Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Η Νάουσα, τα μπουκαλάκια και τα οινομαγειρέματα

Σε μία πόλη άρρηκτα δεμένη με την αμπελουργία και την οινοποιία όπως είναι η Νάουσα θα περίμενε κανείς να έχει εύκολη πρόσβαση και αρκετές επιλογές σε καλό κρασί. Τα πράγματα όμως δυστυχώς δεν είναι έτσι. Οι κάτοικοι της πόλης γνωρίζουν από κρασί και οι περισσότεροι είναι λάτρεις του τοπικού Ξινόμαυρου. Παρόλα αυτά, πέρα από ορισμένα εστιατόρια, ελάχιστα είναι τα σημεία όπου μπορεί κανείς να απολαύσει κάποια καλή ετικέτα Ξινόμαυρου.

Η πόλη καταναλώνει κρασί και η τάση αυτή είναι αυξητική αλλά δυστυχώς τα μπουκαλάκια των 187ml που κυκλοφορούν κατά κόρον έχουν κρατήσει το ποιοτικό επίπεδο πολύ χαμηλά. Η φιάλες αυτές αποτελούν ίσως μία λύση ευκολίας για κλαμπάκια και άλλα παρόμοια μαγαζιά και ίσως έως ένα σημείο να διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για την επιστροφή του κόσμου από τα σκληρά ποτά και πάλι στο κρασί. Σίγουρα όμως σε μία από τις σημαντικότερες αμπελοοινικές πόλεις της Ελλάδoς o οινόφιλος καταναλωτής περιμένει να βρει κάτι παραπάνω από αυτό που βρίσκει το καλοκαίρι στα beach bar της χαλκιδικής. Το χειρότερο όμως είναι πως μαγαζάτορες, σερβιτόροι αλλά και θαμώνες, έμαθαν σε αυτήν την ευκολία και πλέον δεν το σκέφτονται καν να ασχοληθούν σοβαρότερα με το κρασί και να δουν λίγο το θέμα του κρασιού σε ποτήρι ή την ανάπτυξη μιας αντιπροσωπευτικής λίστας κρασιών.
Ανεβασμένες πτητικές, οξειδώσεις, ταλαιπωρημένα αρώματα και σκοτωμένες γεύσεις είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις μικρές αυτές φιάλες στις περισσότερες περιπτώσεις αφού το κρασί δεν μπορεί να συντηρηθεί καθόλου καλά σε αυτή την ποσότητα. Δυστυχώς αυτή είναι η εικόνα του Ναουσαίικου κρασιού σε όσους ξένους αποφασίζουν να πιουν ξινόμαυρο στα μπαρ και τα καφέ της πόλης.

Ευτυχώς τα εστιατόρια έχουν δει το θέμα πολύ πιο σοβαρά και αρκετά εξ αυτών έχουν πολύ καλές λίστες κρασιών με μεγάλη γκάμα Ξινόμαυρου. Ένα από αυτά, τα οινομαγειρέματα, έχει προχωρήσει και λίγο παραπέρα κρατώντας ψηλά την οινική σημαία της πόλης. Έχει καθημερινά τρεις επιλογές κρασιού σε ποτήρι, διαθέτει εξαιρετική κάβα παλαίωσης με ξινόμαυρα από τουλάχιστον δεκαπέντε διαφορετικές εσοδείες και οι τιμές του είναι τέτοιες ώστε να πείθουν τον πελάτη να ανοίξει φιάλη.
Η κουζίνα είναι εξίσου καλή, με άριστες πρώτες ύλες και πιάτα με πολύ καθαρές, διακριτές γεύσεις που συνοδεύουν άψογα τα κρασιά του Ναουσαίικου αμπελώνα. Τα περισσότερα φαγητά είναι μαγειρεμένα σε κατσαρόλα ή φούρνο ενώ το τηγάνι, σε αντίθεση με την γαστρονομία εξπρές των τηλεοπτικών σεφ, χρησιμοποιείται ελάχιστα έως καθόλου. Έτσι, οι γεύσεις παραμένουν λεπτές και καθαρές και δένουν πολύ καλά με τα φινετσάτα Ξινόμαυρα.
Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στην σελίδα ΕλλΟινικό εστιατόριο στο προφίλ του εστιατορίου οινομαγειρέματα εδώ.
Εμείς απολαύσαμε την εξαιρετική αυτήν κουζίνα συνοδεία δύο εξίσου εξαιρετικών κρασιών.
Το πρώτο ήταν ένα Γιαννακοχώρι Κυρ-Γιάννη του 2000. Με πολύ εκφραστική μύτη στην οποία κυριαρχούσε το γλυκό τοματάκι, ζουμερό στόμα και ιδανική ισορροπία οξύτητας-τανινών, ήταν ένα θαυμάσιο κρασί που δοκιμάζονταν πολύ καλά τώρα αλλά είχε άνετα άλλα δεκά χρόνια ζωής. Μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν και οι συνθήκες συντήρησης που φαινόταν πως ήταν άψογες και η φιάλη που ανοίξαμε δεν είχε ταλαιπωρηθεί καθόλου.

