Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιοκαλιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιοκαλιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Καθέτως, οριζοντίως ...και πλαγίως: Νάουσες

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος μαζευτήκαμε στην ταβέρνα Χάραμα στο Αρκοχώρι για μία δοκιμή κρασιών διαφόρων ποικιλιών και προελεύσεων με επίκεντρο πάντα το Ξινόμαυρο. Φέρνουμε δηλαδή τις δύο τρέχουσες χρονιές Ξινόμαυρου Νάουσας που κυκλοφορούν στην αγορά, μερικά παλαιωμένα Ξινόμαυρα και συμπληρώνουμε με ότι άλλο αρπάξουμε από την κάβα μας. Συνήθως υπάρχει και ένα πολύ καλό Αγιωργίτικο αλλά και καλά κρασιά του εξωτερικού ώστε ο ανταγωνισμός να είναι σκληρός.

Η γευσιγνωσία γίνεται κατά την διάρκεια γεύματος. Πρωτού περάσουμε στην δοκιμή του κάθε κρασιού κάνουμε μία σύντομη παρουσίαση όλων των παραγόντων που συνετέλεσαν στην δημιουργία του. Αυτό συμπεριλαμβάνει, τα εδαφικά και ποικιλιακά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά της χρονιάς και τον τρόπο οινοποίησης. Αφού δοκιμαστεί το κάθε κρασί όλοι οι παρευρισκόμενοι εκφράζουν την γνώμη τους πάνω σε αυτό. Όταν όλοι έχουν πει την άποψή τους δίνεται από τον καθένα μία βαθμολογία από την οποία βγαίνει στο τέλος ένας μέσος όρος. Πολλά από αυτά που δοκιμάζουμε τα ξαναδοκιμάζουμε την επόμενη ημέρα για να δούμε την εξέλιξή τους. Πέρα από το κλασσικό team των πέντε του μπλογκ, στην δοκιμή συμμετείχαν και δύο Γιώργηδες. Ο πρώτος είναι οινολόγος και οινοπαραγωγός στην Νάουσα και ο δεύτερος εμπορεύεται μεσογειακά κρασιά και προϊόντα γαστρονομίας στο Παρίσι.

Ξεκινήσαμε με την Νάουσα 2009 του Διαμαντάκου το οποίο σε πρώτη φάση ήταν έντονα εκφραστικό αλλά πολύ γρήγορα έκλεινε και γίνονταν αρκετά ουδέτερο αρωματικά. Στο στόμα έδειχνε πως οι τανίνες έχουν αρχίσει να ισορροπούν με την οξύτητα αλλά θέλει ακόμη χρόνο στην φιάλη ώστε να δώσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο. Να υπενθυμίσω πως το 2009 ήταν μία χρονιά που χαρακτηρίζεται σχετικά ψυχρή.

Ο Παλιοκαλιάς του 2009 ήταν σχετικά κλειστός αρωματικά αφού πριν ανοιχτεί υπέστη μία απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας του. Στο στόμα πάντως διατηρούσε μία εξαιρετική ορυκτή φρεσκάδα συνδυασμού των κλιματικών συνθηκών και των εδαφών από όπου προέρχεται. Την επόμενη μέρα πάντως, κατά γενική ομολογία όλων, δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα.

Κλείσαμε τα 2009 με το Γη και Ουρανός το οποίο είχε πολύ καλή αρωματική ένταση και διάρκεια με αρώματα κέδρου και γλυκού κερασιού. Στο στόμα ήταν εξίσου δυναμικό αλλά σίγουρα θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη αρκετό καιρό ώστε να το απολαύσουμε στα καλύτερα του. Μέχρι τότε ποιος το βρίσκει όμως...

Ανεβαίνοντας μία χρονιά επάνω περάσαμε στην Νάουσα 2010 του Διαμαντάκου το οποίο ήταν δείγμα από το χαρμάνι που βρίσκεται αυτήν στιγμή στην δεξαμενή. Αρωματικά είχε καλύτερη αρωματική διάρκεια από αυτό του '09 ενώ το στόμα έδινε μία αέρινη αίσθηση που τελείωνε αφήνοντας πολύ καλή επίγευση. Υπενθυμίζω πως το 2010 ήταν μία δύσκολη χρονιά με πολύ ξηρασία τον Αύγουστο και ατέλειωτες βροχές από τα τέλη Σεπτέμβρη έως τα τέλη Οκτώβρη.

Το Γη και Ουρανός του 2010 ήταν πιο απαλό αρωματικά σε σχέση με αυτό του '09 αλλά εξίσου δυναμικό και διαρκές στο στόμα. Προσωπικά βρήκα τα αρώματα του πιο πολύπλοκα από αυτά της προηγούμενης χρονιάς και ανυπομονώ να το ξαναδοκιμάσουμε τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι!

