Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Bourgogne Aligoté 2005

Ο τίτλος σίγουρα δεν μοιάζει και τόσο ελκυστικός αλλά όταν πρόκειται για ένα Aligoté του Domaine Leflaive τότε όλα αλλάζουν. Να θυμίσω πως η ποικιλία αυτή είναι η δεύτερη λευκή ποικιλία της Βουργουνδίας οι οποία χάνεται στην σκιά του Chardonnay και θεωρείτε αρκετά κατώτερη ποιοτικά.
Για να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Την πέμπτη το βράδυ σε δείπνο μεταξύ φίλων και μετά από ένα πολύ καλό Gewurstraminer από τον Αλσατό βιοδυναμιστή Pierre Frick είχε έρθει η σειρά του Antoine να σερβίρει το κρασί που είχε φέρει. Δοκιμάζοντας το τυφλά και από την πρώτη όσφρηση ήμουνα βέβαιος πως πρόκειται για ένα Chardonnay φτιαγμένο από τον Pierre Morey*. Αυτή η σπιρτάδα στην μύτη που αρχικά δίνει την αίσθηση πως είναι έντονο βαρέλι είναι χαρακτηριστικό των κρασιών του ενώ το γεμάτο στόμα του και η μακρά επίγευση μ' έκαναν να πιστεύω πως είναι Chardonnay. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί μου στην ποικιλία αλλά και στην περιοχή (Βουργουνδία) χωρίς όμως να προσδιορίσουν τον παραγωγό. Σύμφωνοι ήμασταν επίσης και για την χρονιά αλλά και για την θέση αυτού του κρασιού στην ιεραρχία του Βουργουνδέζικου συστήματος**. Πεπεισμένος πως πρόκειται για ένα Leflaive υπέθεσα πως είναι τουλάχιστον 10 χρονών αφού δεν είχε την συνηθισμένη δύναμη των νεαρών κρασιών του κτήματος ενώ υπέθεσα πως θα είναι ένα 1er Cru ή τουλάχιστον ένα village λόγω του γεμάτου στόματος και της καλής οξύτητας.
Όταν έγιναν τα "αποκαλυπτήρια" κανένας δεν περίμενε να αντικρίσει ένα Bourgogne Aligoté 2005. Το μόνο στο οποίο είχα πέσει μέσα ήτανε ο παραγωγός! Σωστά λέμε μερικές φορές πως στην γευσιγνωσία πρέπει να εμπιστευόμαστε την πρώτη μας σκέψη. Το aligoté αυτό ήταν τόσο καλοφτιαγμένο που κοντράρεται στα ίσια με οποιοδήποτε village και μας έστειλε αδιάβαστους! Respect λοιπόν σε αυτόν τον τόσο μεγάλο οινοποιό αν και απ' ότι ξέρω είναι κάπως ασταθής και μερικές χρονιές τα κρασιά του δεν είναι το ίδιο πετυχημένα.
Το κρασί αυτό βέβαια δεν βγαίνει στο εμπόριο αλλά καταναλώνεται μεταξύ των εργαζόμενων και των ιδιοκτητών του domaine.


*Ο Pierre Morey οινοποίησε στο Domaine Leflaive μέχρι και το 2007 και από φέτος ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την δική του παραγωγή.

**Υπενθύμιση του Βουργουνδέζικου συστήματος:
-Grand Cru
-1er Cru
-Appellation Village Contrôlée
-appellation bourgogne
-vin de pays (τοπικός οίνος)

Μιλώντας για λευκά, στις τρεις πρώτες περιπτώσεις χρησιμοποιείται αποκλειστικά Chardonnay ενώ η appellation bourgogne μπορεί να γίνει και από aligoté, τέλος οι τοπικοί οίνοι μπορούν να γίνουν από οποιαδήποτε ποικιλία καλλιεργείται στην Βουργουνδία.

