Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

O Selosse ...και οι άλλοι

Κόσμος πάει κι έρχεται διακοπές, άλλοι ξεκινάνε τρύγο, άλλοι βρίσκονται ήδη εν μέσω οινοποιήσεων και όλος ο οινικός κόσμος βρίσκεται σε γενικότερο αναβρασμό. Μέσα σε όλο αυτόν τον πανικό καταφέραμε να βρούμε χρόνο για μία ωραία βραδιά με δοκιμές κρασιών και μερικά μεζεδάκια στον κήπο του οινοποιείου. Οι βασικοί παίκτες μπορεί να απουσίαζαν, οι αντικαταστάτες τους όμως στάθηκαν και με το παραπάνω στο ...ύψος των περιστάσεων!

Αφού στο τραπέζι τοποθετήθηκε η απαραίτητη πιατέλα με διάφορα ελληνικά τυριά, ξεκινήσαμε τις δοκιμές με μία Σαμπάνια Selosse 1999. Ατέλειωτα πολύπλοκη στην μύτη, ξεκινώντας από μία αίσθηση μελιού και φουντουκιού, συνέχιζε σε πιο φρουτώδη όπως μήλο και αχλάδι. Αν μάλιστα δεν εξαφανίζονταν σε χρόνο ρεκόρ από τα ποτήρια όλων, οι σημειώσεις μου πάνω στα αρώματα δεν θα είχαν σταματήσει εκεί αφού όσο περνούσε η ώρα ανακαλύπταμε και κάτι καινούριο! Στο στόμα, οι αρχικά αραιές φυσαλίδες πολλαπλασιάστηκαν πολύ γρήγορα και έδιναν μία πλούσια αλλά πολύ φινετσάτη αίσθηση που χάιδευε απαλά το στόμα μέχρι το υγρό να κατηφορίσει από την στοματική κοιλότητα και να φύγει αφήνοντας μία υπέροχη επίγευση.

O Anselme Selosse είναι η δεύτερη γενιά παραγωγών του Domaine Jacques Selosse και ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του οινικού χώρου. Είναι ο πρώτος παραγωγός στην Καμπανία που ζύμωσε σε βαρέλια, εφαρμόζοντας έτσι την μέθοδο των λευκών της Βουργουνδίας. Αυτό έκανε της Σαμπάνιες του αρκετά ιδιαίτερες γευστικά και γρήγορα δημιούργησε φανατικούς οπαδούς αλλά και εχθρούς έχοντας ως αποτέλεσμα να ξεσηκώσει πολλές συζητήσεις γύρω από τις μεθόδους του και να εκτοξεύσει την φήμη του.

Ακολούθησε ένα λευκό Βιδιανό από την Κρήτη πιθανότατα φρεσκοεμφιαλωμένο αφού είχε πολύ έντονη την αίσθηση του θειώδη ανυδρίτη και κούραζε υπερβολικά στην μύτη. Το αφήσαμε λίγη ώρα ανοιχτό μήπως και πίνεται πιο ευχάριστα μετά από λίγη ώρα αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Άσχημη τύχη είχε και μία Rebulla από την Goriska Brda της Σλοβενίας που είχε πρόβλημα με τον φελλό.

Μετά από αυτές τις δύο αποτυχίες είχε έρθει η ώρα για κάτι εγγυημένα καλό όπως το Νυκτέρι Reserve 2008 του Χατζηδάκη. Δυστυχώς όμως ούτε αυτό δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες. Το αλκοόλ και τα παραμένοντα σάκχαρα ήταν πάρα πολύ υψηλά χωρίς να υποστηρίζονται από την αναμενόμενη οξύτητα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κρασί πολύ βαρύ που λίγωνε γρήγορα και δεν θύμιζε τα μεγάλα κρασιά στα οποία μας έχει συνηθίσει ο παραγωγός.

Αφού λοιπόν τα λευκά δεν μας βγήκαν περάσαμε στα κόκκινα χρησιμοποιώντας σαν σκαλοπάτι το ροζέ του Λίγα. Ένα ροζέ από Ξινόμαυρο αρκετά απαλό και πάρα πολύ ευχάριστο, ότι πρέπει για το καλοκαίρι. Στη μύτη θύμιζε αρκετά ερυθρό κρασί της ποικιλίας αλλά στο στόμα ήταν πολύ δροσιστικό με ένα πολύ ωραίο φρούτο να πλημμυρίζει το στόμα. Στα θετικά του κρασιού και η ετικέτα του η οποία είναι χαρακτηριστικό δείγμα της δουλειάς που γίνεται στο κτήμα στον συγκεκριμένο τομέα.

Ξεκινώντας τα κόκκινα δοκιμάσαμε ένα Crozes Hermitage του 2010 από τον Remy Nodin. Ένα φρουτώδες ερυθρό από Syrah αρκετά απλό σαν κρασί, ότι έπρεπε για την εισαγωγή. Με μέτρια οξύτητα και πολύ ωραίες, ζουμερές τανίνες συνόδευε πολύ καλά τα πεντανόστιμα μπιφτέκια από τα Γιαννιτσά ενώ πολύ καλά με το όλο σύνολο έδεσε και η παραδοσιακή μουστάρδα από τον συνεταιρισμό γυναικών της Γουμένισσας.

Ακολούθησε ένα χαρμάνι Ξινόμαυρο - Merlot - Syrah του 2006 από την Καλαμπάκα το οποίο όμως ήταν σχετικά αδιάφορο και έδειχνε τις δυσκολίες για την χρονιά αυτήν σε αρκετά μέρη της χώρας μας. Η μύτη, με μια πρώτη εντύπωση παρουσίαζε ενδιαφέρον αλλά γρήγορα έπεφτε και έδειχνε πως είχε ταλαιπωρηθεί από τον χρόνο. Στο στόμα η οξύτητα και οι τανίνες στέκονταν σε καλά επίπεδα χωρίς όμως να προσφέρουν κάποια ιδιαίτερη συγκίνηση.

Γυρνώντας μία χρονιά πίσω και επιστρέφοντας στον Γαλλικό αμπελώνα περάσαμε σε μία Βουργουνδία του 2007 από το αμπελοτεμάχιο Les Riaux του Dominique Derain. Η μύτη ήταν γλυκόξινη με τα αρώματα κερασιού να ανακατεύονται με γήινες αλλά και κάποιες "πράσινες" αρωματικές νότες που φανέρωναν την επιλογή του παραγωγού να τρυγάει σχετικά νωρίς. Στο στόμα είχε πολύ ωραίες οξύτητες και μαλακές ντελικάτες τανίνες που του έδιναν μία αίσθηση αέρινη. Το όλο σύνολο θα το χαρακτήριζα πάντως αρκετά "αλήτικο" αφού ξέφευγε τελείως από τα αρωματικά στάνταρ στα οποία κινούνται τα περισσότερα κρασιά και είχε μία πολύ δική του αρωματική πολυπλοκότητα.

