελάσουμε οποιονδήποτε δεν γνωρίζει από Ξινόμαυρο και να τον μπερδεύαμε λέγοντας του πως μόλις ήπιε ένα Langhe Nebbiolo και ένα Cru του Nuit St Georges.

Πολύ σημαντικό ρόλο όμως παίζει και ο "παράγοντας έδρα", το γεγονός δηλαδή πως οι δύο αυτές φιάλες έφυγαν από το οινοποιείο και ταξίδεψαν μόλις λίγα χιλιόμετρα για να φτάσουν στην κάβα του εστιατορίου. Απέφυγαν δηλαδή τις περιττές μετακινήσεις με τις αλλαγές θερμοκρασίας, τα βίαια χτυπήματα και την έκθεση σε οσμές ή ότι άλλο μπορεί να συμβεί σε ένα κρασί που αλλάζει τρία τέσσερα χέρια και άλλα τόσα μέρη ώσπου να φτάσει στον τελικό του προορισμό.
Γιατί λοιπόν να μην υπάρχουν και άλλες τέτοιες επιλογές στην πόλη αυτήν και η εικόνα του κρασιού της να είναι καπελωμένη από κακοσυντηρημένα μικρά φιαλίδια;
Ας ελπίσουμε πως οι οικονομική κρίση δεν θα εμποδίσει την συνεχή ανάπτυξη του οινικού κλάδου στην χώρα μας και σύντομα κάθε μαγαζί που σερβίρει αλκοόλ θα νιώσει την ανάγκη να έχει μία ενημερωμένη λίστα κρασιών και να προτείνει κάποιες ετικέτες σε ποτήρι. Όχι μόνο στην Νάουσα και άλλες πόλεις συνδεδεμένες με την παραγωγή κρασιού αλλά σε κάθε γωνιά της Ελλάδας...



Ενδιαφέρον άρθρο σχετικό με το κρασί σε ποτήρι από τον Θεόδωρο Λέλεκα εδώ

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

I vini di vignaioli Greci in Parma!*

Το πέρασμα μου από την Ιταλία συνέπεσε με την εκδήλωση Vini di Vignaioli στο Fornovo di Taro, ένα χωριό λίγο έξω από την Πάρμα. Εκεί, ο Γιώργος Ιωαννίδης της εταιρίας Oenos: Fruit, Pierre, Lumiere από το Παρίσι είχε προσκληθεί να αντιπροσωπεύσει κάποια Ελληνικά κρασιά που κρίθηκαν από τους διοργανωτές πως τηρούσαν τα κριτήρια της εκδήλωσης. Ήταν δηλαδή αρκετά αντιπροσωπευτικά του Terroir τους, είχαν παραχθεί με μεθόδους φιλικές προς το περιβάλλον, είχαν κάνει μίνιμουμ χρήση οινοποιητικών προϊόντων που ενδεχομένως να άλλαζαν την τυπικότητα του χαρακτήρα τους και το σημαντικότερο, προέρχονταν από μικρά οινοποιεία όπου ο οινοπαραγωγός είναι και αμπελουργός. Για μένα ήταν μία καλή ευκαιρία να δω τις αντιδράσεις τον Ιταλών οινοφίλων στα Ελληνικά κρασιά αλλά και να δοκιμάσω ποιοτικά κρασιά από όλη την Ιταλία.
Η επιλογή των κρασιών που παρουσιάσαμε είχε γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε κρασί να έχει διαφορετική ταυτότητα από τα υπόλοιπα και να κρατάμε ζωντανό το ενδιαφέρον όσων ερχόταν να δοκιμάσουν από την αρχή μέχρι το τέλος.
Η δοκιμή ξεκινούσε με τον μεταγειτνίων του σκλάβου. Από 100% Βοστιλίδι και ζυμώνοντας δύο μέρες με τα στέμφυλα προτού πατηθεί είχε ένα χαρακτηριστικό σκούρο κίτρινο χρώμα και πολύ ιδιαίτερα αρώματα καφέ, μελιού και αποξηραμένων φρούτων. Ιδανικό για να συνοδεύσει κανείς πιάτα με τυριά και αποξηραμένα φρούτα, κέρδιζε μόνο αυτούς που ήταν πραγματικά γνώστες αν και όλοι οι Ιταλοί έδειχναν μία ιδιαίτερη συμπάθεια για την Κεφαλλονιά λόγω ιστορίας.
Οι Σαντορίνες είναι το high-light κάθε παρουσίασης και είναι ένα σίγουρο χαρτί για να ενθουσιάσουμε ακόμη και τον δυσκολότερο γευσιγνώστη. Το νυχτέρι και το νυχτέρι reserve του Χαρίδημου Χατζηδάκη δεν δυσκολεύονταν να μεγέψουν όσους περνούσαν από το σταντ μας ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιος δοκίμαζε και ενθουσιασμένος έτρεχε να βρει τους υπόλοιπους της παρέας του για να τους φέρει να δοκιμάσουν και αυτοί! Οινοποιημένα με πολύ τέχνη, έκρυβαν με μαεστρία το δυνατό τους αλκοόλ που ισορροπούσε άψογα με τις εξαιρετικές οξύτητες και την αξιοθαύμαστη μεταλλικότητα του ασύρτικου.
Τα κόκκινα έφτασαν λίγο κουρασμένα στην εκδήλωση γιατί για να έρθουν είχε χρειαστεί να κάνουν 1300 χιλιόμετρα με ένα παλιό Defender που τα ταρακούνησε για τα καλά! Το πρωί της πρώτης ημέρας δοκιμάζονταν πολύ δύσκολα, ανέκφραστα και άγρια στο στόμα. Γρήγορα όμως άρχισαν να αλλάζουν και μπορούσαμε να τα προτείνουμε χωρίς δισταγμό
Αλλαγή σκηνικού λοιπόν και από τα καυτά ηφαιστειογενή εδάφη της Σαντορίνης περνούσαμε στις καταπράσινες πλαγιές και τους πωρόλιθους της Ναόυσας. Ξεκινώντας με μία κλασσική Νάουσα όπως ο Παλιοκαλιάς του 2006 οι αναφορές στο Nebbiolo ήταν αναπόφευκτες. Ίσως λίγο λιγότερο στην μύτη απ'ότι στο στόμα όπου οι καλές οξύτητες, η φινέτσα και η καλή τανική δομή κάνουν κάποιον να πιστεύει πως οι δύο αυτές ποικιλίες είναι αδελφάκια!
Με το Γη και Ουρανός του 2007 που ακολουθούσε δείχναμε πως τα Ξινόμαυρα της Νάουσας μπορούν να παίξουν και σε διαφορετικές εκφράσεις εντυπωσιάζοντας το ίδιο. Χαρακτηριστική η στιγμή που ένας εκ της συντακτικής ομάδας του Ιταλικού οινικού περιοδικού Πόρτος μόλις έβαλε στο στόμα του το συγκεκριμένο κρασί άρχισε να φωνάζει "Μπράβο" επαναλαμβανόμενα και δυνατά στρέφοντας την προσοχή όλου του κόσμου στο σταντ μας!
Η ξηρή μαυροδάφνη του Σκλάβου, ο Οργίων του 2006 δηλαδή, δοκιμάζονταν λιγότερο καλά απ'ό,τι την είχα συνηθίσει αλλά ακόμη και έτσι κατάφερε να κερδίσει πολύ κόσμο. Με πλούσια φρουτώδη αρώματα και γεμάτο στόμα με ζουμερές τανίνες και μακριά επίγευση έδειχνε πως η Κεφαλονιά μπορεί άνετα να παράγει οίνους υψηλής ποιότητας και στα κόκκινα.