Ακόμη καλύτερα συντηρημένη ήταν και η επόμενη φιάλη. Ένας παλιοκαλιάς Δαλαμάρα του 1996 με καμία ένδειξη γήρατος, λίγο κλειστός αρχικά αλλά πιο γενναιόδωρος μετά την μετάγγιση σε καράφα. Η μύτη ήταν απίστευτης κομψότητας με μικρά κόκκινα φρουτάκια να γαργαλάνε απαλά τα ρουθούνια και αντίστοιχα κομψό στόμα, νευρώδες αλλά με σταθερή τανική δομή που έδειχνε να μην έχει καταλάβει τίποτα από τα δεκατρία χρόνια που παρέμεινε σε φιάλη.
Είμαι βέβαιος πως θα μπορούσαμε να ξεγελάσουμε οποιονδήποτε δεν γνωρίζει από Ξινόμαυρο και να τον μπερδεύαμε λέγοντας του πως μόλις ήπιε ένα Langhe Nebbiolo και ένα Cru του Nuit St Georges.

Πολύ σημαντικό ρόλο όμως παίζει και ο "παράγοντας έδρα", το γεγονός δηλαδή πως οι δύο αυτές φιάλες έφυγαν από το οινοποιείο και ταξίδεψαν μόλις λίγα χιλιόμετρα για να φτάσουν στην κάβα του εστιατορίου. Απέφυγαν δηλαδή τις περιττές μετακινήσεις με τις αλλαγές θερμοκρασίας, τα βίαια χτυπήματα και την έκθεση σε οσμές ή ότι άλλο μπορεί να συμβεί σε ένα κρασί που αλλάζει τρία τέσσερα χέρια και άλλα τόσα μέρη ώσπου να φτάσει στον τελικό του προορισμό.
Γιατί λοιπόν να μην υπάρχουν και άλλες τέτοιες επιλογές στην πόλη αυτήν και η εικόνα του κρασιού της να είναι καπελωμένη από κακοσυντηρημένα μικρά φιαλίδια;
Ας ελπίσουμε πως οι οικονομική κρίση δεν θα εμποδίσει την συνεχή ανάπτυξη του οινικού κλάδου στην χώρα μας και σύντομα κάθε μαγαζί που σερβίρει αλκοόλ θα νιώσει την ανάγκη να έχει μία ενημερωμένη λίστα κρασιών και να προτείνει κάποιες ετικέτες σε ποτήρι. Όχι μόνο στην Νάουσα και άλλες πόλεις συνδεδεμένες με την παραγωγή κρασιού αλλά σε κάθε γωνιά της Ελλάδας...



Ενδιαφέρον άρθρο σχετικό με το κρασί σε ποτήρι από τον Θεόδωρο Λέλεκα εδώ

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Λευκά και παλαίωση

Πριν μερικά βράδια σε μία χειμωνιάτικη κρασοκατάνυξη με τους συνήθεις ύποπτους, ανοίχτηκε μία φιάλη Chardonnay δεκατριών ετών από την Βουργουνδία και παραγωγό το Βιοδυναμικό Domaine Leflaive. Η φιάλη αυτή ήταν μία απλή Βουργουνδία και είναι η entrée de gamme του κτήματος, η φθηνότερη δηλαδή ετικέτα τους. Σε αντίθεση με ότι θα υπέθετε ο οποιοσδήποτε, το κρασί αυτό όχι απλά δοκιμάζονταν τέλεια αλλά ίσως τελικά να βιαστήκαμε να το ανοίξουμε!