Ο συγκεκριμένος παραγωγός καλλιεργεί βιοδυναμικά από το 1989, όταν και έκανε τον πρώτο του τρύγο, στα πενηνταπέντε στρέμματα αμπελώνων που διαθέτει. Όλα του τα κρασιά δεν περιέχουν θειώδη και δεν χρησιμοποιεί και κανένα άλλο οινολογικό προϊόν για την παρασκευή τους. Οινολογικά γίνεται άμεσα αντιληπτό πως πρόκειται για "φυσικό κρασί" αλλά γευστικά φτάνει σε υψηλά επίπεδα ποιότητας. Δεδομένου μάλιστα πως ταξίδεψε με αυτοκίνητο από την Γαλλία μέχρι την Ελλάδα, κρατήθηκε πάρα πολύ καλά όλα αυτά τα χρόνια. Σε γενικές γραμμές άρεσε αρκετά στους περισσότερους από εμάς και είναι μία ακόμη απόδειξη πως τα φυσικά κρασιά ενέχουν ρίσκο και για τον παραγωγό και για τον αγοραστή αλλά σίγουρα μπορούν να προσφέρουν πολλές συγκινήσεις!

Η βραδιά έκλεισε με τον παραγωγό με τον οποίο ξεκίνησε. Η Ραταφιά του Anselme Selosse φτιάχτηκε από μούστο ο οποίος κόπηκε* με απόσταγμα στεμφύλων και έμεινε σε παλιά δρύινα βαρέλια στον εξωτερικό χώρο του οινοποιείου. Χωρίς καμία προσθήκη ή άλλη επεξεργασία περίμενε υπομονετικά στα βαρέλια αυτά κάτω από βροχές, χιόνια και άλλα καιρικά φαινόμενα, την στιγμή που θα εμφιαλωνόταν σε λίγες μόνο συλλεκτικές και πολύ σπάνιες φιάλες. Το αποτέλεσμα ήταν φανταστικό. Αρώματα από μόκα και κακάο μπλέκονταν με αρώματα από μαχλέπι και ξηρά σύκα ενώ το τελείωμα θύμιζε έντονα το παραδοσιακό γαλλικό χωνευτικό με κορόμηλα βουτηγμένα σε Αρμανιάκ.
Όλο αυτό συνδυάζονταν εκπληκτικά με το δεκαπέντε μηνών παλαιωμένο τυρί από την Σλοβενία και το γλυκό κυδώνι από τον συνεταιρισμό της Γουμένισσας!

Συνοπτικά θα λέγαμε πως μπορεί να είχαμε αρκετές απογοητεύσεις αλλά τα τρία κορυφαία κρασιά της βραδιάς- η Σαμπάνια, η Βουργουνδία και η Ραταφιά-  ανέβασαν τον πήχη τόσο ψηλά που κάλυψαν και το κενό που άφησαν όσα δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Το δροσερό αεράκι και το χαλαρό κλίμα της βραδιάς βοήθησαν στο να απολαύσουμε στο μέγιστο όλα όσα δοκιμάσαμε και γέμισε τις μπαταρίες μας για τις φορτωμένες μέρες που ακολουθούν για τους περισσότερους από εμάς!


*Το αλκοόλ χρησιμοποιήθηκε για να διακόψει την ζύμωση του μούστου. Με τον τρόπο αυτόν παίρνουμε ένα προϊόν που έχει αλκοόλ -λόγω της προσθήκης- αλλά διατηρεί και την γλυκύτητα του μούστου.

Ευχαριστούμε πολύ την Κική Παναγιώτου για της φωτογραφίες!

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Καθέτως, οριζοντίως ...και πλαγίως: Από την Νεμέα ως την Σικελία

Αφού ολοκληρώσαμε το πρώτο μέρος και κλείσαμε τον κύκλο των Ξινομάυρων είχε έρθει η ώρα για τα υπόλοιπα κρασιά τις δοκιμής. Ελληνικά - ξένα, αθείωτα - τεχνολογικά, λευκά - κόκκινα, χαρμάνια - μονοποικιλιακά... όλα ήταν στο πρόγραμμα!

Ξεκινήσαμε το δεύτερο μέρος με την Διάπορο του 2008. Στην μύτη χρειάζονταν ακόμη αρκετό χρόνο ώστε το βαρέλι να αφομοιωθεί στο σύνολο και να εμφανίζεται λιγότερο έντονο. Στο στόμα η οξύτητά του ήταν εξαιρετική αλλά η γενική εικόνα του κρασιού ήταν κάπως ασύνδετη. Στο τελείωμα η επίγευση άφηνε κάποιες ζωικές νότες που προσωπικά βρίσκω πως χαρακτηρίζουν το κρασί αυτό από την πρώτη του εμφιάλωση. Συμπερασματικά θα λέγαμε πως είναι ακόμη αρκετά νέο για να κριθεί και χρειάζεται ακόμη χρόνο για να ολοκληρωθεί σαν σύνολο και να δείξει τις πραγματικές του δυνατότητες.

Ακολούθησε ένα αθείωτο ερυθρό από το Roussillon και τον Bruno Duchêne. H Pascole 2008 από Carignan και Grenache είχε αρχίσει να εμφανίζει σημάδια οξείδωσης στην μύτη αλλά κρατούσε ακόμη αρκετά καλά στο στόμα. Χαρακτηριστικό της ήταν η σταθερή ένταση που είχε στο στόμα όντας ένα πολύ δεμένο κρασί με πολύ μαλακό τελείωμα και χυμώδης αίσθηση. Βέβαια, δεδομένου πως είναι ένα αθείωτο ερυθρό που έκανε οδικός όλη την διαδρομή από τα Γαλλο-Ισπανικά σύνορα μέχρι την Νάουσα ήταν λογικό να υστερεί αρωματικά αλλά να κερδίζει στο στόμα και να είναι πολύ πιο εξελιγμένο από όλα τα υπόλοιπα '08 που δοκιμάσαμε.

Τρίτο κόκκινο στην ίδια χρονιά ήταν το "Vinu Petra" από την Αίτνα της Σικελίας. Εκεί ο οινολόγος Salvo Foti μαζί με τους "vignieri" έχει αναλάβει την συνέχιση μίας παράδοσης που κρατάει από το 1435. Τότε ήταν η χρονιά την οποία "i vigneri", οι αμπελουργοί δηλαδή της Κατάνια ενώθηκαν κάτω από αυτό το όνομα θέτοντας κοινούς στόχους. Σήμερα ο στόχος αυτός είναι να παράγουν κρασιά που να αντιπροσωπεύουν όσο το δυνατόν καλύτερα το πολύ ιδιαίτερο terroir γύρω από την Αίτνα επενδύοντας σε φυσικές και βιοδυναμικές μεθόδους.

