Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Το ξινόμαυρο και τα ξαδελφάκια του με τα μάτια κλειστά. (vol.1)

Το καλοκαίρι έχει αρχίσει να πλησιάζει επικίνδυνα και για έναν Ξινομαυράκια οι ζεστοί μήνες είναι ένας εφιάλτης.
Μερικές φορές είναι βέβαια και η αφορμή για μία καλοκαιρινή ορεινή εξόρμηση. Τι καλύτερο από το να πάρεις μία παρέα φίλων, ένα κιβώτιο Νάουσες, τους κατάλληλους μεζέδες και να ανέβεις για μία διανυκτέρευση στο κοντινότερο βουνό!
Αυτά όμως το καλοκαίρι. Όσο ο καιρός τραβάει ακόμη κόκκινα εμείς δε χάνουμε ευκαιρίες και γι'αυτό οργανώσαμε με τους συνήθεις ύποπτους μία τυφλή δοκιμή Ξινόμαυρο, Pinot Noir, Nebbiolo σε φιλικό σπίτι στη Θεσσαλονίκη.
Ο μόνος περιορισμός ήτανε το κρασί να είναι Νάουσα, Πιεμόντε ή Βουργουνδία. Η κύρια δηλαδή ζώνη παραγωγής της κάθε ποικιλίας. Η χρονιά, ο παραγωγός και οι η υποπεριοχές ήταν κατά βούληση.

Ξεκινήσαμε με ένα κόκκινο που έμοιαζε να είναι ηλικίας 6-7 χρονών, με ελαφρά ζωικό άρωμα και με πολύ καλή ποιότητα τανινών. Ήταν ο Πήγασος 2003 του Μαρκοβίτη. Βελτιωμένος αισθητά από προηγούμενες φορές που τον είχαμε δοκιμάσει είχε τώρα μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά φινετσάτο κόκκινο και ήταν η πρώτη έκπληξη της βραδιάς.

Το δεύτερο κρασί της σειράς ήταν πιο θερμό αρωματικά, με εντονότερο αλκοόλ. Στο στόμα ήταν εμφανές πως είχαν γίνει μακρύτερες εκχυλίσεις από το πρώτο και το σταφύλι είχε πιεστεί να βγάλει κάποιες λιγότερο ευχάριστες, σχετικά πικρές τανίνες. Ήταν ένα Barbaresco 2005 του Palissero. Πολύ νεαρό ακόμη, χρειάζονταν αρκετό χρόνο ώστε να μαλακώσουν οι τανίνες του και να τιθασευτεί αρωματικά. Το μέλλον δικό του!

Το επόμενο ήταν κάπως πιο απαλό αρωματικά ενώ στην συνέχεια έκλεισε λίγο και έγινε πιο ντροπαλό απέναντι μας. Η οξύτητά του ήταν κάπως ανισόρροπη και οι τανίνες άφηναν ένα στεγνό τελείωμα, όχι και τόσο ευχάριστο. Ήταν ένα Barolo 2004 του Elio Altare. Και αυτό σχετικά νεαρό αλλά όπως και να 'χει κάτω των προσδοκιών για έναν τόσο διάσημο παραγωγό.

Το νούμερο τέσσερα έβγαζε αρχικά μία οξείδωση στη μύτη αλλά στην συνέχεια το φρούτο έβγαινε πολύ καλύτερα. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ αφού η οξείδωση ξαναπήρε τα πάνω της μετά από λίγη ώρα και κούραζε πολύ. Το στόμα είχε αδειάσει από καιρό και η οξύτητα είχε μείνει μόνη και ξεκομμένη από το σύνολο. Μιλούσαμε σίγουρα για κάτι αρκετά παλιό και δεν πέσαμε έξω. Ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ Γιάννη του 1996 που μάλλον δε είχε περάσει την καλύτερη "εφηβεία" και ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο από μεταφορές και κακή συντήρηση.