Συνοψίζοντας τις δύο πρώτες χρονιές που δοκιμάσαμε θα πρέπει να πούμε πως ήταν δύο δύσκολες χρονιές - η κάθε μία για διαφορετικό λόγο- και είναι δύο χρονιές που θα παρουσιάσουν μεγάλο ενδιαφέρον στο μέλλον. Είναι επίσης χρονιές στις οποίες θα φανεί η μαγκιά του κάθε παραγωγού και το πόσο καλά μπορεί να αντιπαλέψει τις δύσκολες συνθήκες. Κατά κάποιο τρόπο, τέτοιου είδους χρονιές είναι και αυτές οι οποίες θα δείξουν ποιοι θα είναι αυτοί που θα συνεχίσουν ψηλά στα χρονιά που έρχονται και ποιοι θα χαθούν στην αφάνεια...

Τα κρασιά της βραδιάς
Ακολούθησε το 2006 του Διαμαντάκου το οποίο εμφάνιζε μεγάλη αρωματική πολυπλοκότητα και θύμιζε από κράνο μέχρι τρούφα ενώ υπήρχαν και πολύ όμορφες νύξεις από άνθη βιολέτας που το έκαναν να θυμίζει Pinot Noir της βουργουνδίας. Παρόλα αυτά η διάρκεια αυτών των αρωμάτων δεν ήταν μεγάλη και το ίδιο συνέβαινε και με την διάρκεια της επίγευσης. Το στόμα ήταν επίσης κοντό και μετά από αυτά που συζητήσαμε με τον παραγωγό αλλά και από αυτά που έχουμε συμπεράνει δοκιμάζοντας το κρασί σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα φαίνεται καθαρά πως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της περιοχής. Δίνει δηλαδή ξινόμαυρα που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά φίνα αρωματικά και εύκολα να καταναλωθούν νέα σε σχέση με άλλα κρασιά της ίδιας ποικιλίας. Στερούνται όμως του μεγάλου δυναμικού παλαίωσης που χαρακτηρίζει την ποικιλία. Ένα ακόμη στοιχείο όμως που θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας είναι πως το 2006 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την περιοχή της Νάουσας με αρκετές βροχές και χαμηλές θερμοκρασίες. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι από τις πρώτες χρονιές που ο παραγωγός ανέλαβε εξ ολοκλήρου την οινοποίηση και έχει ακόμη μπροστά του δρόμο μέχρι να τελειοποιήσει την τεχνική και τις μεθόδους του.

Τρεις χρονιές παρακάτω, το Γη και Ουρανός του 2003 ήταν αρωματικά μέχρι τώρα το πιο γήινο της δοκιμής χωρίς να έχει χάσει όμως πολύ από το φρούτο του. Στο στόμα η οξύτητες ήταν ακόμη σε εξαιρετικά επίπεδα και οι τανίνες έδειχναν πως χρόνο με το χρόνο λιώνουν αργά αλλά σταθερά. Η πρώτη εμφιάλωση του παραγωγού κάθε φορά που την δοκιμάζουμε επιβεβαιώνει την ρήση "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται"!

Ακολούθησε η Ράμνιστα του 2000. Χρονιά αγαπημένη για το κρασί αυτό αφού στην Γαλλία το είχα παρουσιάσει σε αρκετές δοκιμές σαν αιχμή του δόρατος του ελληνικού κρασιού με μεγάλη επιτυχία. Στην μύτη αρχικά έβγαζε ωραία αρώματα ντομάτας με γήινες νότες τρούφας. Γρήγορα όμως άρχισε να πέφτει και να εμφανίζει σημάδια κούρασης. Το στόμα ήταν πολύ πιο κάτω από τις προσδοκίες αλλά και από αυτό που φανέρωνε η μύτη. Ασύνδετο, με σφιχτό και δύσκολο τελείωμα έδειχνε πως κάτι δεν είχε πάει καλά. Πιθανότατα αυτό να συνέβη γιατί σε κάποια στάδιο της ζωής της φιάλης υπήρξαν κακές συνθήκες συντήρησης. Δυστυχώς αυτό είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει σε αρκετά κρασιά και ειδικά σε παλαιωμένα των οποίων την διαδρομή μέχρι το τραπέζι μας αγνοούμε. Αναρωτιέμαι πόσα χέρια να είχε αλλάξει άραγε αυτή η Ράμνιστα προτού να φτάσει στο ποτήρι μας...