Η μύτη του είχε μία ορυκτή σπιρτάδα που θύμιζε τσακμακόπετρα και σίγουρα χρειάζονταν ακόμη χρόνο για να κατευνάσει την έντασή της. Το στόμα διατηρούσε ακόμη μία εξαιρετική οξύτητα, άρτια εναρμονισμένη στο σύνολο που θα μπορούσε να διατηρήσει το κρασί σε υψηλά ποιοτικά επίπεδα για μερικά ακόμη χρόνια χωρίς πρόβλημα.

Αξίζει να αναφερθεί πως η βιοδυναμική καλλιέργεια που εφαρμόζεται στο Domaine από το 1993, δεν περιορίζεται στα αμπέλια αλλά ακολουθείται σε όλη την διάρκεια παρασκευής και συντήρησης του κρασιού. Δεν είναι τυχαίο πως το οινοποιείο αυτό παράγει μερικά από τα καλύτερα λευκά παγκοσμίως.

Στην Ελλάδα ίσως να ακούγεται αστείο αλλά σε χώρες όπως η Γαλλία είναι κάτι πολύ συνηθισμένο τα λευκά να ξεχνιούνται σε δροσερά και σκοτεινά υπόγεια και να καταναλώνονται αρκετά χρόνια μετά. Στον τόπο μας, με εξαίρεση ίσως τα ασύρτικα της Σαντορίνης, ελάχιστα λευκά είναι αυτά που αντέχουν στο χρόνο.


Γι'αυτό
ευθύνεται η μειωμένη φυσική οξύτητα των λευκών μας λόγω ζέστης αλλά μεγάλο ρόλο παίζουν και οι επιλογές του οινοπαραγωγού. Οι περισσότερες ποικιλίες ωριμάζουν με απίστευτη ταχύτητα και στα μέσα Αυγούστου όλες οι οξύτητες έχουν καεί και το αλκοόλ έχει φτάσει στα ύψη. Στο οινοποιείο πάλι, γίνεται προσπάθεια το κρασί να είναι όσο το δυνατόν πιο εκρηκτικό αρωματικά γίνεται. Βραχυπρόθεσμα όμως. Όσο δηλαδή χρειάζεται για να πάει σε μία-δυό εκθέσεις και διαγωνισμούς να πάρει καμιά καλή κριτική και μετά το παίρνει ο κατήφορος. Τα πιο πολλά βέβαια πεθαίνουν στο ποτήρι μας. Πνιγόμαστε από άρωμα μόλις το σερβίρουμε και σε λίγη ώρα ξεθυμαίνει όπως ένα ανοιχτό αναψυκτικό στο ψυγείο.


Γι'αυτό
φυσικά δεν μπορεί να κατηγορηθεί συγκεκριμένα κάποιος αφού και οι δύο πλευρές έχουν ευθύνη. Οι καταναλωτές έμαθαν να ζητάνε φρέσκα, αρωματικά λευκά και οι παραγωγοί δύσκολα ξεφεύγουν από αυτό το τρυπάκι. Μερικοί μάλιστα καμαρώνουν κιόλας που κάνουν λευκά που θα είναι ανύπαρκτα μέσα σε ένα χρόνο. Δυστυχώς δεν είμαστε Γαλλία με βαθιά οινική παιδεία για να μάθουμε να κρατάμε τα λευκά στην κάβα μας, πόσο μάλλον όταν με το ζόρι κρατάμε τα κόκκινα. Από την άλλη όμως πόσοι από εμάς είχαν την "παιδεία" να πίνουν ροδίτη με ζύμες Sauvignon Blanc...;


Οι Βουργούνδιοι πουλάνε αυτήν την στιγμή τα λευκά του 2008 και οι περισσότεροι θα εμφιαλώσουν τα 2009 την άνοιξη. Στην πατρίδα μας οι κάβες δυσκολεύονται πολύ να πουλήσουν κρασιά του 2008 γιατί κανένας δεν θέλει "τα παλιά".

Καθένας με τα γούστα του...

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

"amb vida i libertat...!"