Το αμέσως επόμενο ήταν βαριά αναγωγικό και το αφήσαμε στο πλάι για αργότερα. Στο τέλος είχε ανοίξει κάπως αλλά το καουτσούκ δεν έλεγε να μας απαλλάξει από την παρουσία του. Ήταν ένα Gevrey Chambertin 2001 του Trapet και ήταν μάλλον από τις μεγάλες απογοητεύσεις της βραδιάς.

Το έκτο κρασί ήταν μία μικρή παραφωνία αφού κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να βάλει ένα Μερλό ανάμεσά μας. Τελικά το αμάρτημα συγχωρήθηκε γιατί το Merlot 2001 του κυρ-Γιάννη έβγαζε μία όχι τόσο επιθυμιτή αίσθηση σαπουνιού αρχικά στην μύτη αλλά γρήγορα γυρνούσε σε τελείως διαφορετικά αρώματα μπαχαρικών και καφέ. Στο στόμα η οξύτητα έδενε πολύ καλά με τις τανίνες και ταίριαζε άψογα με τους μεζέδες που το συνόδευαν. Η σειρά μονοποικιλιακών του Κυρ Γιάννη ήταν μία σειρά εντυπωσιακών κρασιών με χαρακτήρα που δυστυχώς υπήρξε μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και στην συνέχεια καταργήθηκε. Βέβαια ακόμη και στην κλασσική γκάμα, την χρονιά 2000 και 2001 όλη η οινοποιητική ομάδα του κυρ-Γιάννη φαίνεται να ήταν στα φόρτε της αφού όλα τα κρασιά του κτήματος που παράχθηκαν τότε είναι εξαιρετικά.

Το έβδομο της σειράς έδειχνε να είναι νεαρό λόγω της ζωηράδας των τανινών του αλλά οι ζωικές νότες στη μύτη μπέρδευαν λίγο την κατάσταση. Ταυτόχρονα είχε και μία ελαφρά πτητική οξύτητα που απλά το έκανε πιο εκφραστικό. Ήταν ένας Πήγασος Μαρκοβίτη 2008 που δείχνει πως έχει δρόμο μπροστά του και η εξέλιξη του θα έχει πολύ ενδιαφέρον. Η πολιτική του κτήματος είναι να κυκλοφορεί στο εμπόριο παλαιότερες σοδειές παλαιωμένες στο οινοποιείο και το να δοκιμάσει κανείς έναν τόσο νεαρό "Πήγασο" είναι κάτι αρκετά σπάνιο.

Να σημειώσω εδώ πως το σύνολο τον δοκιμών έγινε χωρίς να έχουμε ιδέα για το τι έχουμε δοκιμάσει και οι φιάλες αποκαλύφθηκαν αφού είχαμε ολοκληρώσει την δοκιμή και των τριών κρασιών.
Τα κρασιά δοκιμάζονταν με συνοδεία τυριών και αλλαντικών. Θεωρούμε πως δεν έχει νόημα να τα δοκιμάσουμε σκέτα γιατί όταν τα καταναλώνουμε το κάνουμε πάντα συνοδεία μεζέδων.
Επίσης, όλοι οι παρευρισκόμενοι θεωρούμε πως ο καλύτερος τρόπος για να κρίνεις ένα κρασί είναι να τους δώσεις πολύ χρόνο, να χαλαρώσεις και να το δοκιμάσεις ξανά και ξανά μέχρι να σχηματίσεις την τελική σου γνώμη.
Έτσι στο τέλος των δοκιμών και αφού τα μπουκάλια αποκαλυφθούν ξαναδοκιμάζουμε τις περισσότερες φιάλες και ειδικά αυτές που δεν μας άρεσαν για να μειώσουμε την πιθανότητα να έχουμε αδικήσει κάποιο από αυτά λόγω βιασύνης ή λογω κάποιας παραμέτρου που παραλείψαμε.

Η πρώτη επτάδα είχε πάει αρκετά καλά. Είχε περισσότερες εκπλήξεις απ'ότι απογοητεύσεις και η συνέχεια αναμένονταν συναρπαστική. Μέσα στα κρασιά που θα ακολουθούσαν μας περίμεναν δύο ακόμη εκπλήξεις αλλά και δύο πολύ κατώτερα των προδιαγραφών.
Η συνέχεια εντός λίγων ημερών...


Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Capichera 2009

Λευκό φρουτώδες και ξηρό ήταν η παραγγελιά του φίλου και πήγα αμέσως στο κελάρι για να διαλέξω το λευκό που θα πρωταγωνιστούσε στην απογευματινή μας κρασοκατάνυξη. Έπιασα μία διάφανη φιάλη με λευκή ετικέτα που υπέθετα πως θα τηρεί τις προδιαγραφές και την έφερα στο τραπέζι προς σφαγήν. Οι διάφανες φιάλες δε μου γεμίζουν το μάτι και σπάνια βρίσκει κανείς σπουδαία ξηρά κρασιά σε τέτοιου είδους φιάλες. Ως γνωστών όμως δεν είναι σωστό να κρίνουμε κανέναν και τίποτα από την εξωτερική εμφάνιση και το περιεχόμενο ήρθε να μας διαψεύσει.
Πολύπλοκη μύτη, με αρωματικό μπουκέτο που αρχικά έδινε θερμή αίσθηση με αρώματα μπανάνας και ανθέων αλλά στην συνέχεια αποκαλύπτει ένα πιο δροσερό,μεταλλικό χαρακτήρα με αρώματα αγριοβοτάνων που σπάνια συναντάει κανείς σε κρασί μεγάλης παραγωγής. Παρά τον εκρηκτικό και πολυδιάστατο χαρακτήρα της η μύτη παραμένει ευχάριστη και εξελίσσεται συνεχώς χωρίς να κουράζει.
Στο στόμα καταφέρνει να δίνει γεμάτη αίσθηση χωρίς να βαραίνει αφού η πολύ καλή οξύτητά του το ισορροπεί και το κάνει δροσερό και ευχάριστο.

Συνοπτικά, η Capichera είναι ένα κρασί από 100% Vermentino και παράγεται από την ομώνυμη οινοποιία της Σαρδηνίας, κυκλοφορεί γύρω στις 90.000 φιάλες και καταρρίπτει το μύθο που λέει πως τα κρασιά μεγάλης παραγωγής δεν μπορούν να έχουν το δικό τους χαρακτήρα.


Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Επιτέλους Syrah!

Με την επιστροφή μου στην Ελλάδα ήταν δεδομένο πως θα είχα δύσκολη πρόσβαση σε καλές Syrah όπως αυτές του Βορείου Ροδανού. Καλοί οι μεγάλοι negociants αλλά ακριβοί στην χώρα μας και στερούμενοι της μαγείας που κρύβει η Syrah ενός μικρού παραγωγού που ψήνεται στον ήλιο σκάβοντας ολημερίς τις απότομες πλαγιές του Cornas και του Côte Rôtie.

Πάνω λοιπόν που είχα αρχίσει να νοσταλγώ τις βόλτες μου στο Ροδανό και το περπάτημα στους θρυμματισμένους γρανίτες του Hermitage ήρθε ένα πρωινό στην Αθήνα μία εντεκάχρονη Syrah να γεμίσει το κενό που ένιωθα!
Το Côte Rôtie 1999 του Bernard Burgaud, ενός παραγωγού με σαράντα στρέμματα, βρέθηκε στο δρόμο μου απρόσμενα και μου θύμισε γιατί γουστάρω τόσο πολύ αυτήν την ποικιλία αλλά και γιατί ξενερώνω απίστευτα όταν μου πλασάρουν κάτι παχιές, νεοκοσμίτικες αηδίες για μεγάλα Syrah.