Στην ίδια χρονιά δοκιμάστηκε επίσης και ο Πήγασος του Μαρκοβίτη. Στην αρχή η μύτη ήταν ελαφρώς αναγωγική αλλά γρήγορα άρχισε να δείχνει έναν πιο καθαρό χαρακτήρα που είχε αντέξει πάρα πολύ καλά το πέρασμα του χρόνου. Στο στόμα διατηρούσε ακόμη την ζωντάνια του και τον δυναμισμό του ενώ οι τανίνες του ωριμάζουν αργά αργά δίνοντας του την προοπτική να κρατηθεί στο επίπεδο αυτό για τουλάχιστον πέντε ακόμη χρόνια.

Η "διαγώνια" δοκιμή των Ξινομαύρων της Νάουσας έκλεισε με αυτήν του Μελιτζανή του 1995 αλλά δυστυχώς το κρασί αυτό δεν είχε κρατήσει στο χρόνο. Όταν ανοίχτηκε δοκιμάζονταν ακόμη αρκετά καλά αλλά η πολύ ζέστη σε συνδυασμό με την μεταφορά του μέχρι το Αρκοχώρι το αποτελείωσαν. Για αυτό λοιπόν είναι καλό να μην πολυ-ταλαιπωρούμε τις παλιές φιάλες, να τις δοκιμάζουμε επί τόπου, να αποφεύγουμε τις πολλές αλλαγές κλίσης και τις πολλές μετακινήσεις γενικότερα...

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος των δοκιμών μας. Το ξινόμαυρο επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά πως είναι μία ποικιλία η οποία επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους παράγοντες που συντελούν στην δημιουργία του. Κάθε χρονιά δίνει πολύ έντονο το στίγμα της, κάθε παραγωγός αποτυπώνει το στυλ του και κάθε αμπελοτεμάχιο φανερώνει ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Έτσι, η Νάουσα με το Ξινόμαυρο παρουσιάζει μία πολυ μεγάλη ποικιλομορφία που την κατατάσσει στην λίστα με τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του οινικού κόσμου!

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε όλα τα υπόλοιπα κόκκινα αλλά και μερικά λευκά από διάφορα μέρη του κόσμου...

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Καθέτως, οριζοντίως, ...ακόμη και πλαγίως: Τα νεαρά

Ο Ιούλιος, όπως και ο Αύγουστος είναι πάντα μήνας ζεστός και δύσκολος για τα κόκκινα κρασιά. Με εξαίρεση φέτος που κατά παράδοξο τρόπο η ζήτηση για κόκκινα κρασιά δεν μειώθηκε αισθητά, τους καλοκαιρινούς μήνες τα λευκά κερδίζουν το μερίδιο του λέοντος στην κατανάλωση.
Εμείς εδώ στην Νάουσα λύνουμε το πρόβλημα της ζέστης πολύ απλά ανεβαίνοντας στο βουνό όπου οι συνθήκες σηκώνουν κόκκινο κρασί και έτσι απολαμβάνουμε τα αγαπημένα μας Ξινομαυρα χωρίς πρόβλημα κάθε στιγμή του χρόνου. Έτσι λοιπόν και το Σάββατο στην ταβέρνα "Χάραμα" στο Αρκοχώρι κάναμε μία μεγάλη δοκιμή οι οποία περιλάμβανε πάνω από είκοσι κρασιά εκ των οποίων τα δεκαεπτά ήταν κόκκινα.

Ξεκινήσαμε με το Ροζέ του Bruno Clavelier το οποίο είχε μία πολύ διακριτική βοτανική μύτη και έντονη οξύτητα που το έκανε άκρως καλοκαιρινό. Η οξύτητα αυτή όμως χαρακτηρίστηκε από μερικούς ως κουραστική και αν και προσωπικά μου άρεσε, η γνώμη των περισσότερων ήταν πως με λίγη λιγότερη οξύτητα θα παρουσιάζονταν πολύ καλύτερο.

Το Ροζε από Ξινόμαυρο 2010 του Θυμιόπουλου δεν χρειαζεται συστάσεις. Ένα από τα καλύτερα Ελληνικά Ροζέ, τρομερά εκφραστικό με εξαιρετικές οξύτητες, αποδεικνύει τις πολλαπλές δυνατότητες της ποικιλίας. Από τα Ροζέ περάσαμε στα λευκά. Αγνοώ τον λόγο αλλά μου αρέσουν πάντα οι εναλλαγές χωρίς να ακολουθείται η πεπατημένη.