Η Σητεία 2000 του Οικονόμου από Λιάτικο και Μαντηλάρι είχε λίγο τα χρονάκια της σε σχέση με τα υπόλοιπα κόκκινα και είχε ζοριστεί τόσο πολύ με το ταξίδι που την πρώτη μέρα ήταν αδύνατο να την παρουσιάσουμε στην δοκιμή. Την επομένη όμως έστρωσε και είχαμε έτσι ένα ακόμη δυνατό χαρτί στα κόκκινα. Πολύπλοκη αλλά κομψή αρωματικά με άριστα ισορροπημένο στόμα και τανίνες που χάιδευαν το στόμα στο τελείωμά τους απέδειξε πως καμία γωνιά της χώρας μας δεν υστερεί σε ποιοτικά κρασιά.
Περνώντας στα γλυκά δεν θα μπορούσαμε να προτείνουμε κάτι άλλο από το αφιλτράριστο Μοσχάτο του 2005 του Παρπαρούση που μετά τους Γάλλους έκανε και τους Ιταλούς να παραμιλάνε!
Κλείναμε με το Vinsanto 2000 του Χατζηδάκη που με το ιδιαίτερο χρώμα του αλλά και τα χαρακτηριστικά αρώματα σταφύδας και άλλων αποξηραμένων φρούτων έκλεινε εντυπωσιακά τις δοκιμές στο σταντ των ελληνικών κρασιών.
Ως επί το πλείστον, οι παρευρισκόμενοι έμειναν έκπληκτοι από την ποιότητα των όσων δοκίμασαν αλλά και από την πλούσια αμπελοοινική κληρονομιά της Ελλάδος αφού δοκίμαζαν 8 διαφορετικές αυτόχθονες ποικιλίες από κάθε άκρο της
χώρας.
Εμείς, βγάλαμε χρήσιμα συμπεράσματα και είδαμε πως με τις κατάλληλες κινήσεις τα Ελληνικά κρασιά μπορούν να βρουν τον δρόμο τους ακ
όμη και στις πιο δύσκολες αγορές.




(*τα κρασιά των Ελλήνων αμπελουργών στην Πάρμα)

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Γνωρίζοντας τα Ελληνικά διαμάντια vol.2