Παρά την ηλικία του, κρατούσε το φρούτο του στο οποίο είχαν ενσωματωθεί ιδανικά ζωικές νύξεις. Μετά από λίγη ώρα, όλο αυτό, μετατρέπονταν σε αρώματα ελιάς μαζί με κάποια αρώματα βοτανικού χαρακτήρα που το καθιστούσαν ιδιαίτερα πολύπλοκο.
Το στόμα το χαρακτήριζε αρμονία και ήταν ακόμη αρκετά δυναμικό τανικά ώστε να μπορέσει να πάει πέντε-έξι χρονάκια ακόμη. Ούτως ή άλλως όμως την στιγμή που το ανοίξαμε, πίνονταν τόσο εύκολα που αν και ήταν μόνο δώδεκα το μεσημέρι, τρία άτομα αδειάσαμε την φιάλη στο άψε σβήσε!

Το ήπιαμε με δύο καινούριους φίλους και χάρηκα πάρα πολύ που γνώρισα δύο άτομα που ξέρουν να διακρίνουν αυτό που πραγματικά αξίζει και είναι παθιασμένοι με αυτό που κάνουν!

Και εις άλλα με υγεία...

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Rully Premier Cru Les Pucelles 2008 Domaine Jacquesson

Μεταξύ των είκοσι περίπου φιαλών που ανοίξαμε στα εστιατόρια της Γαλλίας ίσως το καλύτερο να ήταν το 1er Cru "Les Pucelles" 2008 από το Domaine Jacqueson.
Ήταν το πρώτο κρασί που παραγγείλαμε -εις διπλούν μάλιστα- στην Hostellerie de Levernois και ήταν μία έκπληξη για όλους μας.
Είχα δοκιμάσει το Cru αυτό από άλλους παραγωγούς και είχα ακουστά τον Paul Jacqueson -που δεν έχει καμία σχέση με τον Jacquesson τις καμπανίας- και γι'αυτό περίμενα πως θα πίναμε κρασί υψηλής ποιότητας. Το συγκεκριμένο Chardonnay όμως ξεπέρασε κάθε μου προσδοκία.

Αρχικά δοκιμάζονταν λίγο αναγωγικό αλλά γρήγορα η καράφα το βοήθησε να βγάλει τον πραγματικό του χαρακτήρα: εσπεριδοειδή, τσάι, νότες μελιού και μία ελαφρά ορυκτότητα συνέθεταν ένα υπέροχο μπουκέτο στη μύτη.

Στο στόμα έμπαινε πολύ δυναμικά και συνέχιζε χαϊδεύοντας απαλά τον ουρανίσκο με την πλούσια γεύση του. Το βαρέλι ήταν επίσης παρόν αλλά πολύ καλά ενσωματωμένο στο σύνολο ενώ οι υπερβολικές οξύτητες της χρονιάς δε φαινόταν πουθενά. Η επίγευση ήταν τόσο λαχταριστή που σ'έκανε να μην θέλεις να σταματάς να πίνεις!

Η τιμή του ήταν γύρω στα σαράντα ευρώ και ήταν από τα φθηνότερα της λίστας. Να σημειώσω εδώ πως όταν λέω λίστα, στην Hostellerie de Levernois εννοούμε ολόκληρο βιβλίο που θυμίζει τόμο από εγκυκλοπαίδεια!


Ήρθαμε σε επικοινωνία με το Domaine Jacqueson αλλά μία επίσκεψη τόσο νότια όσο το Rully θα μας έβγαζε τελείως εκτός πλάνων. Όσον αφορά την διαθεσιμότητα, από το 2008 δεν είχε μείνει τίποτα, όλη η παραγωγή του 2009 είναι κλεισμένη από τώρα και αν θέλουμε να αγοράσουμε φιάλες πρέπει να κλείσουμε για το 2010 που θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 2012!

Μίλησε κανείς για πρόβλημα διάθεσης στην βουργουνδία;

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Κάτι σε Merlot-Cabernet έχετε;

"...Επίσης γνωρίζουμε ότι ακόμα, στα χωριά της περιοχής, η κατανάλωση κρασιού είναι πολύ παλαιή παράδοση, είπε ο ίδιος, τονίζοντας πως τα κρασιά που παράγονται εκεί είναι ποικιλίες merlot και cabernet sauvignon".