Το "VinuPetra" αρωματικά θύμιζε γλυκά μπαχαρικά όπως το γαρύφαλλο που καλύπτονταν όμως γρήγορα από αρώματα βαρελιού. Στο στόμα ήταν αρκετά μαλακό, σχετικά παχύ με καλή διάρκεια επίγευσης. Αρχικά κέρδισε τις εντυπώσεις αλλά όταν μάθαμε πως η λιανική τιμή του πλησιάζει τα σαράντα ευρώ αναθεωρήσαμε τις απόψεις μας. Από την άλλη βέβαια αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ένα κρασί μπορεί να σταθεί τόσο καλά οινολογικά χωρίς να έχει καθόλου ελεύθερα θειώδη. Για να διώξουμε μάλιστα και την δυσπιστία μας για το κατά πόσο έστεκε αυτός ο ισχυρισμός κάναμε εργαστηριακή ανάλυση η οποία επιβεβαίωσε την έλλειψη θειώδη ανυδρίτη. Επίσης αξιοσημείωτο είναι και το κατάμαυρο χρώμα του το οποία οφείλονταν στην ποικιλία Alicante Bouché η οποία στα μέρη μας είναι γνωστή ως Βάφισσα ή Βάφτρα. Η ποικιλία αυτή χρησιμοποιούνταν για να δώσει έντονο μαύρο χρώμα στα κόκκινα κρασιά στα μέσα του προηγούμενου αιώνα επειδή είναι η μόνη ποικιλία η οποία έχει χρώμα και στην σάρκα του σταφυλιού και όχι μόνο στην φλούδα του. Σήμερα η χρήση της έχει εγκαταλειφθεί και το έντονο χρώμα επιτυγχάνεται με τεχνικά κυρίως μέσα. Οι υπόλοιπες ποικιλίες του Vinu Petra ήταν το Nerello Mascalese, το Nerello Capuccio και το Francisi. Για την τελευταία ποικιλία λέγεται πως έχει πολλά κοινά με το Pinot Noir και θα είχε πολύ ενδιαφέρον να δοκιμάζαμε μία ξεχωριστή οινοποίηση.

Η μοναδική Νεμέα της βραδιάς ήταν το Μικροκλίμα 2005 του Παπαϊωάννου το οποίο μας εξέπληξε με την αρωματική του καθαρότητα και την δροσιστική του φρεσκάδα. Αρωματικά επικρατούσαν ανθώδη αρώματα ενώ στο στόμα οι νότες ξύλου που αρχικά είχαν έντονη παρουσία χάνονταν πολύ γρήγορα. Ήταν ένα πολύ καλό δείγμα του πως κάποια καλά Αγιωργίτικα μπορούν να παλαιώνουν χωρίς κανένα πρόβλημα αφού έδειχνε πως έχει ακόμη μπροστά του αρκετά χρόνια ζωής. Πέρυσι μας το απέδειξε ξεκάθαρα η Νεμέα του Παρπαρούση του 1998 φέτος το Μικροκλίμα του Παπαϊωάννου. Μόνο μελανό σημείο για το κρασί αυτό είναι πως την επόμενη ημέρα είχε χάσει όλη την ένταση των αρωμάτων του και είχε πέσει πάρα πολύ σε σχέση με την μέρα που ανοίχτηκε.

Τσακίζοντας χοιρινές
Εδώ να κάνω μία παρένθεση λέγοντας πως το φετινό καλοκαίρι χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη ζέστη και ελάχιστες βροχές κάνοντας δύσκολη υπόθεση την κατανάλωση κόκκινου κρασιού κατά την διάρκειά του. Η πρώτη βραδιά του Αυγούστου όμως ήταν μία από τις πιο ευχάριστες βραδιές του φετινού καλοκαιριού με την θερμοκρασία να μην ξεπερνάει τους είκοσι βαθμούς και την βροχή να δροσίζει ωραία την ατμόσφαιρα. Συνεπώς, ο καιρός ήταν σύμμαχός μας και τα κόκκινα δοκιμάζονταν πολύ ευχάριστα καθ'όλη την διάρκεια της βραδιάς. Η δροσούλα μας βοήθησε επίσης στο να συνοδέψουμε τα κρασιά μας με τα αντίστοιχα φαγητά δηλαδή κρέατα, τυριά, σάλτσες κλπ. Τις υπόλοιπες μέρες με τον καύσωνα μόνο κανένα γιαουρτάκι θα τρωγόταν ευχάριστα...

Προτού κάνουμε το πέρασμα στα λευκά ήπιαμε ένα νεαρό Ξινόμαυρο. Το Jeunes Vignes του Θυμιόπουλου 2011 είχε τον άχαρο ρόλο να δώσει και πάλι φρεσκάδα στο στόμα μας και να το προετοιμάσει για την μετάβαση από τα κόκκινα στα λευκά. Παρόλα αυτά κέρδισε τις εντυπώσεις με το εκρηκτικό φρούτο στην μύτη, την αέρινη οξύτητα στο στόμα και την λαχταριστή επίγευση που σε κάνει να μην θέλεις να σταματάς να το πίνεις! Που και να περάσει λίγος χρόνος ακόμη και να σταθεροποιηθεί αρωματικά και γευστικά...

Στα λευκά την τιμητική του είχε το Friuli. Η βορειο-ανατολική περιοχή της Ιταλίας που μαζί με την Goriska Brda, την συνέχεια δηλαδή του Collio από την πλευρά της Σλοβενίας, αποτελούν μία από τις πιο σπουδαίες οινικές περιοχές της Μεσογείου όσον αφορά τα λευκά.

Ξεκινήσαμε με ένα Friulano το οποία είχε έντονα αρώματα πεπονιού και κίτρινης κολοκύθας. Στην μύτη τα αρώματα είχαν αρκετή ένταση και διάρκεια αλλά στο στόμα υστερούσε σαφώς σε οξύτητα και τελείωνε απότομα με κοφτή επίγευση. Υπενθυμίζω πως το Friulano είναι το γνωστό μας Tokay για το οποίο οι Ούγγροι μετά την κατοχύρωση του ονόματος ως αποκλειστικά δική τους ονομασία προελεύσεως υποχρέωσαν όλες τις άλλες χώρες να χρησιμοποιήσουν άλλο όνομα.
Η βασική δεκαοκτάδα!

Ακολούθησε το "π-καϊ" 2008 του Γιώργου Παράσχου από την ίδια περιοχή. Εδώ ο παραγωγός ονόμασε την ποικιλία με τον δικό του τρόπο συνδυάζοντας το "π" από το Παράσχος με τα τρία τελευταία γράμματα της ποικιλίας. Το κρασί αυτό είχε ανοιχτεί τέσσερις μέρες πριν αλλά όταν ανοίχτηκε ήταν αρκετά κλειστό και πολύ κατώτερο σε σχέση με το πως δοκιμάζονταν στο οινοποιείο. Γι'αυτό αποφασίσαμε να το αφήσουμε λίγο καιρό μπας και ανοίξει αρωματικά αφού τα λευκά που έχουν γίνει με skin-contact συνήθως βοηθούνται από το οξυγόνο ώστε να είναι πιο εκφραστικά. Παρόλα αυτά, αν και εμφανίζονταν κάπως πιο πολύπλοκο από την πρώτη μέρα και ήταν σίγουρα καλύτερο από το πρώτο λευκό, ήταν κατώτερο των προσδοκιών και δεν δικαίωσε τις δάφνες που το συνόδευαν.

Αυτό που κράτησε ψηλά την σημαία της περιοχής ήταν ένα κρασί από την άλλη πλευρά των συνόρων.  Ήταν η Rebula 2007 του Klinec από την Goriska Brda της Σλοβενίας που αν και δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρωματικά, έδινε μία καταπληκτική αίσθηση στο στόμα. Μία αίσθηση πολύ πλούσια που γέμιζε το στόμα με γεύσεις και έκλεινε με μία ατελείωτη επίγευση. Δεδομένου όμως της πολυπλοκότητάς του και του γευστικού του βάθους μάλλον αδικήθηκε αφού τέτοιου είδους κρασιά χρειάζονται αρκετό χρόνο για να τα εκτιμήσει κανείς όπως πρέπει.