Άδεια στο στρατό ίσον ευκαιρία για οινοποσία και για το λόγο αυτό δεν χάνω ποτέ καιρό για να ανοίξω μία καλή φιάλη μόλις μου δοθεί η ευκαιρία. Έτσι, την κυριακή το βράδυ τιμήσαμε το γαλλικό νότο με ένα εξαιρετικό Cotes Catalanes από Carignan και λίγο Grenach φτιαγμένο με την σχολαστικότητα και την φροντίδα που διακρίνει τον Cyril Fahl. Αμέσως μετά πήγαμε λίγο πιο νότια και για να μείνουμε στην φιλοσοφία του αθείωτου και του βιοδυναμικού ανοίξαμε μία φιάλη "Vinya Sanfeliu".
Για το κρασί αυτό είχα γράψει πριν μερικούς μήνες (
βλ. Ισπανία vol.1) και πέρα από το ίδιο το κρασί, μου είχε αρέσει πολύ και η επιγραφή στο πίσω μέρος της ετικέτας:
"Κρατάς στα χέρια σου ένα κρασι εξαιρετικά φυσικό γεμάτο ζωή και ελευθερία. Φαντάζεσαι τι σημαίνει αυτό;"
Το "γεμάτο ζωή" γίνεται εύκολα κατανοητό αφού ο απόλυτος σεβασμός στο οικοσύστημα που φιλοξενεί τους αμπελώνες που το παράγουν και η ελάχιστη έως μηδενική επέμβαση στην οινοποίηση καθιστούν το συγκεκριμένο κρασί απόλυτα φυσικό. Το νιώθει άλλωστε και όποιος έχει την τύχη να το δοκιμάσει αφού αισθάνεται την ενέργεια που τον πλημμυρίζει μόλις το φέρει στα χείλη του!
Γιατί όμως "γεμάτο ελευθερία"; Αν κάνει κανείς μία βόλτα στα νότια του Ρουσιγιόν ή στην Ισπανική πλευρά της Καταλονίας, θα γνωρίσει παραγωγούς όπως ο Edward Laffite, o Jean Louis Tribouley, ο Jean Francois Nick,o Josep Torres, ο Laureano Serres και πολλούς άλλους που μοιράζονται κατά βάση την ίδια φιλοσοφία. Συζητώντας, κάνοντας μία βόλτα στους αμπελώνες τους και αφού μοιραστεί μαζί τους μερικά ποτηράκια κρασί θα καταλάβει από που πηγάζει αυτό το αίσθημα ελευθερίας που τους χαρακτηρίζει .

Είναι απαλλαγμένοι από κάθε άγχος για το πότε θα κάνουν απόσβεση στα τεράστια οινοποιεία-στολίδια τους που ποτέ δεν θέλησαν να έχουν αφού αρκέστηκαν σε μεταχειρισμένο ή αυτοσχέδιο εξοπλισμό σε κάποια στενή αποθήκη. Αν όχι για πάντα τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει αναγνώριση στο προϊόν τους και να μπορέσουν να επενδύσουν σε κάτι παραπάνω.
Είναι απαλλαγμένοι από το άγχος των οινοκριτικών που με μία γουλιά καταφέρνουν να μετατρέψουν την δουλειά ολόκληρων ετών σε αριθμούς.
Είναι απαλλαγμένοι από το άγχος του να τρέχουν πίσω από μία αγορά που τους καταδυναστεύει και τους ωθεί να παράγουν τις ισοπεδωμένες γεύσεις που "θέλει ο κόσμος" γιατί πιστεύουν σε αυτό που κάνουν.
Πιστεύουν σε αυτό που κάνουν γιατί αποτελεί συνέχεια του τρόπου ζωής τους, της γης τους και όλων όσων τους αντιπροσωπεύουν.
Πιστεύουν σε αυτό γιατί έχουν σύμμαχό τους όλες τις δυνάμεις της φύσης. Η βροχή, το χιόνι, το χαλάζι, ο καύσωνας, ο άνεμος είναι εκεί για να κάνουν κάθε χρονιά μοναδική. Δεν θα διορθώσουν το κρασί στο οινοποιείο. Θα το βοηθήσουν απλά να πάρει το δρόμο του από το αμπέλι έως τη φιάλη και θα διηγηθούν την περιπέτεια του σε όλους όσους πρόκειται να το γευτούν.
Πιστεύουν σε αυτό γιατί αντιπροσωπεύει τόσα πολλά που είναι αδύνατο να γραφτούν σε μία ετικέτα ή μία σύντομη περιγραφή.
Οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν κάθε γωνιά του αμπελιού τους, αγαπάνε αυτό που κάνουν, δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να πιουν μία καλή φιάλη κρασιού απ' όπου και αν προέρχεται, δεν λεν όχι ακόμη και σε ένα καλό μεθύσι, είναι αθεράπευτα ειλικρινείς, είναι έτοιμοι να μοιραστούν τα πάντα (ιδέες, εξοπλισμό, εμπειρίες...), ρισκάρουν, είναι ανήσυχα πνεύματα και δεν σταματούν ποτέ να με εκπλήσσουν! Εμένα αλλά και τους ίδιους τους τους εαυτούς...