Για ξεκίνημα τεστάραμε τον Σιδερίτη 2003 του Παρπαρούση. Ο παραγωγός υποστηρίζει πως είναι ένα κρασί που δεν αντέχει στο χρόνο αλλά λόγω της υψηλής του οξύτητας υποθέσαμε πως ίσως να μπορούσε να κρατήσει μερικά χρονάκια παραπάνω. Τελικά ο παραγωγός είχε δίκιο αφού το κρασί είχε γεράσει πάρα πολύ και θύμιζε οίνο τύπου Μαδέρα.

Ακολούθησε το Ασύρτικο Αθήρι του Σιγάλα. Το κρασί αυτό δεν φτάνει τα ποιοτικά επίπεδα της κλασσικής Σαντορίνης και στοχεύει σε κάτι πιο ευκολόπιοτο και προσιτό στο ευρύ κοινό. Στην μύτη επικρατούσε ένα ορυκτό άρωμα που θύμιζε πετρέλαιο αλλά χωρίς να πλαισιώνεται από κάποιο άλλο άρωμα και καταντούσε λίγο μονότονο. Τέτοιου είδους ορυκτά αρώματα είναι χαρακτηριστικά της Σαντορίνης αλλά πολλές φορές επισκιάζουν τα υπόλοιπα αρώματα. Στο στόμα ήταν αρκετά δυναμικό αλλά έπεφτε κάπως απότομα με αποτέλεσμα να μας αφήσει συνολικά μέτριες εντυπώσεις.

Ακολούθησε το Jeunes Vignes 2009 του Θυμιόπουλου. Το απλό Ξινόμαυρο από νεαρά κλήματα δηλαδή που στοχεύει σε ένα λιγότερο ψαγμένο κοινό απ'ότι αυτό του Γη και Ουρανός. Πολύ εκφραστική φρουτώδης μύτη με το δαμάσκηνο να κυριαρχεί και να πλαισιώνεται από έντονα ανθώδη αρώματα. Το στόμα είναι αρκετά απαλό για την ηλικία του αλλά σίγουρα χρειάζεται λίγο χρόνο ακόμη για να εναρμονιστεί σαν σύνολο.

Το Γη και Ουρανός του ίδιου παραγωγού και από την ίδια χρονιά ήταν πολύ διαφορετικό. Το μόνο κοινό σημείο ήταν το έντονο φρούτο της μύτης το οποίο όμως δεν εκφράζονταν με τον ίδιο τρόπο. Το JV είναι ένα κρασί που στα δίνει όλα με την πρώτη. Ανοίγεται χωρίς ενδοιασμό και σου προσφέρει τα πάντα με την πρώτη γνωριμία. Το Γη ξεκινάει πιο διακριτικό και θέλει να παίξεις μαζί του πολύ παραπάνω για να σου δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Έχει πολύ καλύτερη δομή, αρωματικό βάθος και μεγάλη διάρκεια στο στόμα. Με λίγα λόγια, το Γη είναι ένα κρασί για μυημένους ενώ το JV είναι για αυτούς που αποζητούν γρήγορες και έντονες απολαύσεις.

Συνεχίσαμε με τον Παλιοκαλιά του 2009 ο οποίος κυκλοφόρησε νωρίτερα από αυτόν του 2008 λόγο της ετοιμότητάς του. Το 2009 ήταν χρονιά πιο δροσερή και βροχερή από το 2008 και αυτό μεταφράστηκε και στο κρασί. Μην ξεχνάμε πως το Ξινόμαυρο είναι μία κατεξοχήν ποικιλία τερουάρ που "έχει ταλέντο" στο να μεταφράζει τις αλλαγές στις καιρικές συνθήκες. Η μύτη ήταν κάπως κλειστή την βραδιά αυτήν αλλά διέκρινε κανείς άνετα των ανθώδη χαρακτήρα με τις φρουτένιες νότες που αν και κάπως ασυνήθιστη για την ποικιλία αποτελεί χαρακτηριστικό της χρονιάς. Το στόμα ήταν κάπως νεαρό ακόμη αλλά πολύ πιο στρωμένο απ'ότι περιμένει κανείς από ένα τόσο νεαρό Ξινόμαυρο. Σε γενικές γραμμές είναι ένα κρασί που χαρακτηρίζεται από φινέτσα και αέρινο χαρακτήρα.