Στην τελευταία δοκιμή Ελληνικών κρασιών που είχαμε κάνει τον περασμένο Νοέμβριο (βλ. γνωρίζοντας τα Ελληνικά διαμάντια) άπαντες εντυπωσιάστηκαν από την ποιότητα και την ποικιλία στα στυλ των ελληνικών κρασιών. Όσοι απουσίαζαν τότε είτε γιατί ενσωματώθηκαν αργότερα στο γκρουπάκι δοκιμών είτε για διάφορους άλλους λόγους, άκουσαν πολύ καλά λόγια από αυτούς που συμμετείχαν και μου ζήτησαν να το επαναλάβουμε. Έτσι, χθες τρίτη, πέντε μόνο μέρες μετά την τελευταία δοκιμή (Millesimes master), βρεθήκαμε και πάλι γύρω από το γνωστό ξύλινο τραπέζι με ένα ποτήρι στο χέρι να αδειάζει και να ξαναγεμίζει συνεχώς με χρώματα,αρώματα και γεύσεις!
Η δοκιμή περιλάμβανε: τρία λευκά, έξι κόκκινα και ένα γλυκό, πέντε από τις αντιπροσωπευτικότερες περιοχές τις χώρας μας και καλή διάθεση από όλους!
Δυστυχώς όμως για διάφορους λόγους πέντε φίλοι δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν και έτυχε μάλιστα να είναι και από αυτούς που μέχρι τώρα είχαν ελάχιστη ή καθόλου εμπειρία από ελληνικά κρασιά. Ένα άλλο μείον ήταν η πιθανότητα μερικά από τα κρασιά να ήταν "κουρασμένα" λόγω του ότι 5 από αυτά τα έφερα μόλις πριν λίγες μέρες από το Παρίσι.
H Robola Gentilini 2006 ήταν ό,τι έπρεπε για το ξεκίνημα αφού δοκιμάζονταν πάρα πολύ καλά! Εγώ προσωπικά πρώτη φορά αισθάνθηκα, τα συνήθως διακριτικά αρώματα ροδάκινου και εξωτικών φρούτων της Ρομπόλας, τόσο έντονα και ταυτόχρονα καθαρά ενώ η ισορροπία στο στόμα ολοκλήρωνε την καλή του εικόνα. Αφήνοντας την Κεφαλλονιά και περνώντας για λίγο στην ηπειρωτική Ελλάδα πήγαμε στην Πελοπόννησο για να δοκιμάσουμε τα Δώρα Του Διονύσου του Παραπαρούση. Ένα λευκό από Ασύρτικο και Αθήρι με πολύ ιδιαίτερα λεμονάτα αρώματα και όμορφες βοτανικές νότες και στόμα άψογα ισορροπημένο με καλή διάρκεια. Δοκιμάζοντας λευκά δεν θα μπορούσαμε φυσικά να αφήσουμε απ' έξω την Σαντορίνη αφού παρά το γεγονός πως δοκιμάζουμε Σαντορίνες συχνά πυκνά, όλοι τις θεωρούν κορυφαία λευκά που δεν πρέπει να λείπουν από καμία δοκιμή ελληνικών κρασιών! Για την περίπτωση αυτή διάλεξα τον Πύργο 2004 του Χατζηδάκη γιατί ήμουν σίγουρος πως κανείς τους δεν είχε δοκιμάσει την συγκεκριμένη ετικέτα αφού κυκλοφορεί σε ελάχιστες φιάλες και παράγεται από ένα μικρό αμπελοτεμάχιο κοντά στο ομώνυμο χωριό. Ανοίγοντας το μου φάνηκε λίγο ύποπτο στην μύτη και σκέφτηκα πως ίσως θα έπρεπε να το περάσω από καράφα αλλά τελικά το άφησα ως είχε. Δοκιμάζοντας το, δύο ώρες μετά κατάλαβα πως είχα κάνει λάθος. Κρασιά με τόσο μεγάλη δύναμη αν και λευκά χρειάζονται καράφα για να ..καλμάρουν λίγο και να γίνουν πιο ευχάριστα. Η μύτη ήταν τόσο εκρηκτική που θα λεγε κανείς πως είχαμε κλείσει στο μπουκάλι το ίδιο το ηφαίστειο! Η αλήθεια ήταν πως στην αρχή είχα υποψιαστεί αλλοίωση από Βρετανομύκητες αλλά όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια, είχα ξεγελαστεί από την έντονη μύτη του που σε πρώτη φάση έδινε μία περίεργη ζωώδη αίσθηση. Σε αντίθεση με τους "μπρετ" που δίνουν μία μυρωδιά όλο και πιο έντονη όσο περνάει η ώρα και έρχονται σε επαφή με το οξυγόνο, εδώ η μύτη άνοιγε και καθάριζε. Στο στόμα πάντως δεν χωρούσε καμία αμφιβολία πως είχαμε να κάνουμε με ένα μεγάλο κρασί που αναδείκνυε το τεράστιο δυναμικό του νησιού και της ποικιλίας με μία χαρακτηριστική αλμύρα που το έκανε να δονείται μεταξύ της γλώσσας και του ουρανίσκου! Η αλήθεια πάντως είναι πως το εκτιμήσαμε πολύ καλύτερα στο τέλος της γευσιγνωσίας δηλαδή πέντε ώρες μετά το άνοιγμά του και αφού είχε ανοίξει για τα καλά.
Ευχαριστημένοι από τα λευκά και την γενναιοδωρία τους απέναντί μας, περάσαμε στα κόκκινα με την ελπίδα πως θα μας κάνουν και αυτά την χάρη να δοκιμάζονται εξίσου καλά!