Δια
βάζω την γεμάτη ειρωνία αυτή πρόταση στο άρθρο για το "αρχαιότερο οινοποιείο του κόσμου στην Αρμενία" γελάω και βρίζω την παγκοσμιοποίηση. Ταυτόχρονα κάνω τις πρώτες σκέψεις για ένα κίνημα με την ονομασία "όχι άλλο Cabernet Sauvignon και Merlot, έχουμε μπουχτίσει". Στη συνέχεια σκέφτομαι την παραδειγμάτική τιμωρία του κάθε οινοποιού που θα τολμάει να βγάζει ένα ακόμη "υψηλής συμπύκνωσης με γεμάτο στόμα και πλούσιο άρωμα που ταιριάζει θαυμάσια με κρεατικά" Cabernet-Merlot, βάζοντας τον να αποστηθίζει όλες τις ετικέτες που κυκλοφορούν με αυτό το χαρμάνι και μία βουρδουλιά για κάθε μία που ξεχνάει!

Έλα όμως που το ίδιο μεσημέρι πάω και ανοίγω ένα Cabernet Sauvignon με Merlot. Και άντε το ανοίγω. Έλα όμως που είναι και κράσαρος!
Έντονη και ταυτόχρονα καθαρή μύτη με έντονο το βατόμουρο αλλά και πολύ όμορφες νότες βιολέτας, στόμα πλούσιο και γεμάτο και συγχρόνως δροσερό με πολύ καλή ισορροπία και ευχάριστο τελείωμα. Τελειώσαμε μία φιάλη σαν να ήταν νερό και νομίζω πως αυτό είναι η καλύτερη απόδειξη για το αν ένα κρασί αρέσει ή όχι. Επίσης, το γεγονός πως ο Juan Ramon Escoda, ο σπουδαίος Ισπανός οινολόγος που παράγει το κρασί αυτό, χρησιμοποιεί ελάχιστα έως καθόλου θειώδη και κανένα άλλο οινολογικό προϊόν, έχει ως αποτέλεσμα ένα ανάλαφρο κρασί που όσο και να πιεις νιώθεις σαν να είσαι ακόμη στο πρώτο ποτηράκι.



20% Cabernet Sauvignon και 80% Merlot σε βιοδυναμική καλλιέργεια έδωσαν το 2005 το κρασί αυτό που είναι μάλιστα και Ονομασίας προέλευσης της Καταλανικής περιοχής με το όνομα Conca de Barbera.
Το όνομά Coll de Sabater σημαίνει στα Καταλανικά ο "αυχένας του τσαγκάρη" και πρόκειται για την ονομασία από κάποιο αμπελοτοπωνύμιο.

Μετά από αυτό σκέφτηκα πως σίγουρα θα δυσανασχετώ πολύ λιγότερο από δω και στο εξής βλέποντας κρασιά τέτοιων ποικιλιών στο τραπέζι.
Γι'αυτό στο καπάκι ανοίξαμε και ένα Cabernet Sauvignon από Έλληνα παραγωγό και μάλιστα ακριβούτσικο αφού η τιμή κάβας ήταν εικοσιτρία ευρώ.
Όπως το ανοίξαμε, το δοκιμάσαμε, ξενερώσαμε, το κλείσαμε και ανοίξαμε κάτι άλλο...




περισσότερες πληροφορίες για τον παραγωγό Juan Ramon Escoda και το Cellier Escoda-Sanahuja εδώ.

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Η Νάουσα, τα μπουκαλάκια και τα οινομαγειρέματα

Σε μία πόλη άρρηκτα δεμένη με την αμπελουργία και την οινοποιία όπως είναι η Νάουσα θα περίμενε κανείς να έχει εύκολη πρόσβαση και αρκετές επιλογές σε καλό κρασί. Τα πράγματα όμως δυστυχώς δεν είναι έτσι. Οι κάτοικοι της πόλης γνωρίζουν από κρασί και οι περισσότεροι είναι λάτρεις του τοπικού Ξινόμαυρου. Παρόλα αυτά, πέρα από ορισμένα εστιατόρια, ελάχιστα είναι τα σημεία όπου μπορεί κανείς να απολαύσει κάποια καλή ετικέτα Ξινόμαυρου.