Οι δοκιμές μας ολοκληρώθηκαν με το λευκό "Vinujancu" από τους Vigneri τις Σικελίας και τον Salvo Foti. Ένα λευκό του 2010 από Grecanico, Caricante, αυτόριζο Riesling Renano και Minella. Με πολύ ιδιαίτερη, λεμονάτη μύτη και πολύ γευστικό στόμα η πρώτη εντύπωση που μας έδωσε ήταν εξαιρετική. Το στόμα πέρα από την καταπληκτική οξύτητα έδινε και μία αίσθηση αλμύρας που σπάνια συναντάει κανείς σε κρασί. Το διοξείδιο του άνθρακα γαργαλούσε ευχάριστα τον ουρανίσκο και του έδινε ακόμη πιο δροσιστική αίσθηση ενώ αξίζει να αναφερθεί πως βάση και των εργαστηριακών αποτελεσμάτων ούτε αυτό το κρασί του Salvo Foti δεν περιείχε ελεύθερα θειώδη αλλά διατηρούνταν σε άψογη κατάσταση. Ψάχνοντας λίγο τις σημειώσεις μου είδα πως την αίσθηση αυτήν της αρμύρας στο στόμα την είχα ξαναβρεί στο Vermentino 2011 του οινοποιείου Yalumba από την Αυστραλία.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος των δοκιμών μας ανανεώνοντας το ραντεβού μας για την επόμενη δοκιμή η οποία πιθανότατα θα μας βρει μαζεμένους γύρω από κάποιο τζάκι με χειμωνιάτικους μεζέδες.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Καθέτως, οριζοντίως ...και πλαγίως: Νάουσες

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος μαζευτήκαμε στην ταβέρνα Χάραμα στο Αρκοχώρι για μία δοκιμή κρασιών διαφόρων ποικιλιών και προελεύσεων με επίκεντρο πάντα το Ξινόμαυρο. Φέρνουμε δηλαδή τις δύο τρέχουσες χρονιές Ξινόμαυρου Νάουσας που κυκλοφορούν στην αγορά, μερικά παλαιωμένα Ξινόμαυρα και συμπληρώνουμε με ότι άλλο αρπάξουμε από την κάβα μας. Συνήθως υπάρχει και ένα πολύ καλό Αγιωργίτικο αλλά και καλά κρασιά του εξωτερικού ώστε ο ανταγωνισμός να είναι σκληρός.

Η γευσιγνωσία γίνεται κατά την διάρκεια γεύματος. Πρωτού περάσουμε στην δοκιμή του κάθε κρασιού κάνουμε μία σύντομη παρουσίαση όλων των παραγόντων που συνετέλεσαν στην δημιουργία του. Αυτό συμπεριλαμβάνει, τα εδαφικά και ποικιλιακά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά της χρονιάς και τον τρόπο οινοποίησης. Αφού δοκιμαστεί το κάθε κρασί όλοι οι παρευρισκόμενοι εκφράζουν την γνώμη τους πάνω σε αυτό. Όταν όλοι έχουν πει την άποψή τους δίνεται από τον καθένα μία βαθμολογία από την οποία βγαίνει στο τέλος ένας μέσος όρος. Πολλά από αυτά που δοκιμάζουμε τα ξαναδοκιμάζουμε την επόμενη ημέρα για να δούμε την εξέλιξή τους. Πέρα από το κλασσικό team των πέντε του μπλογκ, στην δοκιμή συμμετείχαν και δύο Γιώργηδες. Ο πρώτος είναι οινολόγος και οινοπαραγωγός στην Νάουσα και ο δεύτερος εμπορεύεται μεσογειακά κρασιά και προϊόντα γαστρονομίας στο Παρίσι.

Ξεκινήσαμε με την Νάουσα 2009 του Διαμαντάκου το οποίο σε πρώτη φάση ήταν έντονα εκφραστικό αλλά πολύ γρήγορα έκλεινε και γίνονταν αρκετά ουδέτερο αρωματικά. Στο στόμα έδειχνε πως οι τανίνες έχουν αρχίσει να ισορροπούν με την οξύτητα αλλά θέλει ακόμη χρόνο στην φιάλη ώστε να δώσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο. Να υπενθυμίσω πως το 2009 ήταν μία χρονιά που χαρακτηρίζεται σχετικά ψυχρή.

Ο Παλιοκαλιάς του 2009 ήταν σχετικά κλειστός αρωματικά αφού πριν ανοιχτεί υπέστη μία απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας του. Στο στόμα πάντως διατηρούσε μία εξαιρετική ορυκτή φρεσκάδα συνδυασμού των κλιματικών συνθηκών και των εδαφών από όπου προέρχεται. Την επόμενη μέρα πάντως, κατά γενική ομολογία όλων, δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα.

Κλείσαμε τα 2009 με το Γη και Ουρανός το οποίο είχε πολύ καλή αρωματική ένταση και διάρκεια με αρώματα κέδρου και γλυκού κερασιού. Στο στόμα ήταν εξίσου δυναμικό αλλά σίγουρα θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη αρκετό καιρό ώστε να το απολαύσουμε στα καλύτερα του. Μέχρι τότε ποιος το βρίσκει όμως...

Ανεβαίνοντας μία χρονιά επάνω περάσαμε στην Νάουσα 2010 του Διαμαντάκου το οποίο ήταν δείγμα από το χαρμάνι που βρίσκεται αυτήν στιγμή στην δεξαμενή. Αρωματικά είχε καλύτερη αρωματική διάρκεια από αυτό του '09 ενώ το στόμα έδινε μία αέρινη αίσθηση που τελείωνε αφήνοντας πολύ καλή επίγευση. Υπενθυμίζω πως το 2010 ήταν μία δύσκολη χρονιά με πολύ ξηρασία τον Αύγουστο και ατέλειωτες βροχές από τα τέλη Σεπτέμβρη έως τα τέλη Οκτώβρη.

Το Γη και Ουρανός του 2010 ήταν πιο απαλό αρωματικά σε σχέση με αυτό του '09 αλλά εξίσου δυναμικό και διαρκές στο στόμα. Προσωπικά βρήκα τα αρώματα του πιο πολύπλοκα από αυτά της προηγούμενης χρονιάς και ανυπομονώ να το ξαναδοκιμάσουμε τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι!

Συνοψίζοντας τις δύο πρώτες χρονιές που δοκιμάσαμε θα πρέπει να πούμε πως ήταν δύο δύσκολες χρονιές - η κάθε μία για διαφορετικό λόγο- και είναι δύο χρονιές που θα παρουσιάσουν μεγάλο ενδιαφέρον στο μέλλον. Είναι επίσης χρονιές στις οποίες θα φανεί η μαγκιά του κάθε παραγωγού και το πόσο καλά μπορεί να αντιπαλέψει τις δύσκολες συνθήκες. Κατά κάποιο τρόπο, τέτοιου είδους χρονιές είναι και αυτές οι οποίες θα δείξουν ποιοι θα είναι αυτοί που θα συνεχίσουν ψηλά στα χρονιά που έρχονται και ποιοι θα χαθούν στην αφάνεια...