σημ.: Οι περισσότεροι από τους παραγωγούς αυτούς που ανέφερα ή είχα στο μυαλό μου γράφοντας το ποστ, χρησιμοποιούν βιολογικές ή βιοδυναμικές πρακτικές. Ελάχιστοι από αυτούς όμως το αναγράφουν στις ετικέτες των κρασιών τους γιατί σε καμία περίπτωση οι εναλλακτικοί τρόποι καλλιέργειας δεν αποτελούν γι αυτούς επιχείρημα μάρκετινγκ αλλά τρόπο ζωής.

φώτο3: Ο Cyril Fhal έχει αφοσιωθεί στην δουλειά περικυκλωμένος από μερικά παλαιά κλήματα macabeu

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Σκέψεις - απόψεις

Κατά την προσωπική μου άποψη το να δοκιμάζει κανείς ένα κρασί είναι κάτι που χρειάζεται χρόνο, ηρεμία και καλή διάθεση. Το να το κρίνει κανείς απλά και μόνο στροβιλίζοντας το δυο-τρεις φορές στο ποτήρι του και βάζοντας το για λίγο στο στόμα του είναι κάτι άδικο.
Φανταστείτε πως γνωρίζετε έναν άνθρωπο, τον στριμώχνετε σ'έναν τοίχο και του κοπανάτε 2-3 ερωτήσεις στα γρήγορα. Μπορείτε να νιώσετε σίγουροι πως γνωρίσατε πραγματικά τoν άνθρωπο αυτόν;
Είναι όμως ένα κρασί το ίδιο πολύπλοκο με τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου;
Για μένα υπάρχουν δύο κατηγορίες κρασιών.
Η πρώτη είναι αυτά τα οποία έχουν ισοπεδωμένο χαρακτήρα και είναι τα λεγόμενα κρασιά γευσιγνωσίας. Κερδίζουν τον γευσιγνώστη άμεσα αλλά κουράζουν γρήγορα και δεν έχουν βάθος.
Η δεύτερη είναι τα κρασιά αυτά τα οποία έχουν γίνει με τόση φροντίδα ώστε όχι μόνο έχουν χαρακτήρα αλλά πάνω σε αυτά αντικατοπτρίζονται όλοι οι παράγοντες που συνέβαλαν στην παραγωγή τους.
Γίνεται λοιπόν εύκολα κατανοητό ποια είναι τα κρασιά αυτά που αδικούνται στις δοκιμές express τον αφηνιασμένων γευσιγνωστών που δοκιμάζουν δεκάδες κρασιών σε διάστημα λίγων ωρών.
Αλλά αυτοί είναι οι experts, αυτοί ξέρουν...
Αφήστε αυτούς να τρέχουν και εμείς κρατάμε την απόλαυση!