Η πόλη καταναλώνει κρασί και η τάση αυτή είναι αυξητική αλλά δυστυχώς τα μπουκαλάκια των 187ml που κυκλοφορούν κατά κόρον έχουν κρατήσει το ποιοτικό επίπεδο πολύ χαμηλά. Η φιάλες αυτές αποτελούν ίσως μία λύση ευκολίας για κλαμπάκια και άλλα παρόμοια μαγαζιά και ίσως έως ένα σημείο να διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για την επιστροφή του κόσμου από τα σκληρά ποτά και πάλι στο κρασί. Σίγουρα όμως σε μία από τις σημαντικότερες αμπελοοινικές πόλεις της Ελλάδoς o οινόφιλος καταναλωτής περιμένει να βρει κάτι παραπάνω από αυτό που βρίσκει το καλοκαίρι στα beach bar της χαλκιδικής. Το χειρότερο όμως είναι πως μαγαζάτορες, σερβιτόροι αλλά και θαμώνες, έμαθαν σε αυτήν την ευκολία και πλέον δεν το σκέφτονται καν να ασχοληθούν σοβαρότερα με το κρασί και να δουν λίγο το θέμα του κρασιού σε ποτήρι ή την ανάπτυξη μιας αντιπροσωπευτικής λίστας κρασιών.
Ανεβασμένες πτητικές, οξειδώσεις, ταλαιπωρημένα αρώματα και σκοτωμένες γεύσεις είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις μικρές αυτές φιάλες στις περισσότερες περιπτώσεις αφού το κρασί δεν μπορεί να συντηρηθεί καθόλου καλά σε αυτή την ποσότητα. Δυστυχώς αυτή είναι η εικόνα του Ναουσαίικου κρασιού σε όσους ξένους αποφασίζουν να πιουν ξινόμαυρο στα μπαρ και τα καφέ της πόλης.

Ευτυχώς τα εστιατόρια έχουν δει το θέμα πολύ πιο σοβαρά και αρκετά εξ αυτών έχουν πολύ καλές λίστες κρασιών με μεγάλη γκάμα Ξινόμαυρου. Ένα από αυτά, τα οινομαγειρέματα, έχει προχωρήσει και λίγο παραπέρα κρατώντας ψηλά την οινική σημαία της πόλης. Έχει καθημερινά τρεις επιλογές κρασιού σε ποτήρι, διαθέτει εξαιρετική κάβα παλαίωσης με ξινόμαυρα από τουλάχιστον δεκαπέντε διαφορετικές εσοδείες και οι τιμές του είναι τέτοιες ώστε να πείθουν τον πελάτη να ανοίξει φιάλη.
Η κουζίνα είναι εξίσου καλή, με άριστες πρώτες ύλες και πιάτα με πολύ καθαρές, διακριτές γεύσεις που συνοδεύουν άψογα τα κρασιά του Ναουσαίικου αμπελώνα. Τα περισσότερα φαγητά είναι μαγειρεμένα σε κατσαρόλα ή φούρνο ενώ το τηγάνι, σε αντίθεση με την γαστρονομία εξπρές των τηλεοπτικών σεφ, χρησιμοποιείται ελάχιστα έως καθόλου. Έτσι, οι γεύσεις παραμένουν λεπτές και καθαρές και δένουν πολύ καλά με τα φινετσάτα Ξινόμαυρα.
Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στην σελίδα ΕλλΟινικό εστιατόριο στο προφίλ του εστιατορίου οινομαγειρέματα εδώ.
Εμείς απολαύσαμε την εξαιρετική αυτήν κουζίνα συνοδεία δύο εξίσου εξαιρετικών κρασιών.
Το πρώτο ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ-Γιάννη του 2000. Με πολύ εκφραστική μύτη στην οποία κυριαρχούσε το γλυκό τοματάκι, ζουμερό στόμα και ιδανική ισορροπία οξύτητας-τανινών, ήταν ένα θαυμάσιο κρασί που δοκιμάζονταν πολύ καλά τώρα αλλά είχε άνετα άλλα δεκά χρόνια ζωής. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν και οι συνθήκες συντήρησης που φαινόταν πως ήταν άψογες και η φιάλη που ανοίξαμε δεν είχε ταλαιπωρηθεί καθόλου.