Τα κρασιά της βραδιάς
Ακολούθησε το 2006 του Διαμαντάκου το οποίο εμφάνιζε μεγάλη αρωματική πολυπλοκότητα και θύμιζε από κράνο μέχρι τρούφα ενώ υπήρχαν και πολύ όμορφες νύξεις από άνθη βιολέτας που το έκαναν να θυμίζει Pinot Noir της βουργουνδίας. Παρόλα αυτά η διάρκεια αυτών των αρωμάτων δεν ήταν μεγάλη και το ίδιο συνέβαινε και με την διάρκεια της επίγευσης. Το στόμα ήταν επίσης κοντό και μετά από αυτά που συζητήσαμε με τον παραγωγό αλλά και από αυτά που έχουμε συμπεράνει δοκιμάζοντας το κρασί σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα φαίνεται καθαρά πως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της περιοχής. Δίνει δηλαδή ξινόμαυρα που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά φίνα αρωματικά και εύκολα να καταναλωθούν νέα σε σχέση με άλλα κρασιά της ίδιας ποικιλίας. Στερούνται όμως του μεγάλου δυναμικού παλαίωσης που χαρακτηρίζει την ποικιλία. Ένα ακόμη στοιχείο όμως που θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας είναι πως το 2006 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την περιοχή της Νάουσας με αρκετές βροχές και χαμηλές θερμοκρασίες. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι από τις πρώτες χρονιές που ο παραγωγός ανέλαβε εξ ολοκλήρου την οινοποίηση και έχει ακόμη μπροστά του δρόμο μέχρι να τελειοποιήσει την τεχνική και τις μεθόδους του.

Τρεις χρονιές παρακάτω, το Γη και Ουρανός του 2003 ήταν αρωματικά μέχρι τώρα το πιο γήινο της δοκιμής χωρίς να έχει χάσει όμως πολύ από το φρούτο του. Στο στόμα η οξύτητες ήταν ακόμη σε εξαιρετικά επίπεδα και οι τανίνες έδειχναν πως χρόνο με το χρόνο λιώνουν αργά αλλά σταθερά. Η πρώτη εμφιάλωση του παραγωγού κάθε φορά που την δοκιμάζουμε επιβεβαιώνει την ρήση "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται"!

Ακολούθησε η Ράμνιστα του 2000. Χρονιά αγαπημένη για το κρασί αυτό αφού στην Γαλλία το είχα παρουσιάσει σε αρκετές δοκιμές σαν αιχμή του δόρατος του ελληνικού κρασιού με μεγάλη επιτυχία. Στην μύτη αρχικά έβγαζε ωραία αρώματα ντομάτας με γήινες νότες τρούφας. Γρήγορα όμως άρχισε να πέφτει και να εμφανίζει σημάδια κούρασης. Το στόμα ήταν πολύ πιο κάτω από τις προσδοκίες αλλά και από αυτό που φανέρωνε η μύτη. Ασύνδετο, με σφιχτό και δύσκολο τελείωμα έδειχνε πως κάτι δεν είχε πάει καλά. Πιθανότατα αυτό να συνέβη γιατί σε κάποια στάδιο της ζωής της φιάλης υπήρξαν κακές συνθήκες συντήρησης. Δυστυχώς αυτό είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει σε αρκετά κρασιά και ειδικά σε παλαιωμένα των οποίων την διαδρομή μέχρι το τραπέζι μας αγνοούμε. Αναρωτιέμαι πόσα χέρια να είχε αλλάξει άραγε αυτή η Ράμνιστα προτού να φτάσει στο ποτήρι μας...

Στην ίδια χρονιά δοκιμάστηκε επίσης και ο Πήγασος του Μαρκοβίτη. Στην αρχή η μύτη ήταν ελαφρώς αναγωγική αλλά γρήγορα άρχισε να δείχνει έναν πιο καθαρό χαρακτήρα που είχε αντέξει πάρα πολύ καλά το πέρασμα του χρόνου. Στο στόμα διατηρούσε ακόμη την ζωντάνια του και τον δυναμισμό του ενώ οι τανίνες του ωριμάζουν αργά αργά δίνοντας του την προοπτική να κρατηθεί στο επίπεδο αυτό για τουλάχιστον πέντε ακόμη χρόνια.

Η "διαγώνια" δοκιμή των Ξινομαύρων της Νάουσας έκλεισε με αυτήν του Μελιτζανή του 1995 αλλά δυστυχώς το κρασί αυτό δεν είχε κρατήσει στο χρόνο. Όταν ανοίχτηκε δοκιμάζονταν ακόμη αρκετά καλά αλλά η πολύ ζέστη σε συνδυασμό με την μεταφορά του μέχρι το Αρκοχώρι το αποτελείωσαν. Για αυτό λοιπόν είναι καλό να μην πολυ-ταλαιπωρούμε τις παλιές φιάλες, να τις δοκιμάζουμε επί τόπου, να αποφεύγουμε τις πολλές αλλαγές κλίσης και τις πολλές μετακινήσεις γενικότερα...

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος των δοκιμών μας. Το ξινόμαυρο επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά πως είναι μία ποικιλία η οποία επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους παράγοντες που συντελούν στην δημιουργία του. Κάθε χρονιά δίνει πολύ έντονο το στίγμα της, κάθε παραγωγός αποτυπώνει το στυλ του και κάθε αμπελοτεμάχιο φανερώνει ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Έτσι, η Νάουσα με το Ξινόμαυρο παρουσιάζει μία πολυ μεγάλη ποικιλομορφία που την κατατάσσει στην λίστα με τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του οινικού κόσμου!

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε όλα τα υπόλοιπα κόκκινα αλλά και μερικά λευκά από διάφορα μέρη του κόσμου...

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Ψημένο ψωμί από τον Καναδά!

Ήταν τον περασμένο Νοέμβρη σε ένα Bistrot του Μόντρεαλ όταν ο Καναδός οινοπαραγωγός Norman Hardie μας είχε χαρίσει μία φιάλη από το Chardonnay του για να πάρουμε μαζί μας και να δοκιμάσουμε στην Ελλάδα. Λίγο παραπάνω από μισό χρόνο μετά, μία ζεστή μέρα του Ιουνίου, το λαμπερό-χρυσό Chardonnay έρεε δροσιστικό στα ποτήρια μας.

Ο Norman Hardie έχει σπουδάσει στην Βουργουνδία και έχει ταξιδέψει σε διάφορα σημεία του κόσμου για να συμμετάσχει στην παραγωγή κρασιών και να κερδίσει εμπειρίες. Έπειτα από μερικά χρόνια, επέστρεψε στην πατρίδα του, το Νότιο Οντάριο, για να ξεκινήσει την δική του επιχείρηση η οποία μετρά σήμερα 120 στρέμματα με αυξητικές τάσεις. Ο ίδιος θεωρείται από τα κορυφαία ονόματα του Καναδικού κρασιού ενώ το οινοποιείο του έχει πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα.