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

I vini di vignaioli Greci in Parma!*

Το πέρασμα μου από την Ιταλία συνέπεσε με την εκδήλωση Vini di Vignaioli στο Fornovo di Taro, ένα χωριό λίγο έξω από την Πάρμα. Εκεί, ο Γιώργος Ιωαννίδης της εταιρίας Oenos: Fruit, Pierre, Lumiere από το Παρίσι είχε προσκληθεί να αντιπροσωπεύσει κάποια Ελληνικά κρασιά που κρίθηκαν από τους διοργανωτές πως τηρούσαν τα κριτήρια της εκδήλωσης. Ήταν δηλαδή αρκετά αντιπροσωπευτικά του Terroir τους, είχαν παραχθεί με μεθόδους φιλικές προς το περιβάλλον, είχαν κάνει μίνιμουμ χρήση οινοποιητικών προϊόντων που ενδεχομένως να άλλαζαν την τυπικότητα του χαρακτήρα τους και το σημαντικότερο, προέρχονταν από μικρά οινοποιεία όπου ο οινοπαραγωγός είναι και αμπελουργός. Για μένα ήταν μία καλή ευκαιρία να δω τις αντιδράσεις τον Ιταλών οινοφίλων στα Ελληνικά κρασιά αλλά και να δοκιμάσω ποιοτικά κρασιά από όλη την Ιταλία.
Η επιλογή των κρασιών που παρουσιάσαμε είχε γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε κρασί να έχει διαφορετική ταυτότητα από τα υπόλοιπα και να κρατάμε ζωντανό το ενδιαφέρον όσων ερχόταν να δοκιμάσουν από την αρχή μέχρι το τέλος.
Η δοκιμή ξεκινούσε με τον μεταγειτνίων του σκλάβου. Από 100% Βοστιλίδι και ζυμώνοντας δύο μέρες με τα στέμφυλα προτού πατηθεί είχε ένα χαρακτηριστικό σκούρο κίτρινο χρώμα και πολύ ιδιαίτερα αρώματα καφέ, μελιού και αποξηραμένων φρούτων. Ιδανικό για να συνοδεύσει κανείς πιάτα με τυριά και αποξηραμένα φρούτα, κέρδιζε μόνο αυτούς που ήταν πραγματικά γνώστες αν και όλοι οι Ιταλοί έδειχναν μία ιδιαίτερη συμπάθεια για την Κεφαλλονιά λόγω ιστορίας.
Οι Σαντορίνες είναι το high-light κάθε παρουσίασης και είναι ένα σίγουρο χαρτί για να ενθουσιάσουμε ακόμη και τον δυσκολότερο γευσιγνώστη. Το νυχτέρι και το νυχτέρι reserve του Χαρίδημου Χατζηδάκη δεν δυσκολεύονταν να μεγέψουν όσους περνούσαν από το σταντ μας ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιος δοκίμαζε και ενθουσιασμένος έτρεχε να βρει τους υπόλοιπους της παρέας του για να τους φέρει να δοκιμάσουν και αυτοί! Οινοποιημένα με πολύ τέχνη, έκρυβαν με μαεστρία το δυνατό τους αλκοόλ που ισορροπούσε άψογα με τις εξαιρετικές οξύτητες και την αξιοθαύμαστη μεταλλικότητα του ασύρτικου.
Τα κόκκινα έφτασαν λίγο κουρασμένα στην εκδήλωση γιατί για να έρθουν είχε χρειαστεί να κάνουν 1300 χιλιόμετρα με ένα παλιό Defender που τα ταρακούνησε για τα καλά! Το πρωί της πρώτης ημέρας δοκιμάζονταν πολύ δύσκολα, ανέκφραστα και άγρια στο στόμα. Γρήγορα όμως άρχισαν να αλλάζουν και μπορούσαμε να τα προτείνουμε χωρίς δισταγμό
Αλλαγή σκηνικού λοιπόν και από τα καυτά ηφαιστειογενή εδάφη της Σαντορίνης περνούσαμε στις καταπράσινες πλαγιές και τους πωρόλιθους της Ναόυσας. Ξεκινώντας με μία κλασσική Νάουσα όπως ο Παλιοκαλιάς του 2006 οι αναφορές στο Nebbiolo ήταν αναπόφευκτες. Ίσως λίγο λιγότερο στην μύτη απ'ότι στο στόμα όπου οι καλές οξύτητες, η φινέτσα και η καλή τανική δομή κάνουν κάποιον να πιστεύει πως οι δύο αυτές ποικιλίες είναι αδελφάκια!
Με το Γη και Ουρανός του 2007 που ακολουθούσε δείχναμε πως τα Ξινόμαυρα της Νάουσας μπορούν να παίξουν και σε διαφορετικές εκφράσεις εντυπωσιάζοντας το ίδιο. Χαρακτηριστική η στιγμή που ένας εκ της συντακτικής ομάδας του Ιταλικού οινικού περιοδικού Πόρτος μόλις έβαλε στο στόμα του το συγκεκριμένο κρασί άρχισε να φωνάζει "Μπράβο" επαναλαμβανόμενα και δυνατά στρέφοντας την προσοχή όλου του κόσμου στο σταντ μας!
Η ξηρή μαυροδάφνη του Σκλάβου, ο Οργίων του 2006 δηλαδή, δοκιμάζονταν λιγότερο καλά απ'ό,τι την είχα συνηθίσει αλλά ακόμη και έτσι κατάφερε να κερδίσει πολύ κόσμο. Με πλούσια φρουτώδη αρώματα και γεμάτο στόμα με ζουμερές τανίνες και μακριά επίγευση έδειχνε πως η Κεφαλονιά μπορεί άνετα να παράγει οίνους υψηλής ποιότητας και στα κόκκινα.