Ακόμη καλύτερα συντηρημένη ήταν και η επόμενη φιάλη. Ένας παλιοκαλιάς Δαλαμάρα του 1996 με καμία ένδειξη γήρατος, λίγο κλειστός αρχικά αλλά πιο γενναιόδωρος μετά την μετάγγιση σε καράφα. Η μύτη ήταν απίστευτης κομψότητας με μικρά κόκκινα φρουτάκια να γαργαλάνε απαλά τα ρουθούνια και αντίστοιχα κομψό στόμα, νευρώδες αλλά με σταθερή τανική δομή που έδειχνε να μην έχει καταλάβει τίποτα από τα δεκατρία χρόνια που παρέμεινε σε φιάλη.
Είμαι βέβαιος πως θα μπορούσαμε να ξεγελάσουμε οποιονδήποτε δεν γνωρίζει από Ξινόμαυρο και να τον μπερδεύαμε λέγοντας του πως μόλις ήπιε ένα Langhe Nebbiolo και ένα Cru του Nuit St Georges.

Πολύ σημαντικό ρόλο όμως παίζει και ο "παράγοντας έδρα", το γεγονός δηλαδή πως οι δύο αυτές φιάλες έφυγαν από το οινοποιείο και ταξίδεψαν μόλις λίγα χιλιόμετρα για να φτάσουν στην κάβα του εστιατορίου. Απέφυγαν δηλαδή τις περιττές μετακινήσεις με τις αλλαγές θερμοκρασίας, τα βίαια χτυπήματα και την έκθεση σε οσμές ή ότι άλλο μπορεί να συμβεί σε ένα κρασί που αλλάζει τρία τέσσερα χέρια και άλλα τόσα μέρη ώσπου να φτάσει στον τελικό του προορισμό.
Γιατί λοιπόν να μην υπάρχουν και άλλες τέτοιες επιλογές στην πόλη αυτήν και η εικόνα του κρασιού της να είναι καπελωμένη από κακοσυντηρημένα μικρά φιαλίδια;
Ας ελπίσουμε πως οι οικονομική κρίση δεν θα εμποδίσει την συνεχή ανάπτυξη του οινικού κλάδου στην χώρα μας και σύντομα κάθε μαγαζί που σερβίρει αλκοόλ θα νιώσει την ανάγκη να έχει μία ενημερωμένη λίστα κρασιών και να προτείνει κάποιες ετικέτες σε ποτήρι. Όχι μόνο στην Νάουσα και άλλες πόλεις συνδεδεμένες με την παραγωγή κρασιού αλλά σε κάθε γωνιά της Ελλάδας...



Ενδιαφέρον άρθρο σχετικό με το κρασί σε ποτήρι από τον Θεόδωρο Λέλεκα εδώ

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Λευκά και παλαίωση

Πριν μερικά βράδια σε μία χειμωνιάτικη κρασοκατάνυξη με τους συνήθεις ύποπτους, ανοίχτηκε μία φιάλη Chardonnay δεκατριών ετών από την Βουργουνδία και παραγωγό το Βιοδυναμικό Domaine Leflaive. Η φιάλη αυτή ήταν μία απλή Βουργουνδία και είναι η entrée de gamme του κτήματος, η φθηνότερη δηλαδή ετικέτα τους. Σε αντίθεση με ότι θα υπέθετε ο οποιοσδήποτε, το κρασί αυτό όχι απλά δοκιμάζονταν τέλεια αλλά ίσως τελικά να βιαστήκαμε να το ανοίξουμε!