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Γνωρίζοντας τα ελληνικά διαμάντια

Παρασκευή 14 Νοέμβρη και η Beaune βρίσκεται στο επίκεντρο του οινικού κόσμου. Η δημοπρασία κρασιών στο Hospices de Beaune και οι εκδηλώσεις που την πλαισιώνουν, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όλων των φίλων του κρασιού και όπως είναι λογικό, το Pinot Noir και το Chardonnay έχουν την τιμητική τους! ...και ενώ όλες οι δοκιμές περιορίζονται στην περιοχή από το Chablis ως την Macon εμείς αποφασίσαμε να περάσουμε τα στενά αυτά όρια και να οργανώσουμε μεταξύ γνωστών και φίλων μία δοκιμή Ελληνικών κρασιών!
Παίρνοντας τις 7 καλύτερες φιάλες του στοκ μου και αγοράζοντας άλλη μία την τελευταία στιγμή από έναν τοπικό καβίστα, ξεκίνησα να ετοιμάζω την όλη κατάσταση 3 ώρες πριν. 7 από τα 8 ήτανε άψογα και για ένα μόνο είχα υποψία για ένα προβληματάκι. Καραφάρισα* λοιπόν ότι θεώρησα πως ήταν αναγκαίο και στην συνέχεια πήγα στο κοντινότερο τυροπωλείο για να αγοράσω τα ανάλογα τυριά!
Γύρω στις 7 είχαμε μαζευτεί όλοι και χωρίς να χάνουμε χρόνο περάσαμε στο πρώτο λευκό. Μία εμφιάλωση Σαντορίνης από την οινοποιεία Χατζηδάκη που γίνεται μόνο για την γαλλική αγορά και φέρει το όνομα cuvée No15. Για την Σαντορίνη δεν ανησυχώ ποτέ αφού ξέρω πάντα πως θα με βγάλει ασπροπρόσωπο από όποιον παραγωγό και αν προέρχεται. Πόσο μάλλον από τον Χαρίδημο Χατζηδάκη ο οποίος κάνει πάντα εξαιρετική δουλειά! Όσοι γνώριζαν ήδη την Σαντορίνη είχαν πολύ καλές εντυπώσεις και επαληθεύτηκαν για ακόμη μία φορά. Όσοι την γεύονταν για πρώτη φορά ενθουσιάζονταν με τον πλούτο και την δύναμη του Ασύρτικου ενώ όπως συμβαίνει σε κάθε φίλο του κρασιού στην πρώτη του επαφή με την Σαντορίνη, δεν πίστευαν πως ένα κρασί που παράγεται τόσο νότια μπορεί να έχει τέτοιες οξύτητες! Συνεχίσαμε με την Σαντορίνη από το αμπελοτεμάχιο Μύλος του Χατζηδάκη την οποία είχα καραφάρει ώστε να καλμάρω λίγο την απίστευτη δύναμή της και να πέσει λίγο το αλκοόλ της (15%!). Στην πρώτη όσφρηση ένας τρομερός αρωματικός πλούτος γέμιζε τα ρουθούνια μας με άνθη εσπεριδοειδών ενώ με την πρώτη ανάδευση το μήλο και το αχλάδι κυριαρχούσαν Από εκεί και πέρα χάρη στην μεγάλη πολυπλοκότητα του κρασιού αυτού, κάθε φορά που φέρναμε το ποτήρι στην μύτη μας ανακαλύπταμε και κάτι ακόμη! Στην συνέχεια περάσαμε στα κόκκινα όπου λόγω καταγωγής είχα φροντίσει να κυριαρχούν τα Ξινόμαυρα! Ένα δείγμα του 2007 από βαρέλι, μία νεαρή Νάουσα και ένα παλιό Ξινόμαυρο 11 χρόνων έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε την εξέλιξη της ποικιλίας αυτής στον χρόνο.
Ξεκινώντας, ο Παλιοκαλιάς του 2005 εντυπωσίασε με την αρωματική του ένταση και τα ξεχωριστά αρώματά του. Στο στόμα είχε πολύ καλή δομή, χαρακτηριστική του ξινόμαυρου αλλά οι τανίνες του ήταν κάπως ξηρές, απόδειξη πως το Ξινόμαυρο θέλει χρόνο για να αποδώσει τα μέγιστα. Πάντως οι βελτίωσή του σε σχέση με 2 μήνες πριν που το είχα δοκιμάσει ήταν θεαματική ενώ για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο κρασί κυριαρχούσαν έντονα αρώματα μαύρης σοκολάτας. Η συνέχεια ήταν ακόμη καλύτερη με την Ράμνιστα του 1997 να βρίσκεται στα καλύτερά της. Αρχικά ένα απίστευτα καθαρό άρωμα τρούφας συνεπήρε όλους όσους δοκίμαζαν και μου επαναλάμβαναν συνεπαρμένοι:<<mais il y a un arôme de truffe incroyable...!!!>> ενώ όσο στριφογυρίζαμε τα ποτήρια μας τόσο ξεδιπλώνονταν μπροστά μας διάφορα αρώματα. Το στόμα του ήταν τέλεια ισορροπημένο χωρίς όμως να έχει χάσει καθόλου στην δομή του και δείχνοντας πως είναι ένα κρασί που μπορεί να πάει ακόμη 5-6 χρόνια τουλάχιστον!