Ο Παλιοκαλιάς του 2008 έρχεται κάπως πιο δυναμικός. Αν το 2009 είναι θηλυκό τότε το 2008 είναι σίγουρα ένα αρσενικό κρασί. Με αρώματα άλλου τύπου, πιο ώριμα φρούτα και ζωικές νύξεις είναι χωρίς αμφιβολία πολύ πιο πολύπλοκο από τον διάδοχό του. Το στόμα είναι επίσης πιο πλούσιο, έχει καλύτερη τανική δομή και ένταση στο στόμα ενώ εντύπωση προκαλεί η μεταλλικότητα του που θυμίζει αυστηρά εδάφη της Βουργουνδίας όπως αυτό του Latricieres Chambertin. Άλλου τύπου Ξινόμαυρο από αυτό του 2009 που όμως χρειάζεται ακόμη πολύ χρόνο για να δείξει όλες του τις δυνατότητες.

Ακολούθησε το Γη και Ουρανός του 2008. Με πολύ πλούσια αρώματα ωρίμων φρούτων αλλά και γήινα αρώματα που θυμίζουν μεγάλα Nebbiolo η μύτη του ήταν εκπληκτική. Στο στόμα ήταν εξίσου αυστηρό με τον Παλιοκαλιά του '08 και είχε φοβερή τανική δομή που έδειχνε πως το κρασί αυτό βρίσκεται απλά στα πρώτα βήματα της ζωής του και έχει όλο το μέλλον δικό του.

Η δεκάδα των νεαρών κρασιών έκλεισε με την Νάουσα 2007 του Διαμαντάκου. Πολύ εκφραστική μύτη με ανθώδη, τριανταφυλλένιο χαρακτήρα αλλά και ζωικές νότες, φανέρωνε το ανάλαφρο και απαλό στυλ που δίνει το Ξινόμαυρο στο Μαντέμι. Το ίδιο έκανε και το στόμα με τις μαλακές τανίνες του.

Κάνοντας μία παρένθεση θα αναφέρω πως την αμέσως επόμενη μέρα δοκιμάσαμε σε φιάλη Jeroboam(3L) την Νάουσα του ίδιου παραγωγού από το 2006. Κινούνταν πάνω κάτω στα ίδια χαρακτηριστικά, είχε εξίσου έντονο χρώμα με αυτό του 2007 αλλά είχε ένα επίμονο άρωμα φράουλας ασυνήθιστο για Ξινόμαυρο. Σε αντίθεση όμως με το 2007 που όσο περνούσε η ώρα έπεφτε κάπως, το 2006, ίσως και λόγω φιάλης, από την στιγμή που ανοίχτηκε βελτιώνονταν ασταμάτητα.

Η όλη δοκιμή είχε πάντως πολύ ενδιαφέρον αφού συγκρίναμε διαφορετικά αμπελοτόπια κατεβαίνοντας αργά αργά τις χρονιές και αναλύοντας σχολαστικά ότι δοκιμάζαμε.
Η συνέχεια θα παρέλειπε τρεις χρονιές και θα φτάναμε κατευθείαν στο 2003 φτάνοντας μέχρι και το 1981...



Η φωτογραφία του Ροζέ Ξινόμαυρου είναι από το Genius in Gastronomie

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Η Νάουσα, τα μπουκαλάκια και τα οινομαγειρέματα

Σε μία πόλη άρρηκτα δεμένη με την αμπελουργία και την οινοποιία όπως είναι η Νάουσα θα περίμενε κανείς να έχει εύκολη πρόσβαση και αρκετές επιλογές σε καλό κρασί. Τα πράγματα όμως δυστυχώς δεν είναι έτσι. Οι κάτοικοι της πόλης γνωρίζουν από κρασί και οι περισσότεροι είναι λάτρεις του τοπικού Ξινόμαυρου. Παρόλα αυτά, πέρα από ορισμένα εστιατόρια, ελάχιστα είναι τα σημεία όπου μπορεί κανείς να απολαύσει κάποια καλή ετικέτα Ξινόμαυρου.

Η πόλη καταναλώνει κρασί και η τάση αυτή είναι αυξητική αλλά δυστυχώς τα μπουκαλάκια των 187ml που κυκλοφορούν κατά κόρον έχουν κρατήσει το ποιοτικό επίπεδο πολύ χαμηλά. Η φιάλες αυτές αποτελούν ίσως μία λύση ευκολίας για κλαμπάκια και άλλα παρόμοια μαγαζιά και ίσως έως ένα σημείο να διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για την επιστροφή του κόσμου από τα σκληρά ποτά και πάλι στο κρασί. Σίγουρα όμως σε μία από τις σημαντικότερες αμπελοοινικές πόλεις της Ελλάδoς o οινόφιλος καταναλωτής περιμένει να βρει κάτι παραπάνω από αυτό που βρίσκει το καλοκαίρι στα beach bar της χαλκιδικής. Το χειρότερο όμως είναι πως μαγαζάτορες, σερβιτόροι αλλά και θαμώνες, έμαθαν σε αυτήν την ευκολία και πλέον δεν το σκέφτονται καν να ασχοληθούν σοβαρότερα με το κρασί και να δουν λίγο το θέμα του κρασιού σε ποτήρι ή την ανάπτυξη μιας αντιπροσωπευτικής λίστας κρασιών.
Ανεβασμένες πτητικές, οξειδώσεις, ταλαιπωρημένα αρώματα και σκοτωμένες γεύσεις είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις μικρές αυτές φιάλες στις περισσότερες περιπτώσεις αφού το κρασί δεν μπορεί να συντηρηθεί καθόλου καλά σε αυτή την ποσότητα. Δυστυχώς αυτή είναι η εικόνα του Ναουσαίικου κρασιού σε όσους ξένους αποφασίζουν να πιουν ξινόμαυρο στα μπαρ και τα καφέ της πόλης.