Το Chardonnay που δοκιμάσαμε φέρει την ονομασία "cuvee L" που αναφέρεται στην μικρή αδερφή του παραγωγού που λέγεται Λίζα. Δοκιμάζοντας το, το πρώτο πράγμα που μας ήρθε στην μύτη ήταν μυρωδιά από ψημένο ψωμί. Ένα πολύ έντονο χαρακτηριστικό του βαρελιού, ευχάριστο αρχικά αλλά λίγο μονότονο στην συνέχεια. Στο στόμα η οξύτητα ήταν πάρα πολύ καλή χωρίς όμως να του λείπει η λιπαρότητα του Chardonnay, κάνοντας το να θυμίζει λευκό της νότιας Βουργουνδίας. Στο τελείωμα κυριαρχούσε και πάλι το έντονο άρωμα ψημένου ψωμιού και μόνο αφού το κρασί πήρε λίγη θερμοκρασία παραπάνω άρχισε να βγάζει κάποια αρώματα εσπεριδοειδών.

Η γενική εντύπωση που μας άφησε ήταν σχετικά καλή. Το στόμα ήταν εξαιρετικά στημένο και δρόσιζε ευχάριστα αν και το έντονο βαρέλι το έκανε κάπως κουραστικό από ένα σημείο και μετά. Αυτό πάντως που μας έκανε φοβερή εντύπωση είναι πως για λευκό του 2008 είχε τρομερή ζωντάνια και αν δεν το γνωρίζαμε θα ήμασταν σίγουροι πως μιλούσαμε για φρέσκο κρασί του 2011. Ούτε το χρώμα, ούτε τα αρώματα, ούτε το στόμα έδειχναν τα σημάδια της ηλικίας και σίγουρα είναι ένα κρασί που μπορεί να πάει ακόμη πολύ βαθιά στο χρόνο χωρίς κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, όταν τα αρώματα του βαρελιού ενσωματωθούν στο σύνολο θα μιλάμε για ένα σπουδαίο κρασί πολύ ωφελιμένο από την πάροδο του χρόνου. Δεν είναι τυχαίο πως το 2008 είναι η τρέχουσα χρονιά για τα κρασιά του οινοποιείο του Norman Hardie.

Να λοιπόν που ο Καναδάς, πέρα από τα ice wine για τα οποία φημίζεται, μπορεί να παράγει πολύ ενδιαφέροντα ξηρά κρασιά. Το 12% αλκόολ άλλωστε είναι κάτι που σπάνια συναντά κανείς σε ποιοτικά κρασιά. Με τις τελευταίες τάσεις που θέλουν τα κρασιά να επιστρέφουν σε λογικά ποσοστά αλκοόλ -τα δεκατεσσάρια έχουν πράγματι αρχίσει να κουράζουν- οι βόρειες περιοχές κρατάν στα χέρια τους ένα σημαντικό πλεονέκτημα!

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Syrah με τα μάτια κλειστά vol.2

 Το δεύτερο μέρος της δοκιμής ξεκίνησε πολύ δυναμικά. Τόσο δυναμικά μάλιστα που δεν αφήνει περιθώρια για πρόλογο και με αναγκάζει να μπω κατευθείαν στο δια ταύτα. Το κρασί που άνοιξε το δεύτερο μέρος ήταν ένα πραγματικό νέκταρ. Εξαιρετική μύτη με τα κόκκινα φρούτα να πλαισιώνονται πανέμορφα από μπαχαρένιες νότες που του έδιναν μεγάλη πολυπλοκότητα. Μία ανεπαίσθητη μόνο αίσθηση οξείδωσης πρόδιδε την μεγάλη ηλικία του αλλά δεν μείωνε καθόλου την ευχαρίστηση που ένιωθε κανείς φέρνοντας το ποτήρι κάτω από τα ρουθούνια του. Στο στόμα έμπαινε πολύ δυναμικά, διατηρούσε ακόμη το νεύρο του και τελείωνε εκπληκτικά αφήνοντας ευχάριστη αίσθηση για αρκετή ώρα από την στιγμή της κατάποσης. Ήταν ένα Αυστραλέζικο Shiraz του 1997 από τo οινοποιείο Hardys (Eileen Hardy) που παρά τα χρονάκια του δοκιμάζονταν άψογα. Πιθανότατα να ήταν και η καλύτερη στιγμή για να το πιει κανείς αφού φαινόταν πως αν το φυλάγαμε έναν χειμώνα ακόμη ο χαρακτήρας του θα άρχιζε να αλλοιώνεται. Να λοιπόν που και ο νέος κόσμος φτιάχνει εξαιρετικά κρασιά παλαίωσης που αξίζει τον κόπο να τα ψάξει κανείς, να τα βάλει στο κελάρι του και να τα αφήσει εκεί για μερικά χρονάκια!

Μετά από αυτό, το επόμενο κρασί θα έπρεπε να βάλει τα δυνατά του για να μας εντυπωσιάσει. Κάθε άλλο όμως, η μύτη ήταν πολύ κακή και το στόμα άγαρμπο και επιθετικό. Ήταν μία κακοσυντηρημένη Syrah Μπουτάρη 2000 που λόγω χρονιάς είχαμε πιστέψει πως θα μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα στα υπόλοιπα. Αγνοούμε τις συνθήκες φύλαξης προτού φτάσει στα χέρια της αλλά υποθέτουμε πως ήταν χείριστες. Παρεμπιπτόντως η αντίστοιχη μονοποικιλιακή του Κυρ-Γιάννη είναι εξαιρετική

Πάνω λοιπόν που η γευστική μας ξανάρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα επανήλθαμε σε πολύ υψηλά στάνταρτς. Το ποτήρι μας γέμιζε τώρα με ένα κρασί του οποίου η πιπεράτη μύτη δεν άφηνε καμία αμφιβολία πως ήταν Syrah του Βόρειου Ροδανού. Βατόμουρο, κεράσι, ελιά, δαμάσκηνο και πολλά ακόμη αρώματα που γίνονταν διακριτά όσο περνούσε η ώρα ήταν μερικά μόνο από τα αρώματα που συμπλήρωναν το υπέροχο αρωματικό του μπουκέτο όσο περνούσε η ώρα. Το στόμα χαρακτηρίζονταν από μεταλικότητα που έφερνε στο νου τους παμπάλαιους γρανίτες του Cornas και λιωμένες τανίνες που άφηναν δαντελένια αίσθηση στο τελείωμα. Το κορυφαίο αυτό κρασί ήταν το Cornas Reynard 2006 του Thierry Allemand, ενός εκ των σπουδαιότερων οινοπαραγωγών του Ροδανού. Με ελάχιστη έως μηδενική προσθήκη θειώδης ανυδρίτη και όσο το δυνατόν πιο φυσική προσέγγιση ο Thierry Allemand παράγει κρασιά που όχι μόνο αντέχουν στον χρόνο αλλά και που σε όποια στιγμή της ζωής και αν καταναλωθούν προσφέρουν μία εκπληκτική οινογευστική εμπειρία και φανερώνουν όλο το μεγαλείο της ποικιλίας αλλά και του τερρουάρ της.

Πιθανότατα η δοκιμή θα έπρεπε να τελειώσει κάπου εκεί αφού τίποτα άλλο δεν θα είχε πια την δυνατότητα να μας συγκινήσει αλλά μας έμεναν ακόμη τρία κρασιά προς δοκιμή. Το πρώτο από αυτά τα τρία ήταν ένα πολύ εκφραστικό κρασί αλλά με μύτη που θυμίζει ζαχαρωτά, γλειφιτζούρια και άλλες παιδικές λιχουδιές! Στο στόμα δε, ήταν πολύ ευκολόπιοτο, μαλακό όσο δεν πάει και πινόταν σαν φρουτοχυμός. Ήταν ένα Syrah δεξαμενής από το Stenimahos Crest winery το οποίο δύσκολα θα συγκινούσε έναν φτασμένο οινόφιλο. Είναι όμως ότι καλύτερο για να προσηλυτίσει στον κόσμο του κρασιού ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι συνηθισμένοι να πίνουν κρασί και θέλουν κάτι μαλακό, εύκολο και παιχνιδιάρικο ώστε να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο οινικό σύμπαν.