Όπως πάντα η αρχή έγινε με την πιο φινετσάτη και κομψή ελληνική ποικιλία που δεν είναι άλλη από το Ξινόμαυρο. Δοκιμάσαμε ένα Γη και Ουρανός του 2003 το οποίο όμως δεν ενθουσίασε και απογοήτευσε και εμένα που δεν το είχα ακόμη δοκιμάσει και είχα μεγάλες προσδοκίες από αυτό. Τελικά το πήρα μαζί μου σπίτι γιατί ήμουν πεπεισμένος πως δεν έφταιγε το ίδιο το κρασί αλλά οι συνθήκες και όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε φορά σε τέτοιες περιπτώσεις είχα δίκιο. Αυτήν την στιγμή, δύο μέρες μετά το άνοιγμά του δοκιμάζεται πάρα πολύ καλά έχοντας μία εξαιρετική μύτη ώριμων φρούτων και στόμα με πολύ καλή οξύτητα που δείχνει ικανή να κρατήσει το κρασί αυτό αρκετά χρόνια ακόμη. Για πολλοστή φορά πάντως έκανα τις εξής παρατηρήσεις γύρω από την ποικιλία αυτήν:
- Στις περισσότερες περιπτώσεις η μύτη εξελίσσεται πιο γρήγορα από το στόμα
- Θέλει χρόνο! Είτε στο μπουκάλι προτού ανοιχτεί (παλαίωση) είτε στην καράφα αφού ανοιχτεί, το οξυγόνο είναι πολύ καλός σύμμαχος τις ποικιλίας αυτής!
Συνεχίζοντας ήθελα να δοκιμάσουμε κάτι που σπάνια οι Γάλλοι* έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν αλλά ακόμη και εγώ ο ίδιος δεν τυχαίνει να πίνω συχνά. Ένα κόκκινο 100% Νεγκόσκα που μόλις είχε εμφιαλωθεί. Δυστυχώς όμως για όλους μας το ταξίδι από Νάουσα - Αθήνα τρεις μέρες μετά την εμφιάλωση και λίγες μέρες μετά Παρίσι και από κει Βουργουνδία "σοκάρισαν" το νεαρό αυτό κρασί και δεν δοκιμάζονταν καθόλου καλά. Η μύτη του ήταν απελπιστικά κλειστή και η τανίνες του στεγνές και επιθετικές. Ας ελπίσουμε πως η δεύτερη φιάλη που έφερα μαζί μου θα έχει στρώσει όταν την δοκιμάσουμε και θα αφήσει την Νεγκόσκα να δείξει τον πραγματικό της εαυτό.
Αμέσως μετά όμως ήρθε η έκπληξη της βραδιάς! Μία Ο.Π.Α.Π. Σητεία του 2000 από την Κρήτη φτιαγμένη από 80% Λιάτικο και 20% Μαντηλαριά. Η άψογη φινέτσα του και η μεγάλη του διάρκεια κλέψανε την παράσταση και εξέπληξαν τους Γάλλους αποδεικνύοντας τους πως το δυναμικό των Ελληνικών ποικιλιών είναι ανεξάντλητο και ακόμη και λιγότερο γνωστές ποικιλίες μπορούν να παράγουν φανταστικά κρασιά!
Άλλη καινούργια εμπειρία της βραδιάς ένα κόκκινο από την Σαντορίνη και πιο συγκεκριμένα ένα Μαυροτράγανο. Με έναν παιχνιδιάρικο φρουτώδη χαρακτήρα στη μύτη θύμιζε την φρεσκάδα των Beaujolais αλλά στο στόμα με την οξύτητα του και την καλή δομή φανέρωνε ένα κρασί ποιο καλοστημένο και με πολύ καλές δυνατότητες εξέλιξης. Να σημειώσω εδώ ότι και αυτό είχε εμφιαλωθεί μερικές βδομάδες πριν και μόλις το είχα φέρει από το Παρίσι αλλά μετά από ένα τρίωρο στην καράφα ηρέμησε και ήρθε στα ..ίσα του!
Η Νεμέα για ακόμη μία φορά δεν μας έκανε την χάρη και ένα ελάττωμα στην φιάλη αλλοίωνε όλα της τα χαρακτηριστικά και έκανε αδύνατη την δοκιμή της. Τελικά δεν είναι γραφτό να δοκιμάσουμε Νεμέα αφού στην προηγούμενη δοκιμή δεν είχα καταφέρει να βρω και σε μία άλλη δοκιμή είχα πέσει και πάλι σε ελαττωματική φιάλη.
Τελειώσαμε τα κόκκινα με τον Οργίων 2006 του Σκλάβου, μία ξηρή Μαυροδάφνη την οποία είχα βάλει σε καράφα τέσσερις ώρες πριν την δοκιμάσουμε για να χάσει λίγο τον αναγωγικό της χαρακτήρα. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό και αναγκαστήκαμε να καταφύγουμε στην μέθοδο του χαλκού για να διώξουμε λίγο τα βαριά αναγωγικά αρώματα. Μετά από αυτό δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα με το φρούτο να αρχίζει να κερδίζει σιγά σιγά την μύτη και το πολύ πλούσιο στόμα να εντυπωσιάζει.
Για το κλείσιμο της δοκιμής είχα κρατήσει τον, κατά την προσωπική μου άποψη, αδιαμφισβήτητο βασιλιά τον Ελληνικών γλυκών κρασιών, το Μοσχάτο Ρίου Πατρών 2005 του Παρπαρούση. Το απίστευτα καθαρό φρούτο του και η άριστη ισορροπία οξύτητας - γλυκύτητας χαρακτηρίζουν το νέκταρ αυτό που στην άφιλτρη εκδοχή που δοκιμάσαμε βγάζει μία ακόμη πιο αγνή έκφραση των πρωτογενών του αρωμάτων και το καθιστά μοναδικό!