Η Σητεία 2000 του Οικονόμου από Λιάτικο και Μαντηλάρι είχε λίγο τα χρονάκια της σε σχέση με τα υπόλοιπα κόκκινα και είχε ζοριστεί τόσο πολύ με το ταξίδι που την πρώτη μέρα ήταν αδύνατο να την παρουσιάσουμε στην δοκιμή. Την επομένη όμως έστρωσε και είχαμε έτσι ένα ακόμη δυνατό χαρτί στα κόκκινα. Πολύπλοκη αλλά κομψή αρωματικά με άριστα ισορροπημένο στόμα και τανίνες που χάιδευαν το στόμα στο τελείωμά τους απέδειξε πως καμία γωνιά της χώρας μας δεν υστερεί σε ποιοτικά κρασιά.
Περνώντας στα γλυκά δεν θα μπορούσαμε να προτείνουμε κάτι άλλο από το αφιλτράριστο Μοσχάτο του 2005 του Παρπαρούση που μετά τους Γάλλους έκανε και τους Ιταλούς να παραμιλάνε!
Κλείναμε με το Vinsanto 2000 του Χατζηδάκη που με το ιδιαίτερο χρώμα του αλλά και τα χαρακτηριστικά αρώματα σταφύδας και άλλων αποξηραμένων φρούτων έκλεινε εντυπωσιακά τις δοκιμές στο σταντ των ελληνικών κρασιών.
Ως επί το πλείστον, οι παρευρισκόμενοι έμειναν έκπληκτοι από την ποιότητα των όσων δοκίμασαν αλλά και από την πλούσια αμπελοοινική κληρονομιά της Ελλάδος αφού δοκίμαζαν 8 διαφορετικές αυτόχθονες ποικιλίες από κάθε άκρο της
χώρας.
Εμείς, βγάλαμε χρήσιμα συμπεράσματα και είδαμε πως με τις κατάλληλες κινήσεις τα Ελληνικά κρασιά μπορούν να βρουν τον δρόμο τους ακ
όμη και στις πιο δύσκολες αγορές.




(*τα κρασιά των Ελλήνων αμπελουργών στην Πάρμα)

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Erbaluce Caluso DOC 2008

Σε μία βόλτα μου στο εμπορικό γαστρονομικό κέντρο "Eataly" στο Τορίνο με σκοπό να δοκιμάσω την πίτσα που θεωρείται η καλύτερη της βορείου Ιταλίας (!) έπεσα πάνω σε μία δοκιμή λευκού κρασιού από την περιοχή του Πιεμόντε. Έχοντας πλέον μάθει πάρα πολλά για τα τόσο φημισμένα του κόκκινα και έχοντας δοκιμάσει αρκετές διαφορετικές εκδοχές από Dolcetto, Barbera και Nabbiolo (και όχι μόνο...) είχε έρθει η ώρα να δω τι μπορούσαν να κάνουν στην περιοχή αυτήν και με τα λευκά! Η αλήθεια είναι πως ψιλοσνομπάρω λίγο τις γευστικές δοκιμές σε εμπορικά καταστήματα αλλά ένα εμπορικό που λειτουργεί με την συμβολή της slow food είναι σίγουρα μία ξεχωριστή περίπτωση.
Νότια του Τορίνο, δίπλα από την πόλη Piverone και σε γρανίτες της μεσοζωικής περιόδου η Cantina Sociale della Serra καλλιεργεί την αυτόχθονη ποικιλία Erbaluce και όπως συμβαίνει για πολλές από τις ποικιλίες τους, οι Ιταλοί υποστηρίζουν πως οι Ρωμαίοι την έφεραν εκεί από την Ελλάδα.
Δοκιμάσαμε την σοδειά του 2008 που ήταν πολύ εκφραστική αρωματικά θυμίζοντας έντονα πράσινο μήλο. Στο στόμα ο γρανίτης αλλά και η επιρροές τον ψυχρό ρευμάτων από τις πολύ κοντινές Άλπεις μεταφράζονταν σε έντονες οξύτητες. Τιθασεύονταν όμως από την στρογγυλάδα που έδινε η ζύμωση για δέκα μέρες με τα στέμφυλα και έφερναν έτσι ισορροπία στο όλο σύνολο.
Ένα απλό καθημερινό κρασί που συνοδεύει άνετα όμως κυρίως πιάτα και δείχνει πως το Πιεμόντε προσφέρει ποικιλία επιλογών στους οινόφιλους!
Αν δεν κάνω λάθος η τιμή στην κάβα είναι γύρω στα πέντε ευρώ και σίγουρα αξίζει τα λεφτά του.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Λίγηρας - Chenin blanc