Την στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να περάσουμε στην επόμενη φιάλη, συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει το δείγμα από βαρέλι του αυτόριζου Ξινόμαυρου 2007 το οποίο είχε ήδη περάσει σχεδόν 3 ώρες στην καράφα! Ζητώντας συγνώμη από τους υπόλοιπους, σερβίρισα με την ελπίδα πως δεν θα χαθεί στην σκιά της παλιάς Ράμνιστας και δεν θα μας στεγνώσει το στόμα με τις νεαρές ακόμη τανίνες του. Ευτυχώς όμως διαψεύστηκα τελείως! Το άδειασμα που είχα κάνει νωρίτερα από την καράφα στο μπουκάλι και ξανά στην καράφα με τρόπο ώστε να έρθει σε επαφή με το οξυγόνο όσο το δυνατόν περισσότερο κρασί έδωσαν θεαματικά αποτελέσματα! Τα ποτήρια μας ήταν γεμάτα ζωηρά αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων που εναλλάσσονταν με δροσερές μεταλλικές νότες ενώ η πρώτη επαφή με το στόμα ήταν τόσο βελούδινη που σε τυφλή δοκιμή κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει περί τίνος πρόκειται. Τέλος, η μεγάλη διάρκειας επίγευση έκλεινε θετικά την πολύ καλή εικόνα που δημιουργήσαμε για το κρασί αυτό που θα εμφιαλωθεί σε μερικούς μήνες από τώρα. Περιττό να πω πως έχω ήδη κρατήσεις για μερικά κιβώτια από τους περισσότερους απ' όσους το δοκίμασαν μαζί μου!
Το 6ο κρασί της δοκιμής δυστυχώς δεν μας έκανε την χάρη να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες μας. Η υποψία προβλήματος που είχα όταν το άνοιξα επιβεβαιώθηκε αφού όσο αυτό έμενε ανοικτό τόσο οι Βρετανομύκητες κυριαρχούσαν και έκαναν την εκτίμηση των πραγματικών χαρακτηριστικών του αδύνατη! Κρίμα γιατί ήτανε ένα κρασί που σπάνια έχω την τύχη να δοκιμάσω αφού προέρχεται από μία λίγο διαδεδομένη ποικιλία.
Αφότου ξεπλύναμε τα ποτήρια μας, περάσαμε κατευθείαν στο επόμενο κρασί. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα των Ελληνικών κρασιών αν δεν δοκιμάζαμε ένα Αγιωργήτικο προτού κλείσουμε με τα ξηρά. Δυστυχώς δεν κατάφερα να έχω πρόσβαση σε μία Νεμέα και έτσι δοκιμάσαμε έναν Νότιο του 2003. Αρκετά εκφραστικός, με πολύ καθαρά αρώματα, πλούσιο γεμάτο στόμα και μακρά επίγευση άφησε καλές εντυπώσεις αν και όπως όλοι διαπίστωσαν πρόκειται για διαφορετική σχολή κρασιού από τα προηγούμενα. Μία προσέγγιση κάπως πιο τεχνολογική χωρίς όμως αυτό να είναι αρνητικό αφού με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται πως η Ελλάδα παράγει κρασιά που μπορούν να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα!
Για το κλείσιμο είχα προβλέψει ένα γλυκό κρασί από την Σαντορίνη. Όχι ένα Vinsanto όπως συνηθίζεται αλλά ένα γλυκό από κόκκινα σταφύλια της ποικιλίας Βουδόματο. Η πρώτη εντύπωση που έδινε στην μύτη ήτανε αρνητική λόγω της ανεβασμένης πτητικής οξύτητας αλλά ο μεγάλος του αρωματικός πλούτος το βοηθούσε να κερδίσει πόντους αφού του έδινε μία πολύ ενδιαφέρουσα πολυπλοκότητα. Στο στόμα κυριαρχούσε το γλυκό μια και η πολύ μεγάλη του οξύτητα δεν έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της παρά μόνο στο τέλος όπου και του προσέδιδε μία πολύ ωραία επίγευση πολύ μεγάλης διάρκειας. Από εκεί και πέρα οι γνώμες ήταν διχασμένες και δεδομένου πως κανείς από μας δεν είναι μεγάλος φαν των γλυκών κρασιών επιστρέψαμε στα ξηρά ξαναδοκιμάζοντας ο καθένας αυτό που του άρεσε περισσότερο!
Στο τέλος της δοκιμής, οι πάντες ήταν καταευχαριστημένοι και δεν σταμάτησαν να με ευχαριστούν και να μου λεν το πόσο εντυπωσιάστηκαν με τους ελληνικούς αυτούς θησαυρούς! Ένα ακόμη δείγμα του ότι αν δοθεί η κατάλληλη προσοχή στις Ελληνικές ποικιλίες και δουλευτούν όπως πρέπει, η χώρα μας δεν έχει να φοβάται τίποτα αφού μπορεί να παράγει οίνους με ξεχωριστό χαρακτήρα. Κρασιά των οποίων όμοια δεν βρίσκουμε σε καμία άλλη γωνιά της γης και οι απανταχού οινόφιλοι θα ψάχνουν με λαχτάρα να τα προσθέσουν στην συλλογή τους!