Αφήνοντας της ηλιόλουστες Ελληνικές οινοπαραγωγικές περιοχές ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την επόμενη πέμπτη όπου πρόκειτε να επιστρέψουμε στην Γαλλία και σε πιο συνηθισμένες για τους περισσότερους γεύσεις...



σημ.: Η φώτο από την Σητεία είναι δανεισμένη από το blog της οινοποιίας Οικονόμου.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Pour them good wines and they will make good laws!

Την δεύτερη πέμπτη του Ιανουαρίου κάναμε με την παρέα την πρώτη φετινή συνάντηση για οινοποσία. Μιας και ήταν η πρώτη του 2009 αποφασίσαμε το θέμα να είναι το "neuf" που στα γαλλικά σημαίνει 9 αλλά σημαίνει επίσης και καινούργιο. Θα μπορούσε δηλαδή να είναι ένα κρασί του 99, του 89, του 79... ή ένα κρασί από 100% καινούργιο βαρέλι, από καινούργιο οινοποιό κ.ο.κ. Το πρώτο κρασί ήταν λευκό και η πρώτη εντύπωση που έδινε ήταν αρνητική αφού ήταν αρκετά αναγωγικό. Πολύ γρήγορα όμως το κρασί αυτό κέρδισε την συμπάθειά μας. Η μύτη άλλαζε γρήγορα και έδινε μία αίσθηση τσακμακόπετρας αλλά και κάποιες νότες λεμονιού. Ένα πρωτόγνωρο μπουκέτο για τους περισσότερους από εμάς και για τον λόγο αυτόν δυσκολευόμασταν να μαντέψουμε τι υπάρχει στο ποτήρι μας. Στο στόμα μία ελαφρά αρμύρα που μου θύμιζε μερικά δικά μας κρασιά από νησιά όπως η Σαντορίνη ή η Κεφαλονιά και μία κοφτερή οξύτητα που έκοβε το στόμα στα δύο έκαναν ακόμη πιο δύσκολη την αναγνώριση του κρασιού αυτού. Τελικά ήταν ένα Bordeaux του 1979 από sémillon, μία ποικιλία στην οποία όλοι μας είμαστε ασυνήθιστοι, πόσο μάλλον όταν αυτό είναι 29 χρονών! Εντυπωσιακό πάντως πως ένα λευκό διατηρήθηκε έτσι όλα αυτά τα χρόνια!
Στην συνέχεια περάσαμε στα κόκκινα ξεκινώντας με ένα Ξινόμαυρο του 2000* από το κτήμα Κυρ-Γιάννη. Σε εξαιρετική κατάσταση, ίσως και στο καλύτερο σημείο της ζωής του, εξέπληξε τους πάντες με το γεμάτο μπουκέτο του, τον όγκο του και τις καλοδομημένες τανίνες του. Αρκετά δυνατό και πιο συμπυκνωμένο απ΄ότι έχουμε συνηθίσει στα Ξινόμαυρα ξέφευγε ίσως λίγο από την τυπικότητα της ποικιλίας χωρίς αυτό όμως να είναι αρνητικό αφού δείχνει πως η ποικιλία αυτή μπορεί να εκφράσει την δυναμική της με διάφορους τρόπους! Η ετικέτα αυτή έχει πλέον καταργηθεί και το κρασί αυτό δεν παράγεται. Σε δοκιμή που είχα κάνει στο κτήμα πριν μερικούς μήνες δε θυμάμαι να βρήκα κάτι που να μπορεί να θεωρηθεί αντικαταστάτης του.
Αμέσως μετά ταξιδέψαμε για λίγο στο νότιο ημισφαίριο, στo Margaret River της Αυστραλίας μένοντας πάντα στην ίδια χρονιά. Το οινοποιείο Cullen απ'όπου προέρχονται το επόμενο κρασί μας είναι ένα από τα πιο αξιόλογα βιοδυναμικά οινοποιία της χώρας και η Diana Cullen
θεωρείτε από πολλούς η Anne-Claude Leflaive της Αυστραλίας! Φτιαγμένο από 65% CabernetSauvignon, 20% Merlot και 15% Petit Verdot, Malbec και Cabernet Franc, ήταν ιδιαίτερα εκφραστικό και φρουτώδες στην μύτη χωρίς όμως να έχει το κάτι παραπάνω που θα μπορούσε να κάνει την διαφορά. Στο στόμα ήταν λιγότερο φρουτώδες με μέτριο σώμα και επίγευση. Σίγουρα περιμέναμε πολλά παραπάνω από αυτό το κρασί που ήταν μεν καλό σε γενικές γραμμές αλλά κατώτερο της φήμης του. Επιστρέφοντας στην Ευρώπη δοκιμάσαμε την πρώτη εμφιάλωση ενός Merlot από την αριστερή όχθη του Garonne στο Μπορντό. Ένα πολύ φιλόδοξο project ενός οινοποιείου που χρησιμοποιεί σύστημα ολοκληρωμένης διαχείρισης**, δεν χρησιμοποιεί καθόλου δεξαμενές (η ζύμωση γίνεται στο βαρέλι) και καθόλου αντλίες (χρήση της βαρύτητας). Φρουτώδης μύτη με έντονη παρουσία μέντας που πρόδιδε την ποικιλία από την οποία ήταν φτιαγμένο. Μία μύτη που γλύκιζε πάρα πολύ και έδινε την εντύπωση πως μόλις πιούμε μία γουλιά θα μας πιάσουν καούρες ενώ κατά τον ίδιο τρόπο η τανίνες ήταν τόσο στρογγυλεμένες που έδιναν την εντύπωση πως το κρασί που πίναμε ήταν γλυκό. Σε συνδυασμό με το αδύναμο σώμα και την μικρή επίγευση κανένας μας δεν εκτίμησε το κρασί αυτό το οποίο αμέσως μετά πληροφορηθήκαμε πως κοστίζει 80€ λιανική!!!
Τελειώνοντας με τα κόκκινα δοκιμάσαμε ένα ακόμη μπορντό από το οποίο όμως για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν έχω ούτε σημειώσεις ούτε μπορώ να θυμηθώ πως δοκιμάζονταν.
Κλείσαμε την βραδιά πίνοντας έναν αφρώδη οίνο από μοσχάτο του '96 από την τελευταία δηλαδή ερωτική χρονιά του αιώνα μετά το '69. Δε θα σχολιάσω τον οίνο γιατί όπως έχω ξαναπεί δεν τα πάω καλά με τις φυσαλίδες αλλά θα σχολιάσω την όλη ιδέα! Ο Seppi Landmann λοιπόν είναι ένας πολύ επαναστατικός, extreme, βιοδυναμιστής παραγωγός από την Αλσατία και του αρέσει να κάνει πράγματα που να ξεχωρίζουν. Η cuvée erotique πέρα από την πολύ προκλητική μπροστινή ετικέτα έχει και μία ενδιαφέρουσα πίσω ετικέτα η οποία γράφει:

"Τhis label is dedicated to Serge gainsbourg and Jane Birkin when life had a wonderfully titillating taste of freedom .Nowadays the cowardice and the hypocrite censure of our representatives and frantic lawmakers make Montaigne's maxim "pour them good drinks and they will make good laws" definitely meaningful"

Την πέμπτη 22 Ιανουαρίου κάναμε δοκιμή με θέμα την νοτιοδυτική Γαλλία αλλά δεν νομίζω πως υπήρχε κάτι που να είναι πραγματικά άξιο αναφοράς...



*Η χρονιά 2000 είναι η χρονιά της καινούργιας (neuf) χιλιετηρίδας. Εξού και η παρουσία 2 κρασιών της χρονιάς αυτής σε μία γευσιγνωσία με το θέμα "neuf".

**Ολοκληρωμένη διαχείριση: Μέθοδος καλλιέργειας φιλικής προς το περιβάλλον ένα στάδιο πριν την Βιολογική. Τα ραντίσματα ή η λίπανση γίνονται μόνο όταν κριθούν απαραίτητα και μετά από αναλύσεις ενώ γίνεται σωστή διαχείριση των προιόντων που περισσεύουν (δεν πετιούνται στο αυλάκι π.χ.). Ακούγεται σωστό αλλά είναι λυπηρό κάτι που θα έπρεπε να θεωρείτε αυτονόητο να είναι η επιλογή μιας μικρής μερίδας παραγωγών που το κάνουν αυτό κυρίως για να κερδίσουν την συμπάθεια τον συνειδητοποιημένων καταναλωτών.


υ.γ.: Όσοι δεν γνωρίζετε ποιος είναι ο Serge Gainsbourg και ποια η σχέση του με τον ερωτισμό αξίζει τον κόπο να το ψάξετε!

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Γνωρίζοντας τα ελληνικά διαμάντια