Ρίχνοντας μία ματιά σε περασμένα ποστ του μπλογκ διαπίστωσα πως σπάνια αναφέρομαι στην κοιλάδα του Λίγηρα και ένιωσα πως αδικό μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αμπελοοινικές περιοχές της Γαλλίας!
Ο Λίγηρας όπως και το Ρουσιγιόν αφού πρώτα βυθίστηκε σε μία βαθιά κρίση, επανήλθε δυναμικά χάρη σε μερικές ομάδες παραγωγών που με όπλο τις εναλλακτικές μορφές καλλιέργειας και τον σεβασμό στα terroir της περιοχής ανέτρεψαν τα δεδομένα.
Μία εμβληματική μορφή του Λίγηρα είναι ο Marc Angeli ο οποίος είναι ξακουστός για τις οικολογικές του ευαισθησίες και την αυτοδύναμη φάρμα του γνωστή ως ferme de la sansonniere. Αποκορύφωμα το ειδικά διαμορφωμένο τρακτέρ του που κινείται με λάδι από το φυτό Colza που παράγει ο ίδιος και κάθε φορά που λειτουργεί δεν εκπέμπει καυσαέρια παρά μόνο μία ελαφρά τηγανίλα!
Πριν λίγες μέρες σε μία από τις πολλές βραδυνές κρασοκατανύξεις του τρύγου, ανοίξαμε μία φιάλη magnum του Stephan Bernaudeau, δεξί χέρι του Marc Angeli ο οποίος εδώ και χρόνια παράγει κρασιά με δική του ετικέτα. Φτιαγμένη από 80% Chenin Blanc και 20% Verdelot από κλήματα 100 περίπου χρονών φυτεμένα σε σχιστολιθικά εδάφη η cuvée "Les Nourrissons 2004" είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή!
Στη μύτη οι αρχικές νότες οξείδωσης χάθηκαν γρήγορα και μετατράπηκαν σε αρώματα πράσινου τσαγιού και άλλων βοτάνων σε συνδυασμό με αρώματα εσπεριδοειδών με κυρίαρχο το γκρεϊπ φρούιτ. Την επόμενη μέρα που το ξαναδοκιμάσαμε (μιας και είχαμε ανοίξει και δεύτερη φιάλη magnum!) το αρωματικό αυτό μπουκέτο συμπληρώνονταν με αρώματα μελιού που δεν είχαμε εντοπίσει την πρώτη μέρα και το έκαναν ακόμη πιο ευχάριστο. Στο στόμα υπέροχη φρεσκάδα που "φωτογράφιζε" το τερουάρ του Anjou και τελείωμα με πολύ μεγάλη διάρκεια.
Μου θύμισε αρκετά το Anjou του Richard Leroy που είχαμε ανοίξει στις αρχές του καλοκαιριού στην Νάουσα και έβγαζε τα ίδια ακριβώς βοτανικά αρώματα με νύξεις εσπερειδοειδών.

Δεν πάει καιρός όμως που είχαμε πιει και ένα άλλο πολύ μεγάλο Chenin από το Saumur αυτήν την φορά και φτιαγμένο από τον Antoine Foucault το 2006 και αδειάσαμε το μπουκάλι χωρίς να το καταλάβουμε στην προσπάθειά μας να περιγράψουμε ένα ένα όλα όσα μας έφερνε στο μυαλό το συγκεκριμένο κρασί!

Συμπέρασμα;
Το Chenin είναι σπουδαία ποικιλία και ο Λίγηρας έχει μεγάλα τερουάρ και παραγωγούς που κατέχουν καλά τα περί οίνου και ξέρουν να κάνουν θαύματα!