*Σύμφωνα με μερικούς παλιούς Γάλλους οινολάτρες το καραφάρω είναι βάρβαρο ρήμα και είναι προτιμότερο να λέμε το βάζω σε καράφα. Ακούγεται πιο φιλικό προς το κρασί!

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Jean Paul Brun Chardonnay 2006

Το περασμένο Σάββατο το μεσημέρι το μενού έγραφε κοτόπουλο. Αντίθετα με την συνηθισμένη στρατηγική που είναι να διαλέγουμε τι θα μαγειρέψουμε ανάλογα με το κρασί που θέλουμε να πιούμε, αυτή την φορά κάναμε το αντίστροφο διαλέγοντας το κρασί με βάση το φαγητό. Χωρίς μεγάλη όρεξη για πειραματισμούς επιλέξαμε την φιάλη μας ακολουθώντας τους βασικούς κανόνες αρμονίας κρασιού φαγητού:


  • Τι τρώμε? Κοτόπουλο. κοτόπουλο=λευκό
  • Που βρισκόμαστε? Στην βουργουνδία. Βουργουνδία+λευκό=Chardonnay
  • Πως το τρώμε? Ψητό και χωρίς σάλτσα. Ψητό-σάλτσα=λίγα λιπαρά
Σύνοψη: Τι ψάχνουμε? Ένα Chardonnay από την Βουργουνδία χωρίς πολύ μεγάλη οξύτητα αφού το γεύμα μας δεν έχει αρκετά λιπαρά για να την ανταγωνιστεί και να την μετριάσει. Άρα διαγράφουμε κατευθείαν το Chablis και πάμε νότια...

Τελικά παραπήγαμε νότια και καταλήξαμε σε ένα Beaujolais Blanc του 2006 από το Domaine des terres dorées του Jean Paul Brun που θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους παραγωγούς του Beaujolais.
Χωρίς να έχει περάσει από βαρέλι, η μύτη του είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και συνάμα καθαρή και ευχάριστη χάρη στην μη χρήση εξωγενών ζυμών. Με τα έντονα αρώματα μελιού ή εσπεριδοειδών να είναι απόντα και τα άνθη λουλουδιών και το ροδάκινο να επικρατούν έδινε την αίσθηση ενός Chardonnay πολύ διαφορετικού από αυτά που έχουμε συνηθίσει στην Βουργουνδία.
Με στόμα λιπαρό αλλά όχι βαρύ,με μια αίσθηση μεταλλικότητας που σπάνια βρίσκουμε στα Μποζολέ και με την οξύτητα να κάνει την εμφάνιση της προς το τέλος προσθέτοντας διάρκεια, το κρασί αυτό ήτανε μία πραγματική απόλαυση!