Ακολούθησε κάτι που έδειχνε να είναι πολύ νέο και δεν έμοιαζε και πολύ με Syrah παρά τις πιπεράτες νότες που έβγαζε αρωματικά. Ξεκίνησε όντας πολύ εκφραστικό αλλά στην συνέχεια άρχισε να σφίγγεται και να κλείνει. Στο στόμα ήταν αρκετά ανάλαφρο έως άδειο με τις τανίνες να είναι μαλακές αλλά το τελείωμα να είναι κάπως κοφτό. Ήταν ένα νεαρό αθείωτο Αγιωργίτικο που αποτέλεσε την δεύτερη "παραφωνία" της δοκιμής και ξεγέλασε αρκετούς από εμάς.
Το τελευταίο κρασί της σειράς ήταν αρχικά πολύ ντροπαλό απέναντι μας και χρειάστηκε λίγη ώρα και μερικά στριφογυρίσματα στο ποτήρι μας μέχρι να αρχίσει να εκφράζεται καλύτερα. Στο στόμα έμπαινε με μέτρια ένταση αλλά τελείωνε πολύ πιο δυναμικά και άφηνε εξαιρετική επίγευση. Ήταν μία αμερικάνικη Syrah του 2009 από το Edmund St John. Στην ετικέτα υπήρχε επίσης η ένδειξη Wylie που δεδομένου ότι το οινοποιείο έχει φιλοσοφία παλαιού κόσμου υποθέσαμε πως πρόκειται για αμπελοτεμάχιο. Επίσης ένα αθείωτο κρασί, το τρίτο στα τελευταία τέσσερα που δοκιμάσαμε και το οποίο αποδεικνύει πως η τάση για μείωση του θειώδη ανυδρίτη όχι απλά εξαπλώνεται αλλά δίνει και εντυπωσιακά κρασιά. Το συγκεκριμένο είχε χαρακτήρα, καθαρά αρώματα, φινέτσα και κατάφερε μαζί με το Αυστραλέζικο και αυτό του Cornas να μπει στην καλύτερη τριάδα από όσα δοκιμάσαμε.

Συνοπτικά λοιπόν στις τρεις καλύτερες Syrah βρίσκουμε δύο νεοκοσμίτισες -η μία με παλαιοκοσμίτικη προσέγγιση-, και ένα Syrah από τον τόπο καταγωγής του. Επίσης από τα τρία τα δύο είναι αθείωτα και όπως έγραψα και προηγουμένως δείχνει την μεγάλη βελτίωση που έχει γίνει στο κομμάτι αυτό.

Κλείσαμε με φαγοπότι που περιλάμβανε τα υπόλοιπα των μπουκαλιών συνοδεία μπριζόλας ψημένης από τον μέγα σεφ Άρη και φρεσκοκομμένης πράσινης σαλάτας. Ως γνωστόν το καλό είναι απλό και αν οι πρώτες ύλες είναι καλές, σάλτσες, πολλά μπαχάρια και άλλα μασκαρέματα είναι περιττά...

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Syrah με τα μάτια κλειστά! vol.1

Πρώτα απ'όλα να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Η Syrah είναι ποικιλία γένους θηλυκού. Όπως και οι συνοτοπίτισσες της, Marsanne και Rousanne έτσι και αυτή είναι μία κυρία με καταγωγή τον Ροδανό και όχι ουδέτερο "το Syrah" όπως δηλαδή λέμε το Ξινόμαυρο ή το Merlot. Και εννοείτε σε καμία περίπτωση δεν είναι το Σιράχ ή το Σιράκ που συνηθίζουν να λένε οι παλιότεροι!

Στις 28 του Οκτώβρη λοιπόν αντί για παρέλαση μαζευτήκαμε με μία παρέα καλών φίλων -με τους συνήθεις ύποπτους δηλαδή-, ετοιμάσαμε μία καλή πιατέλα τυριά-αλλαντικά και στρωθήκαμε στο τραπέζι με τα ποτήρια ανά χείρας περιμένοντας την blind tasting master Μαρία να κάνει παιχνίδι με τις δώδεκα φιάλες που σκοπεύαμε να δοκιμάσουμε τυφλά. Τιμώμενη ποικιλία η μεγάλη κυρία του Ροδανού -τώρα που το ξέρουμε το μάθημα- η Syrah.

Ξεκινήσαμε με ένα παχύ μαύρο κρασί, προϊόν μεγάλων εκχυλίσεων, όχι άσχημο στην μύτη και αρκετά ανάλαφρο στο στόμα σε σχέση με αυτό που θα περίμενε κανείς από το χρώμα του. Αν εξαιρέσει κανείς τις σχετικά αδούλευτες τανίνες ήταν κάτι αρκετά ευχάριστο και πήρε πάνω κάτω καλές κριτικές από όλους όσους δοκίμαζαν. Ήταν ένα ελληνικό Syrah 2008 από την Στερεά Ελλάδα του οινοποιείου Λύτρα για το οποίο όμως δεν κατάφερα να βρω περισσότερες λεπτομέρειες όσο και αν έψαξα στο διαδίκτυο.


Το δεύτερο κρασί ήταν αρκετά εκφραστικό αλλά σίγουρα δεν έφερνε σε Syrah. Βαθύ με αρκετά καλή διάρκεια αλλά χωρίς να λέει πολλά πέρα από αυτό ήταν η μικρή παραφωνία ανάμεσα στα έντεκα -τελικώς- syrah που δοκιμάσαμε. Ήταν ένα Cabernet Sauvignon 2004 του Παπαϊωάννου από την Νεμέα. Μας μπέρδεψε αρκετά είναι η αλήθεια αλλά παρόλα αυτά δύσκολα θα περνούσε για Syrah. Αν όμως το δούμε απλά σαν κρασί οποιασδήποτε ποικιλίας, κρίνοντας και από τον φελλό που έφερε, είναι ένα κρασί που φτιάχτηκε για να καταναλωθεί πιο νέο από όσο το ήπιαμε και σίγουρα διατηρούνταν πάρα πολύ καλά μέχρι τώρα.

Ακολούθησε ένα κρασί πολύ πιο κλειστό από τα άλλα δύο που άνοιγε πολύ αργά μέσα στο ποτήρι μας. Ακόμη και τότε όμως δεν προσέφερε κάτι ιδιαίτερο αρωματικά ενώ και στο στόμα ήταν κενό με άγριο τελείωμα και καμία ομοιογένεια μεταξύ οξύτητας τανινών και ξύλου. Ήταν ένα Syrah με ένα μικρό μέρος λευκής ποικιλίας από ελληνικό οινοποιείο που σαφέστατα θέλει ακόμη δουλειά για να πείσει.