Ευτυχώς τα εστιατόρια έχουν δει το θέμα πολύ πιο σοβαρά και αρκετά εξ αυτών έχουν πολύ καλές λίστες κρασιών με μεγάλη γκάμα Ξινόμαυρου. Ένα από αυτά, τα οινομαγειρέματα, έχει προχωρήσει και λίγο παραπέρα κρατώντας ψηλά την οινική σημαία της πόλης. Έχει καθημερινά τρεις επιλογές κρασιού σε ποτήρι, διαθέτει εξαιρετική κάβα παλαίωσης με ξινόμαυρα από τουλάχιστον δεκαπέντε διαφορετικές εσοδείες και οι τιμές του είναι τέτοιες ώστε να πείθουν τον πελάτη να ανοίξει φιάλη.
Η κουζίνα είναι εξίσου καλή, με άριστες πρώτες ύλες και πιάτα με πολύ καθαρές, διακριτές γεύσεις που συνοδεύουν άψογα τα κρασιά του Ναουσαίικου αμπελώνα. Τα περισσότερα φαγητά είναι μαγειρεμένα σε κατσαρόλα ή φούρνο ενώ το τηγάνι, σε αντίθεση με την γαστρονομία εξπρές των τηλεοπτικών σεφ, χρησιμοποιείται ελάχιστα έως καθόλου. Έτσι, οι γεύσεις παραμένουν λεπτές και καθαρές και δένουν πολύ καλά με τα φινετσάτα Ξινόμαυρα.
Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στην σελίδα ΕλλΟινικό εστιατόριο στο προφίλ του εστιατορίου οινομαγειρέματα εδώ.
Εμείς απολαύσαμε την εξαιρετική αυτήν κουζίνα συνοδεία δύο εξίσου εξαιρετικών κρασιών.
Το πρώτο ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ-Γιάννη του 2000. Με πολύ εκφραστική μύτη στην οποία κυριαρχούσε το γλυκό τοματάκι, ζουμερό στόμα και ιδανική ισορροπία οξύτητας-τανινών, ήταν ένα θαυμάσιο κρασί που δοκιμάζονταν πολύ καλά τώρα αλλά είχε άνετα άλλα δεκά χρόνια ζωής. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν και οι συνθήκες συντήρησης που φαινόταν πως ήταν άψογες και η φιάλη που ανοίξαμε δεν είχε ταλαιπωρηθεί καθόλου.

Ακόμη καλύτερα συντηρημένη ήταν και η επόμενη φιάλη. Ένας παλιοκαλιάς Δαλαμάρα του 1996 με καμία ένδειξη γήρατος, λίγο κλειστός αρχικά αλλά πιο γενναιόδωρος μετά την μετάγγιση σε καράφα. Η μύτη ήταν απίστευτης κομψότητας με μικρά κόκκινα φρουτάκια να γαργαλάνε απαλά τα ρουθούνια και αντίστοιχα κομψό στόμα, νευρώδες αλλά με σταθερή τανική δομή που έδειχνε να μην έχει καταλάβει τίποτα από τα δεκατρία χρόνια που παρέμεινε σε φιάλη.
Είμαι βέβαιος πως θα μπορούσαμε να ξεγελάσουμε οποιονδήποτε δεν γνωρίζει από Ξινόμαυρο και να τον μπερδεύαμε λέγοντας του πως μόλις ήπιε ένα Langhe Nebbiolo και ένα Cru του Nuit St Georges.