Ευχαριστημένοι από την μεσημεριανή μας επιλογή και αφού χωνέψαμε και ξεκουραστήκαμε, πήγαμε με την Aντζελίν σε ένα καλό τυροπωλείο και διαλέξαμε τα τυριά που θα συνόδευαν το Collioure και το βιοδυναμικό côtes de Provence που είχαμε επιλέξει για το βράδυ...

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008

Ελλατώματα του κρασιού.

Χθες το βράδυ, καλεσμένοι σε γεύμα από το αφεντικό μας, πέρασαν από το τραπέζι μας όπως είναι λογικό, διάφορα κρασιά. Από Σαμπάνια και βουργουνδέζικο Chardonnay μέχρι Ξινόμαυρο, Pinot Noir και Poulsard από το Arbois...
Κάποια στιγμή όμως ανοίξαμε ένα κόκκινο από νοτιοδυτική Γαλλία το οποίο είχε μία βαριά μυρωδιά που θύμιζε καμένο λάστιχο! Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση προσβολής του κρασιού από Βρεττανομύκητες, ένα είδος ζυμών που η παρουσία του στο κρασί αλλοιώνει τα αρώματα και κάνει την μύτη του κρασιού αυτού βαριά και δυσάρεστη. Σε πρώιμο στάδιο βέβαια δίνει αρώματα μπαχαρικών που για μερικούς οινόφιλους είναι ευχάριστα αλλά στην συνέχεια η μύτη γίνεται ανυπόφορη. Το στόμα αλλοιώνεται πολύ λιγότερο έχοντας μία μεταλλική γεύση που θυμίζει αίμα (όσοι αγαπούν την Γαλλική κουζίνα ξέρουν τι εννοώ!).
Το παράδοξο είναι πως ένας από εμάς, ο Christian, δεν έδειξε να ενοχλείται αλλά αντιθέτως γέμισε και δεύτερη φορά το ποτήρι του!
Το πιο κουφό όλων όμως είναι πως Ελληνικό οινοποιείο παράγει κρασί το οποίο έχει καλή δόση από μπρετ (όπως λέγονται εν συντομία στην οινική γλώσσα) και όχι απλά καταφέρνει να το πουλήσει αλλά, ελέω μάρκετινγκ, είναι και ένα από τα πιο δημοφιλή κρασιά στην Ελληνική αγορά...!!!

Τα συμπεράσματα δικά σας!



υ.γ.: Για όσους τα παν καλά με την χημεία και την οινολογία και θέλουν να ενημερωθούν για τους "μπρετς", κάντε κλικ εδώ.

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Crozes-Hermitage Les Croix 2006

Πάνω από 2,5 χρόνια στην Βουργουνδία και η περιοχή αυτή δεν έχει καταφέρει να κερδίσει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις μου όσον αφορά το κρασί. Γιατί; Γιατί όταν πίνουμε κρασάρες σαν το Crozes Hermitage του David Reynaud αναγκαζόμαστε να παραδεχτούμε πως τα Syrah της Βόρειας κοιλάδας του Ροδανού δεν έχουν αντίπαλο! Η Βουργουνδία για μένα έρχεται δεύτερη και οτιδήποτε άλλο στην Γαλλία μακράν τρίτο!
Ένα άλλο συμπέρασμα που βγαίνει πίνοντας τον οίνο αυτόν είναι η συμβολή της Βιοδυναμικής καλλιέργειας στην παραγωγή μεγάλων κρασιών. Πριν μερικούς μήνες, όταν έδινα το προφορικό για την πτυχιακή μου εργασία ένας εξεταστής μου είχε πει στο τέλος: <<...για μένα το μόνο σου λάθος είναι πως πιστεύεις ότι η Βιοδυναμική παίζει ρόλο στην παρασκευή μεγάλων κρασιών. Τα domaines που αναφέρεις διαθέτουν μεγάλη τεχνογνωσία και έχουν σπουδαία αμπελοτεμάχια, δεν είναι η Βιοδυναμική που τα κάνει να ξεχωρίζουν...>> Ξέρει κανείς σας τον David Renaud; Ελάχιστοι ή ίσως και κανένας υποθέτω. Πόσο γνωστό είναι το αμπελοτοπωνύμιο Les Croix στο Crozes Hermitage; Την ορυκτότητα αυτήν που ανακαλύπτει κανείς σε αυτό το κρασί και την τρομερή εκφραστικότητα των αρωμάτων του την έχω ξανασυναντήσει μέχρι τώρα μόνο σε βιοδυναμικά κρασιά. Είναι άραγε απλή σύμπτωση;