Το αμέσως επόμενο ήταν πολύ αναγωγικό κρασί και του δώσαμε χρόνο για να εκφραστεί πιο σωστά. Παρόλα αυτά όμως μέχρι και το τέλος της δοκιμής αλλά και του γεύματος που την ακολούθησε, δεν έδειξε κάτι καλύτερο και συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί.

Μετά από όλα αυτά ήρθε επιτέλους ένα κρασί με όμορφη μύτη να αλλάξει το σκηνικό προς το καλύτερο αν και αυτό ακόμη δυσκολεύονταν κάπως να εκφραστεί και ήταν αρκετά ντροπαλό αρωματικά. Το στόμα ήταν μάλλον λίγο επίπεδο και το τελείωμα κάπως δύσκολο. Ήταν το Syrah Gerntilini 2007 που το έχουμε δοκιμάσει και σε πολύ καλύτερες στιγμές του.

Αυτό μας το απέδειξε το αμέσως επόμενο κρασί που δεν ήταν αλλο από το Syrah 2008 του ίδιου παραγωγού. Με πολύ ωραίο φρούτο στη μύτη, πιο εκφραστικό από το πρώτο και πολύ καλύτερη οξύτητα, έβαζε τα πράγματα στην θέση τους και έδειχνε πως η Κεφαλλονιά μπορεί να μην είναι Ροδανός αλλά δεν τα πάει και άσχημα με την Syrah.

Εδώ να κάνω μία μικρή παρένθεση και να πω πως όλα όσα δοκιμάζαμε συνοδεύονταν από υπέροχα τυριά και αλλαντικά. Τα τυριά ήταν όλα τοπικής παραγωγής από το τυροκομείο Τρεμπελή από την Νάουσα. Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε το πιπεράτο Ναούσης. Τα αλλαντικά και το ντεκόρ τα είχε επιμεληθεί ο Άρης ενώ οι ελιές ήταν σπιτικής παραγωγής από τον Παλιοκαλιά!

Είχαμε μία μικρή διαφωνία πάνω στο αν είναι καλύτερα να δοκιμάζουμε χωρίς καθόλου φαγητό ή αν είναι καλύτερα να βάζαμε κάτι στο στόμα μας προκειμένου να αλλάζουμε την γεύση μας και να μην μας κουράζουν οι τανίνες. Η αλήθεια είναι πως η δική μας παρέα δεν δοκιμάζει για επαγγελματικούς λόγους και ούτε θέλουμε να αποδείξουμε κάτι. Το κάνουμε επειδή γουστάρουμε την όλη ιστορία και πάνω απ' όλα προσπαθούμε να περνάμε καλά και να δοκιμάζουμε με φίλους μερικές από τις φιάλες που έχουμε στην κάβα μας. Παράλληλα όμως βγάζουμε χρήσιμα συμπεράσματα και εμπλουτίζουμε τις οινικές μας γνώσεις. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου ντε!

Επιστρέφοντας στα της δοκιμής, η πρώτη εξάδα είναι η αλήθεια δεν πήγε και πολύ καλά γιατί τα περισσότερα από όσα δοκιμάσαμε δεν ξέφευγαν από την μετριότητα. Απ' ότι φαίνεται όμως, η blind tasting master μας κρατούσε τα καλύτερα για το τέλος. Ξένοι αμπελώνες, φυσικά κρασιά, κρασιά έκπληξη, όλα περίμεναν με ανυπομονησία την ώρα που θα βουτούσαν στο ποτήρι μας!


Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λίγηρας - Chenin Blanc: Σταθερές αξίες!

Αδιαμφισβήτητα, το καλύτερο μέρος για φαγητό και καλό κρασί στην Νάουσα είναι η βεράντα του σπιτιού μου. Κουζίνα κατά παραγγελία, τα καλύτερα υλικά, ατελείωτη γκάμα συνταγών, ντόπια προϊόντα, φιλικό περιβάλλον (!), εξαιρετική θέα, καλή παρέα διαθέσιμη κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας ή και αυθόρμητα.

Η κάβα πάλι είναι μοναδική! Σπάνιες εσοδείες, ψαγμένες ετικέτες από όλο τον κόσμο με μεγάλο ποσοστό από βιοδυναμικά και "φυσικά" κρασιά, σωστές συνθήκες συντήρησης και σερβιρίσματος και πάνω απ'όλα τιμές κάβας ή ακόμη και οινοποιείου!

Έτσι και την περασμένη παρασκευή το μεσημέρι είχαμε "κλείσει τραπέζι" για απολαύσουμε μοσχαρίσιο συκώτι όπως μόνο η μητέρα μου ξέρει να ετοιμάζει. Η ιδιαίτερη υφή και γεύση του συκωτιού -που αποτελεί μεζέ αγαπημένο- πάντα με δυσκόλευαν να το ταιριάξω με κόκκινο κρασί και οι μέχρι τώρα απόπειρες που είχα κάνει έβγαιναν αποτυχημένες.

Μόλις ειδοποιηθήκαμε για την λιχουδιά που μας περίμενε ακολούθησε ο εξής διάλογος:
-Αποστόλη, λευκό;
-Ναι
- ...
-Τι λευκό;
-Μεγάλο;
-Μεγάλο!
Διάλογος απλός και σύντομος αφού ως γνωστών οι πιο σωστές αποφάσεις είναι οι αποφάσεις που παίρνονται σύντομα.

Να μαι λοιπόν στο κελάρι να ψάχνω για κάτι "μεγάλο"
Πολύ συχνά όταν ακούω αυτήν την λέξη ο νους μου πάει στο Chenin Blanc. Είναι που αγαπώ πολύ αυτήν την ποικιλία; Είναι γιατί έχω σπάσει τα μούτρα μου με κάτι δήθεν σπουδαία Chardonnay; Είναι πάντως σίγουρο πως πάντα με δικαιώνει!

Λίγη ώρα μετά είμαστε στο τραπέζι με ένα Saumur Blanc 2006 από το Domaine du Collier να φιγουράρει κίτρινο λαμπερό μέσα στα ποτήρια μας.
Αρωματικά κυριαρχούσαν μεταλλικά αρώματα που θύμιζαν μπαρούτι αλλά η αρχικά πολύ έντονη ορυκτότητα λέπταινε όσο περνούσε η ώρα και πλαισιώνονταν με διακριτικές φρουτώδεις νότες.
Στο στόμα ήταν ο ορισμός του μεγάλου. Κρυστάλλινη οξύτητα, ένταση που το έκανε να δονείται σε κάθε γωνιά της στοματικής κοιλότητας και ένα απίθανο διαρκές τελείωμα που το άφηνε να μας μαγεύει για πολύ ώρα μετά την τελευταία γουλιά.

Έτσι λοιπόν αποδείχτηκε πως το Chenin αποτελεί -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- εγγύηση για μεγάλες συγκινήσεις και ο Λίγηρας αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά περιοχή με πολλούς κρυμμένους θυσαυρούς!

Ο παραγωγός φυσικά δεν είναι κάποιος τυχαίος αφού πρόκειται για τον Antoine Foucault, γιο και ανιψιό των αδερφών Foucault του διάσημου Clos Rougeard. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν υποβαθμίζει την αξία της ποικιλίας και του terroir που την αναδεικνύει αφού και λιγότερο αναγνωρισμένοι παραγωγοί της περιοχής όπως π.χ. ο Richard Leroy μπορούν και κάνουν θαύματα...