Παρασκευή 14 Νοέμβρη και η Beaune βρίσκεται στο επίκεντρο του οινικού κόσμου. Η δημοπρασία κρασιών στο Hospices de Beaune και οι εκδηλώσεις που την πλαισιώνουν, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όλων των φίλων του κρασιού και όπως είναι λογικό, το Pinot Noir και το Chardonnay έχουν την τιμητική τους! ...και ενώ όλες οι δοκιμές περιορίζονται στην περιοχή από το Chablis ως την Macon εμείς αποφασίσαμε να περάσουμε τα στενά αυτά όρια και να οργανώσουμε μεταξύ γνωστών και φίλων μία δοκιμή Ελληνικών κρασιών!
Παίρνοντας τις 7 καλύτερες φιάλες του στοκ μου και αγοράζοντας άλλη μία την τελευταία στιγμή από έναν τοπικό καβίστα, ξεκίνησα να ετοιμάζω την όλη κατάσταση 3 ώρες πριν. 7 από τα 8 ήτανε άψογα και για ένα μόνο είχα υποψία για ένα προβληματάκι. Καραφάρισα* λοιπόν ότι θεώρησα πως ήταν αναγκαίο και στην συνέχεια πήγα στο κοντινότερο τυροπωλείο για να αγοράσω τα ανάλογα τυριά!
Γύρω στις 7 είχαμε μαζευτεί όλοι και χωρίς να χάνουμε χρόνο περάσαμε στο πρώτο λευκό. Μία εμφιάλωση Σαντορίνης από την οινοποιεία Χατζηδάκη που γίνεται μόνο για την γαλλική αγορά και φέρει το όνομα cuvée No15. Για την Σαντορίνη δεν ανησυχώ ποτέ αφού ξέρω πάντα πως θα με βγάλει ασπροπρόσωπο από όποιον παραγωγό και αν προέρχεται. Πόσο μάλλον από τον Χαρίδημο Χατζηδάκη ο οποίος κάνει πάντα εξαιρετική δουλειά! Όσοι γνώριζαν ήδη την Σαντορίνη είχαν πολύ καλές εντυπώσεις και επαληθεύτηκαν για ακόμη μία φορά. Όσοι την γεύονταν για πρώτη φορά ενθουσιάζονταν με τον πλούτο και την δύναμη του Ασύρτικου ενώ όπως συμβαίνει σε κάθε φίλο του κρασιού στην πρώτη του επαφή με την Σαντορίνη, δεν πίστευαν πως ένα κρασί που παράγεται τόσο νότια μπορεί να έχει τέτοιες οξύτητες! Συνεχίσαμε με την Σαντορίνη από το αμπελοτεμάχιο Μύλος του Χατζηδάκη την οποία είχα καραφάρει ώστε να καλμάρω λίγο την απίστευτη δύναμή της και να πέσει λίγο το αλκοόλ της (15%!). Στην πρώτη όσφρηση ένας τρομερός αρωματικός πλούτος γέμιζε τα ρουθούνια μας με άνθη εσπεριδοειδών ενώ με την πρώτη ανάδευση το μήλο και το αχλάδι κυριαρχούσαν Από εκεί και πέρα χάρη στην μεγάλη πολυπλοκότητα του κρασιού αυτού, κάθε φορά που φέρναμε το ποτήρι στην μύτη μας ανακαλύπταμε και κάτι ακόμη! Στην συνέχεια περάσαμε στα κόκκινα όπου λόγω καταγωγής είχα φροντίσει να κυριαρχούν τα Ξινόμαυρα! Ένα δείγμα του 2007 από βαρέλι, μία νεαρή Νάουσα και ένα παλιό Ξινόμαυρο 11 χρόνων έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε την εξέλιξη της ποικιλίας αυτής στον χρόνο.
Ξεκινώντας, ο Παλιοκαλιάς του 2005 εντυπωσίασε με την αρωματική του ένταση και τα ξεχωριστά αρώματά του. Στο στόμα είχε πολύ καλή δομή, χαρακτηριστική του ξινόμαυρου αλλά οι τανίνες του ήταν κάπως ξηρές, απόδειξη πως το Ξινόμαυρο θέλει χρόνο για να αποδώσει τα μέγιστα. Πάντως οι βελτίωσή του σε σχέση με 2 μήνες πριν που το είχα δοκιμάσει ήταν θεαματική ενώ για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο κρασί κυριαρχούσαν έντονα αρώματα μαύρης σοκολάτας. Η συνέχεια ήταν ακόμη καλύτερη με την Ράμνιστα του 1997 να βρίσκεται στα καλύτερά της. Αρχικά ένα απίστευτα καθαρό άρωμα τρούφας συνεπήρε όλους όσους δοκίμαζαν και μου επαναλάμβαναν συνεπαρμένοι:<<mais il y a un arôme de truffe incroyable...!!!>> ενώ όσο στριφογυρίζαμε τα ποτήρια μας τόσο ξεδιπλώνονταν μπροστά μας διάφορα αρώματα. Το στόμα του ήταν τέλεια ισορροπημένο χωρίς όμως να έχει χάσει καθόλου στην δομή του και δείχνοντας πως είναι ένα κρασί που μπορεί να πάει ακόμη 5-6 χρόνια τουλάχιστον!
Την στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να περάσουμε στην επόμενη φιάλη, συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει το δείγμα από βαρέλι του αυτόριζου Ξινόμαυρου 2007 το οποίο είχε ήδη περάσει σχεδόν 3 ώρες στην καράφα! Ζητώντας συγνώμη από τους υπόλοιπους, σερβίρισα με την ελπίδα πως δεν θα χαθεί στην σκιά της παλιάς Ράμνιστας και δεν θα μας στεγνώσει το στόμα με τις νεαρές ακόμη τανίνες του. Ευτυχώς όμως διαψεύστηκα τελείως! Το άδειασμα που είχα κάνει νωρίτερα από την καράφα στο μπουκάλι και ξανά στην καράφα με τρόπο ώστε να έρθει σε επαφή με το οξυγόνο όσο το δυνατόν περισσότερο κρασί έδωσαν θεαματικά αποτελέσματα! Τα ποτήρια μας ήταν γεμάτα ζωηρά αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων που εναλλάσσονταν με δροσερές μεταλλικές νότες ενώ η πρώτη επαφή με το στόμα ήταν τόσο βελούδινη που σε τυφλή δοκιμή κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει περί τίνος πρόκειται. Τέλος, η μεγάλη διάρκειας επίγευση έκλεινε θετικά την πολύ καλή εικόνα που δημιουργήσαμε για το κρασί αυτό που θα εμφιαλωθεί σε μερικούς μήνες από τώρα. Περιττό να πω πως έχω ήδη κρατήσεις για μερικά κιβώτια από τους περισσότερους απ' όσους το δοκίμασαν μαζί μου!
Το 6ο κρασί της δοκιμής δυστυχώς δεν μας έκανε την χάρη να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες μας. Η υποψία προβλήματος που είχα όταν το άνοιξα επιβεβαιώθηκε αφού όσο αυτό έμενε ανοικτό τόσο οι Βρετανομύκητες κυριαρχούσαν και έκαναν την εκτίμηση των πραγματικών χαρακτηριστικών του αδύνατη! Κρίμα γιατί ήτανε ένα κρασί που σπάνια έχω την τύχη να δοκιμάσω αφού προέρχεται από μία λίγο διαδεδομένη ποικιλία.
Αφότου ξεπλύναμε τα ποτήρια μας, περάσαμε κατευθείαν στο επόμενο κρασί. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα των Ελληνικών κρασιών αν δεν δοκιμάζαμε ένα Αγιωργήτικο προτού κλείσουμε με τα ξηρά. Δυστυχώς δεν κατάφερα να έχω πρόσβαση σε μία Νεμέα και έτσι δοκιμάσαμε έναν Νότιο του 2003. Αρκετά εκφραστικός, με πολύ καθαρά αρώματα, πλούσιο γεμάτο στόμα και μακρά επίγευση άφησε καλές εντυπώσεις αν και όπως όλοι διαπίστωσαν πρόκειται για διαφορετική σχολή κρασιού από τα προηγούμενα. Μία προσέγγιση κάπως πιο τεχνολογική χωρίς όμως αυτό να είναι αρνητικό αφού με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται πως η Ελλάδα παράγει κρασιά που μπορούν να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα!
Για το κλείσιμο είχα προβλέψει ένα γλυκό κρασί από την Σαντορίνη. Όχι ένα Vinsanto όπως συνηθίζεται αλλά ένα γλυκό από κόκκινα σταφύλια της ποικιλίας Βουδόματο. Η πρώτη εντύπωση που έδινε στην μύτη ήτανε αρνητική λόγω της ανεβασμένης πτητικής οξύτητας αλλά ο μεγάλος του αρωματικός πλούτος το βοηθούσε να κερδίσει πόντους αφού του έδινε μία πολύ ενδιαφέρουσα πολυπλοκότητα. Στο στόμα κυριαρχούσε το γλυκό μια και η πολύ μεγάλη του οξύτητα δεν έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της παρά μόνο στο τέλος όπου και του προσέδιδε μία πολύ ωραία επίγευση πολύ μεγάλης διάρκειας. Από εκεί και πέρα οι γνώμες ήταν διχασμένες και δεδομένου πως κανείς από μας δεν είναι μεγάλος φαν των γλυκών κρασιών επιστρέψαμε στα ξηρά ξαναδοκιμάζοντας ο καθένας αυτό που του άρεσε περισσότερο!
Στο τέλος της δοκιμής, οι πάντες ήταν καταευχαριστημένοι και δεν σταμάτησαν να με ευχαριστούν και να μου λεν το πόσο εντυπωσιάστηκαν με τους ελληνικούς αυτούς θησαυρούς! Ένα ακόμη δείγμα του ότι αν δοθεί η κατάλληλη προσοχή στις Ελληνικές ποικιλίες και δουλευτούν όπως πρέπει, η χώρα μας δεν έχει να φοβάται τίποτα αφού μπορεί να παράγει οίνους με ξεχωριστό χαρακτήρα. Κρασιά των οποίων όμοια δεν βρίσκουμε σε καμία άλλη γωνιά της γης και οι απανταχού οινόφιλοι θα ψάχνουν με λαχτάρα να τα προσθέσουν στην συλλογή τους!