Ας περάσουμε στην περιγραφή λοιπόν! Τι να πρωτογράψω για την μύτη αυτού του κρασιού. Στην αρχή βγάζει μία θαυμάσια μυρωδιά μπαχαρικών στην οποία κυριαρχεί η κανέλα ενώ υπάρχει και μία διακριτική αίσθηση τσακμακόπετρας (πυρόλιθου). Στην συνέχεια τα αρώματα μπαχαρικών γίνονται πιο πολύπλοκα με το γαρύφαλλο και το πιπέρι να κυριαρχούν. Μετά από μερικές αναδεύσεις τα αρώματα γίνονται πιο φρουτώδη ενώ η αίσθηση της τσακμακόπετρας είναι συνεχώς παρούσα όπως και οι νότες ψημένου ψωμιού. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια διακρίνει κανείς επίσης αρώματα καπνού και γλυκόριζας. Παρ' όλη την πολυπλοκότητα όμως τα αρώματα είναι ευδιάκριτα και πολύ ευχάριστα αποτελώντας ένα υπέροχο σύνολο αντάξιο ενός πολύ μεγάλου κρασιού!
Στο στόμα εντυπωσιάζεται κανείς από τον πλούτο και το πολύ γεμάτο σώμα του κρασιού αυτού ενώ η οξύτητα είναι απόλυτα ισορροπημένη με τις τανίνες προσδίδοντας στον οίνο αυτό την δυνατότητα να καταναλωθεί άμεσα. Βέβαια, η εξαιρετική δομή του του επιτρέπει να παλαιώσει για τουλάχιστον 5 ακόμη χρόνια! Η επίγευση είναι μεγάλης διάρκειας με την τσακμακόπετρα και τα ώριμα φρούτα να γεμίζουν ευχάριστα τον ουρανίσκο μας.



υ.γ.:Την στιγμή που έγραφα αυτές τις σειρές δοκίμαζα (...έπινα τέλoς πάντων) ενα απίστευτο Cornas Vieilles vignes (παλαιά κλήματα) του 1999 από το πάντα αξιόπιστο Domaine Alain Voge. Δεν γράφω τίποτα γι αυτό, είμαι εγωιστής! Μία τέτοια απόλαυση δεν την μοιράζομαι με κανέναν....!!!

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Puligny-Montrachet 1er Cru Les Pucelles 1996