Πολύ σημαντικό ρόλο όμως παίζει και ο "παράγοντας έδρα", το γεγονός δηλαδή πως οι δύο αυτές φιάλες έφυγαν από το οινοποιείο και ταξίδεψαν μόλις λίγα χιλιόμετρα για να φτάσουν στην κάβα του εστιατορίου. Απέφυγαν δηλαδή τις περιττές μετακινήσεις με τις αλλαγές θερμοκρασίας, τα βίαια χτυπήματα και την έκθεση σε οσμές ή ότι άλλο μπορεί να συμβεί σε ένα κρασί που αλλάζει τρία τέσσερα χέρια και άλλα τόσα μέρη ώσπου να φτάσει στον τελικό του προορισμό.
Γιατί λοιπόν να μην υπάρχουν και άλλες τέτοιες επιλογές στην πόλη αυτήν και η εικόνα του κρασιού της να είναι καπελωμένη από κακοσυντηρημένα μικρά φιαλίδια;
Ας ελπίσουμε πως οι οικονομική κρίση δεν θα εμποδίσει την συνεχή ανάπτυξη του οινικού κλάδου στην χώρα μας και σύντομα κάθε μαγαζί που σερβίρει αλκοόλ θα νιώσει την ανάγκη να έχει μία ενημερωμένη λίστα κρασιών και να προτείνει κάποιες ετικέτες σε ποτήρι. Όχι μόνο στην Νάουσα και άλλες πόλεις συνδεδεμένες με την παραγωγή κρασιού αλλά σε κάθε γωνιά της Ελλάδας...



Ενδιαφέρον άρθρο σχετικό με το κρασί σε ποτήρι από τον Θεόδωρο Λέλεκα εδώ

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

I vini di vignaioli Greci in Parma!*

Το πέρασμα μου από την Ιταλία συνέπεσε με την εκδήλωση Vini di Vignaioli στο Fornovo di Taro, ένα χωριό λίγο έξω από την Πάρμα. Εκεί, ο Γιώργος Ιωαννίδης της εταιρίας Oenos: Fruit, Pierre, Lumiere από το Παρίσι είχε προσκληθεί να αντιπροσωπεύσει κάποια Ελληνικά κρασιά που κρίθηκαν από τους διοργανωτές πως τηρούσαν τα κριτήρια της εκδήλωσης. Ήταν δηλαδή αρκετά αντιπροσωπευτικά του Terroir τους, είχαν παραχθεί με μεθόδους φιλικές προς το περιβάλλον, είχαν κάνει μίνιμουμ χρήση οινοποιητικών προϊόντων που ενδεχομένως να άλλαζαν την τυπικότητα του χαρακτήρα τους και το σημαντικότερο, προέρχονταν από μικρά οινοποιεία όπου ο οινοπαραγωγός είναι και αμπελουργός. Για μένα ήταν μία καλή ευκαιρία να δω τις αντιδράσεις τον Ιταλών οινοφίλων στα Ελληνικά κρασιά αλλά και να δοκιμάσω ποιοτικά κρασιά από όλη την Ιταλία.
Η επιλογή των κρασιών που παρουσιάσαμε είχε γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε κρασί να έχει διαφορετική ταυτότητα από τα υπόλοιπα και να κρατάμε ζωντανό το ενδιαφέρον όσων ερχόταν να δοκιμάσουν από την αρχή μέχρι το τέλος.
Η δοκιμή ξεκινούσε με τον μεταγειτνίων του σκλάβου. Από 100% Βοστιλίδι και ζυμώνοντας δύο μέρες με τα στέμφυλα προτού πατηθεί είχε ένα χαρακτηριστικό σκούρο κίτρινο χρώμα και πολύ ιδιαίτερα αρώματα καφέ, μελιού και αποξηραμένων φρούτων. Ιδανικό για να συνοδεύσει κανείς πιάτα με τυριά και αποξηραμένα φρούτα, κέρδιζε μόνο αυτούς που ήταν πραγματικά γνώστες αν και όλοι οι Ιταλοί έδειχναν μία ιδιαίτερη συμπάθεια για την Κεφαλλονιά λόγω ιστορίας.
Οι Σαντορίνες είναι το high-light κάθε παρουσίασης και είναι ένα σίγουρο χαρτί για να ενθουσιάσουμε ακόμη και τον δυσκολότερο γευσιγνώστη. Το νυχτέρι και το νυχτέρι reserve του Χαρίδημου Χατζηδάκη δεν δυσκολεύονταν να μεγέψουν όσους περνούσαν από το σταντ μας ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιος δοκίμαζε και ενθουσιασμένος έτρεχε να βρει τους υπόλοιπους της παρέας του για να τους φέρει να δοκιμάσουν και αυτοί! Οινοποιημένα με πολύ τέχνη, έκρυβαν με μαεστρία το δυνατό τους αλκοόλ που ισορροπούσε άψογα με τις εξαιρετικές οξύτητες και την αξιοθαύμαστη μεταλλικότητα του ασύρτικου.
Τα κόκκινα έφτασαν λίγο κουρασμένα στην εκδήλωση γιατί για να έρθουν είχε χρειαστεί να κάνουν 1300 χιλιόμετρα με ένα παλιό Defender που τα ταρακούνησε για τα καλά! Το πρωί της πρώτης ημέρας δοκιμάζονταν πολύ δύσκολα, ανέκφραστα και άγρια στο στόμα. Γρήγορα όμως άρχισαν να αλλάζουν και μπορούσαμε να τα προτείνουμε χωρίς δισταγμό
Αλλαγή σκηνικού λοιπόν και από τα καυτά ηφαιστειογενή εδάφη της Σαντορίνης περνούσαμε στις καταπράσινες πλαγιές και τους πωρόλιθους της Ναόυσας. Ξεκινώντας με μία κλασσική Νάουσα όπως ο Παλιοκαλιάς του 2006 οι αναφορές στο Nebbiolo ήταν αναπόφευκτες. Ίσως λίγο λιγότερο στην μύτη απ'ότι στο στόμα όπου οι καλές οξύτητες, η φινέτσα και η καλή τανική δομή κάνουν κάποιον να πιστεύει πως οι δύο αυτές ποικιλίες είναι αδελφάκια!
Με το Γη και Ουρανός του 2007 που ακολουθούσε δείχναμε πως τα Ξινόμαυρα της Νάουσας μπορούν να παίξουν και σε διαφορετικές εκφράσεις εντυπωσιάζοντας το ίδιο. Χαρακτηριστική η στιγμή που ένας εκ της συντακτικής ομάδας του Ιταλικού οινικού περιοδικού Πόρτος μόλις έβαλε στο στόμα του το συγκεκριμένο κρασί άρχισε να φωνάζει "Μπράβο" επαναλαμβανόμενα και δυνατά στρέφοντας την προσοχή όλου του κόσμου στο σταντ μας!
Η ξηρή μαυροδάφνη του Σκλάβου, ο Οργίων του 2006 δηλαδή, δοκιμάζονταν λιγότερο καλά απ'ό,τι την είχα συνηθίσει αλλά ακόμη και έτσι κατάφερε να κερδίσει πολύ κόσμο. Με πλούσια φρουτώδη αρώματα και γεμάτο στόμα με ζουμερές τανίνες και μακριά επίγευση έδειχνε πως η Κεφαλονιά μπορεί άνετα να παράγει οίνους υψηλής ποιότητας και στα κόκκινα.