Η μύτη του είχε μία ορυκτή σπιρτάδα που θύμιζε τσακμακόπετρα και σίγουρα χρειάζονταν ακόμη χρόνο για να κατευνάσει την έντασή της. Το στόμα διατηρούσε ακόμη μία εξαιρετική οξύτητα, άρτια εναρμονισμένη στο σύνολο που θα μπορούσε να διατηρήσει το κρασί σε υψηλά ποιοτικά επίπεδα για μερικά ακόμη χρόνια χωρίς πρόβλημα.

Αξίζει να αναφερθεί πως η βιοδυναμική καλλιέργεια που εφαρμόζεται στο Domaine από το 1993, δεν περιορίζεται στα αμπέλια αλλά ακολουθείται σε όλη την διάρκεια παρασκευής και συντήρησης του κρασιού. Δεν είναι τυχαίο πως το οινοποιείο αυτό παράγει μερικά από τα καλύτερα λευκά παγκοσμίως.

Στην Ελλάδα ίσως να ακούγεται αστείο αλλά σε χώρες όπως η Γαλλία είναι κάτι πολύ συνηθισμένο τα λευκά να ξεχνιούνται σε δροσερά και σκοτεινά υπόγεια και να καταναλώνονται αρκετά χρόνια μετά. Στον τόπο μας, με εξαίρεση ίσως τα ασύρτικα της Σαντορίνης, ελάχιστα λευκά είναι αυτά που αντέχουν στο χρόνο.


Γι'αυτό
ευθύνεται η μειωμένη φυσική οξύτητα των λευκών μας λόγω ζέστης αλλά μεγάλο ρόλο παίζουν και οι επιλογές του οινοπαραγωγού. Οι περισσότερες ποικιλίες ωριμάζουν με απίστευτη ταχύτητα και στα μέσα Αυγούστου όλες οι οξύτητες έχουν καεί και το αλκοόλ έχει φτάσει στα ύψη. Στο οινοποιείο πάλι, γίνεται προσπάθεια το κρασί να είναι όσο το δυνατόν πιο εκρηκτικό αρωματικά γίνεται. Βραχυπρόθεσμα όμως. Όσο δηλαδή χρειάζεται για να πάει σε μία-δυό εκθέσεις και διαγωνισμούς να πάρει καμιά καλή κριτική και μετά το παίρνει ο κατήφορος. Τα πιο πολλά βέβαια πεθαίνουν στο ποτήρι μας. Πνιγόμαστε από άρωμα μόλις το σερβίρουμε και σε λίγη ώρα ξεθυμαίνει όπως ένα ανοιχτό αναψυκτικό στο ψυγείο.


Γι'αυτό
φυσικά δεν μπορεί να κατηγορηθεί συγκεκριμένα κάποιος αφού και οι δύο πλευρές έχουν ευθύνη. Οι καταναλωτές έμαθαν να ζητάνε φρέσκα, αρωματικά λευκά και οι παραγωγοί δύσκολα ξεφεύγουν από αυτό το τρυπάκι. Μερικοί μάλιστα καμαρώνουν κιόλας που κάνουν λευκά που θα είναι ανύπαρκτα μέσα σε ένα χρόνο. Δυστυχώς δεν είμαστε Γαλλία με βαθιά οινική παιδεία για να μάθουμε να κρατάμε τα λευκά στην κάβα μας, πόσο μάλλον όταν με το ζόρι κρατάμε τα κόκκινα. Από την άλλη όμως πόσοι από εμάς είχαν την "παιδεία" να πίνουν ροδίτη με ζύμες Sauvignon Blanc...;


Οι Βουργούνδιοι πουλάνε αυτήν την στιγμή τα λευκά του 2008 και οι περισσότεροι θα εμφιαλώσουν τα 2009 την άνοιξη. Στην πατρίδα μας οι κάβες δυσκολεύονται πολύ να πουλήσουν κρασιά του 2008 γιατί κανένας δεν θέλει "τα παλιά".

Καθένας με τα γούστα του...