Το 1996 ήτανε για την Βουργουνδία μία πολύ καλή και ισορροπημένη χρονιά. Στο Domaine Leflaive θεώρησαν πως τα λευκά τους τότε ειχαν πολύ μεγάλη συγκέντρωση οξύτητας και αφού το κτήμα διαθέτει τεράστια οικονομική άνεση, αποφάσισαν να εμπορευτούν κάποιες ετικέτες πολύ αργότερα. Μία από αυτές ήτανε και το 1er Cru του Puligny-Montrachet Les pucelles. Το 2008 και μετά από 12 χρόνια παλαίωσης στις πλέον κατάλληλες συνθήκες ήρθε ο καιρός για το κρασί αυτό να βγει στην αγορά και εμείς να είμαστε μέσα στους λίγους τυχερούς που είχαν την τύχη να το πιουν!
Αφού το αφήσαμε ανοιχτό για περίπου 4 ώρες ώστε να... ημερέψει, αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα να το δοκιμάσουμε! Με την πρώτη "μυτιά" έβρισκε κανείς μυρωδιά ψημένου ψωμιού ενώ μετά από ένα καλό γύρισμα στο ποτήρι τα πράγματα ήτανε πιο πολύπλοκα. Βούτυρο, τσακμακόπετρα και ψημένο μπέικον (ναι! και μάλιστα έντονα, σαν να είχα ένα κομμάτι μπροστά μου..) ήταν μόνο μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του αρώματα. Τέτοιου είδους αρώματα προέρχονται από την Βουργουνδέζικη μέθοδο της ζύμωσης στο βαρέλι και είναι τυπικά των κρασιών που παράγονται από τον πρώην οινολόγο του Domaine Leflaive, Pierre Morey (αποχώρησε τον Ιούλιο). Στο στόμα η οξύτητα δεν είχα ακόμη τιθασευτεί για τα καλά αλλά ο γευστικός πλούτος του κρασιού αυτού ισορροπούσε την κατάσταση. Η επίγευση ήτανε πάρα πολύ μεγάλη σε διάρκεια και ερχότανε κάπως πιο φρουτώδης σε σχέση με την μύτη του αφού πέρα από το ψημένο ψωμί που κυριαρχούσε ένιωθε κανείς και την έντονη παρουσία εσπεριδοειδών.

Την παρασκευή το μεσημέρι δοκίμασα για πρώτη μου φορά κρασί από την Σερβία από μία αμπελουργική περιοχή κοντά στην Ουγγαρία πάνω στον ποταμό Δούναβη. Φτιαγμένο από Riesling, και οινοποιημένο από Γάλλους παραγωγούς δεν είχε κάτι που να το κάνει ξεχωρίζει αν και είναι μία έντιμη προσπάθεια. Περιμένω να δοκιμάσω κρασί παραγόμενο από ντόπιες Σέρβικες ποικιλίες και τότε θα υπάρξει αναλυτικότερη περιγραφή!

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

O πύργος του Άγιου Μαρτίνου...

...ή αμετάφραστα: La tour Saint-Martin!
Ένα κρασί από το Menetou-Salon, την ανατολικότερη άκρη της κοιλάδας του Λίγηρα (val de Loire) όχι μακριά από τηv Βουργουνδία και δίπλα ακριβώς από το Sancerre όπου παράγονται εξαιρετικά λευκά. Στο Menetou-Salon παράγονται κυρίως λευκά από Sauvignon αλλά και κόκκινα ή ροζέ από Pinot Noir ενώ από το 1100 ακόμη θεωρούνταν σπουδαία αμπελουργική περιοχή.
Ήμουν περίεργος να δω τι μπορεί να δώσει ένα Pinot από αυτήν την περιοχή και πήρα να δοκιμάσω το ομώνυμο Ονομασίας προέλευσης από ένα αμπελοτοπωνύμιο εν ονόματι Morogues που παράγεται από την οινοποιεία Albane et Bertrand Minchin.
Ο La tour Saint Martin του 2005 λοιπόν είναι ένα κρασί ανοιχτού κόκκινου χρώματος, αρκετά ζωηρού και χαρακτηριστικού της ποικιλίας. Μέτρια εκφραστικό στην μύτη αρχικά, με λεπτά αρώματα κόκκινων φρούτων (φραγκοστάφυλα, κασίς, κεράσι...) που όμως χάνονταν πολύ γρήγορα και δεν επανέρχονταν όσο και αν προσπάθησα να το βοηθήσω (το δοκίμασα σε διαφορετικές στιγμές μετά το άνοιγμα και σε διαφορετικές θερμοκρασίες). Στο στόμα τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα αφού το μέτριο σώμα του, η μικρή επίγευση και η έλλειψη τανινών δεν θύμιζαν σε καμία περίπτωση ένα γαλλικό Pinot του 2005.
Στα 13,5€ δεν νομίζω ότι μιλάμε για καλή σχέση τιμής ποιότητας αφού με τα ίδια λεφτά βρίσκει κανείς πολύ καλύτερα κρασιά από αυτές τις περιοχές.
Τελικά... αυτό το Pinot το καταραμένο θέλει μεγάλη μαγκιά...!

Κωστής