Η Σητεία 2000 του Οικονόμου από Λιάτικο και Μαντηλάρι είχε λίγο τα χρονάκια της σε σχέση με τα υπόλοιπα κόκκινα και είχε ζοριστεί τόσο πολύ με το ταξίδι που την πρώτη μέρα ήταν αδύνατο να την παρουσιάσουμε στην δοκιμή. Την επομένη όμως έστρωσε και είχαμε έτσι ένα ακόμη δυνατό χαρτί στα κόκκινα. Πολύπλοκη αλλά κομψή αρωματικά με άριστα ισορροπημένο στόμα και τανίνες που χάιδευαν το στόμα στο τελείωμά τους απέδειξε πως καμία γωνιά της χώρας μας δεν υστερεί σε ποιοτικά κρασιά.
Περνώντας στα γλυκά δεν θα μπορούσαμε να προτείνουμε κάτι άλλο από το αφιλτράριστο Μοσχάτο του 2005 του Παρπαρούση που μετά τους Γάλλους έκανε και τους Ιταλούς να παραμιλάνε!
Κλείναμε με το Vinsanto 2000 του Χατζηδάκη που με το ιδιαίτερο χρώμα του αλλά και τα χαρακτηριστικά αρώματα σταφύδας και άλλων αποξηραμένων φρούτων έκλεινε εντυπωσιακά τις δοκιμές στο σταντ των ελληνικών κρασιών.
Ως επί το πλείστον, οι παρευρισκόμενοι έμειναν έκπληκτοι από την ποιότητα των όσων δοκίμασαν αλλά και από την πλούσια αμπελοοινική κληρονομιά της Ελλάδος αφού δοκίμαζαν 8 διαφορετικές αυτόχθονες ποικιλίες από κάθε άκρο της
χώρας.
Εμείς, βγάλαμε χρήσιμα συμπεράσματα και είδαμε πως με τις κατάλληλες κινήσεις τα Ελληνικά κρασιά μπορούν να βρουν τον δρόμο τους ακ
όμη και στις πιο δύσκολες αγορές.




(*τα κρασιά των Ελλήνων αμπελουργών στην Πάρμα)