*Σύμφωνα με μερικούς παλιούς Γάλλους οινολάτρες το καραφάρω είναι βάρβαρο ρήμα και είναι προτιμότερο να λέμε το βάζω σε καράφα. Ακούγεται πιο φιλικό προς το κρασί!

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Beaune 1er Cru "Les blanches fleures" 2003 + Γη κ Ουρανός 2005

Αν και προτιμούσα να ξεκινήσω σχολιάζοντας ένα ελληνικό κρασί θα αρχίσουμε με μία Βουργουνδία και συγκεκριμένα ένα 1er cru από την Beaune το οποίο δοκιμάσαμε σήμερα το απόγευμα.
Έχουμε και λέμε λοιπόν:
-Χρώμα κεραμυδί, κάπως θαμπό.
-Στη μύτη, αρχικά βγάζει αρώματα καφέ και ψημένου ψωμιού αλλά με την ώρα χάνονται και έρχονται στο προσκήνιο πιο φρουτώδη αρώματα τα οποία δεν είναι αρκετά καθαρά αφού συνοδεύονται από νότες μούχλας και βρεγμένου ξύλου που "ρίχνουν" πάρα πολύ την εικόνα αυτού του κρασιού.
-Στο στόμα είναι αρκετά καλά δομημένο με στρογγυλεμένες τανίνες στο τελείωμα όμως αφήνει ένα κάψιμο που οφείλεται στην έντονη παρουσία αλκοόλ.
-Γενική εντύπωση: Μέτριο κρασί, μάλλον όχι αντάξιο του τίτλου που φέρει. Η Angeline η οποία το προμηθεύτηκε μας επισημαίνει ότι στην κάβα με τα βαρέλια του οινοποιείου υπήρχε πάρα πολύ έντονη οσμή μούχλας η οποία ίσως να είναι η αιτία των δυσάρεστων οσμών αν και ο παραγωγός αρνούνταν κατηγορηματικά ότι κάτι τέτοιο μπορεί να παίξει κάποιον ρόλο!

Το γη και ουρανός είναι ένα κόκκινο 100% ξινόμαυρο που παράγεται από τον φίλο μου Αποστόλη Θυμιόπουλο στον Τρίλοφο Ημαθίας. Είχα δώσει μία φιάλη πριν καιρό στην Angéline και την ήπιαν πριν λίγες μέρες. Μου μετέφερε τις εντυπώσεις της και θεώρησα καλό να τις δημοσιεύσω αφού είναι ενδιαφέρoν να γνωρίζουμε την άποψη των απλών Γάλλων καταναλωτών για τα Ελληνικά κρασιά!

-Εκφραστική μύτη, με το φρούτο να επισκιάζεται ελαφρώς από το ξύλο του βαρελιού αλλά και με κάποιες "πράσινες*" νότες που θα χαθούν με το πέρασμα του χρόνου.
-Στόμα πολύ καλά ισσοροπημένο με σχετικά ήπιες τανίνες για την ηλικία του (2005).
Μοναδικό μειονέκτημα, η έντονη παρουσία αλκοόλ (14%).

Βέβαια δεν είχα πει ότι έχουμε να κάνουμε με επιτραπέζιο οίνο και ενθουσιάστηκαν όταν το έμαθαν αφού οι αντίστοιχοι γαλλικοί δυσκολέυονται να φτάσουν σ'αυτά τα στάνταρ αλλά φυσικά οι τιμές τους είναι αρκετά χαμηλότερες...

Κωστής


*πράσινες νότες: αρώματα που συναντάμε στα νέα κρασιά και συνήθως χάνονται με το πέρασμα του χρόνου. Θυμίζουν κομμένο χόρτο. Όχι απαραίτητα ευχάριστες σε ένα κρασί αν και εξαρτάται από την έντασή τους.