Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Δοκιμές με το φρένο πατημένο

Τον τελευταίο καιρό, όποτε βρισκόμαστε με παρέα οι φιάλες ανοίγουν σωρηδόν η μία πίσω από την άλλη. Πολλές φορές φτάνουμε σε τέτοιο βαθμό που υπάρχουν ετικέτες τις οποίες ανακαλύπτουμε στις φωτογραφίες της επόμενης ημέρας και δεν τις έχουμε δοκιμάσει καθόλου! Ο ενθουσιασμός του καθένα από εμάς να μοιραστεί τις φιάλες του με τους υπόλοιπους είναι πολύ μεγάλος και τελικά φτάνουμε να τις ανοίγουμε για το τίποτα αφού ακόμη και όταν δοκιμάζονται χάνονται σε έναν πανικό γεύσεων που μας κατακλύζουν από παντού. Μην ξεχνάμε πως όποτε ανοίγουμε φιάλες υπάρχει πάντα και η κατάλληλη συνοδεία αλλαντικών, τυριών και λοιπών μεζέδων και φυσικά ούτε εκεί αποφεύγουμε την υπερβολή. Για τυφλή δοκιμή ούτε λόγος πλέον...

Το πως και το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά δεν ξέρω αν χρειάζεται να τα  αναλύσω. Απλά ξέρω σίγουρα πως όποτε αυτό δεν συμβαίνει και έχουμε την ευκαιρία να βάλουμε κάτω τρία-τέσσερα κρασάκια και να τα πιούμε με ηρεμία, τότε το ευχαριστιόμαστε πραγματικά! Έτσι έγινε και πριν λίγες μέρες ένα ωραίο αυγουστιάτικο βράδυ. Λίγες αλλά πολύ συγκεκριμένες φιάλες, διαλεχτά και μετρημένα μεζεδάκια και πάνω απ'όλα ηρεμία στο πνεύμα, συνέβαλαν στο να απολαύσουμε με το παραπάνω οτιδήποτε βρέθηκε στο τραπέζι μας.

Προετοιμάζοντας τους ουρανίσκους μας δοκιμάσαμε ένα ροζέ ημιαφρώδες από την Σλοβενία, φτιαγμένο από τον εξαίρετο μερακλή φίλο μου τον Μαρίνκο Πίνταρ. Θυμίζω πως ο Μαρίνκο είναι ένας αειθαλής εβδομηντάρης ο οποίος καταπιάνεται ερασιτεχνικά με την παρασκευή κρασιού, τυριών και αλλαντικών με εξαιρετική πάντα επιτυχία! Στην οινοποίηση τα καταφέρνει μάλλον καλύτερα με τα λευκά αλλά και το ροζέ του σίγουρα δεν πήγαινε πίσω. Διακριτικό στη μύτη, με λεπτά βοτανικά αρώματα, δροσιστικό στο στόμα με τις φυσαλίδες να γαργαλάνε πολύ ευχάριστα τον ουρανίσκο και πολύ καλή ισορροπία οξύτητας - γλυκύτητας. Ένα πολύ αντιπροσωπευτικό δείγμα καλοφτιαγμένου "φυσικού" κρασιού που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από επαγγελματικές οινοποιήσεις αντίστοιχης φιλοσοφίας. Μην ξεχνάμε πως ο Μαρίνκο συναναστρέφεται με κάποια από τα μεγαλύτερα ονόματα του συγκεκριμένου χώρου όπως οι Grauner, Radikon και Damijen αλλά και πως η ευρύτερη περιοχή της Goriska Brda κατακλύζεται από οίνους της συγκεκριμένης τεχνοτροπίας.

Ακολούθησε ένα ακόμη πιο extreme κρασί το οποίο μας ενθουσίασε με την μοναδικότητα των αρωμάτων του. Η ποικιλία ήταν Chenin Blanc και παραγωγός το Domaine "La coulee d'ambrosia". Απ'ότι διαβάζω στο μπλογκ του παραγωγού το "Le jardin de Chiron" περνάει 36 μήνες στο βαρέλι χωρίς να απογεμίζεται! Πολύ εκφραστικό με βοτανικά αρώματα που μας παίδεψαν πολύ μέχρι να τα ταυτοποιήσουμε αν και τελικά δεν συμφωνήσαμε σε κάτι. Κρασί εντελώς εκτός κανόνων που μας κέρδισε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.

Παραφωνία της βραδιάς το αμέσως επόμενο λευκό που ήταν τελείως άψυχο και απόλυτα αδιάφορο, ειδικά μετά από ένα ξεκίνημα με τόσο ξεχωριστά κρασιά. Έτσι περάσαμε σε ένα Pinot Noir από την Αλσατία που ήταν απλά καλό χωρίς να συγκινεί ιδιαίτερα και μάλλον και αυτό πέρασε στα ψιλά της βραδιάς.

Η κακή παρένθεση έκλεισε με το Faugeres 2009 του Leon Barral. Ενός από τους πιο διάσημους αλλά και αμφιλεγόμενους βιοδυναμιστές παραγωγούς του γαλλικού νότου. Αρχικά είχα κι εγώ τις επιφυλάξεις μου αφού παλαιότερες εμπειρίες μου με το κρασί αυτό μου έφερναν στο μυαλό έντονα ζωικά χαρακτηριστικά που υπερκάλυπταν οτιδήποτε άλλο. Τελικά έπεσα αρκετά έξω αφού σε πολύ λίγη ώρα ο ζωικός χαρακτήρας έγινε πολύ πιο ανάλαφρος και αρώματα φρούτων αλλά και μαύρης ελιάς έκαναν την εμφάνισή τους προσδίδοντας μεγάλη πολυπλοκότητα στο συγκεκριμένο κρασί. Πολύ καλά ισορροπημένο στο στόμα ταίριαξε άψογα με τα μεζεδάκια στο τραπέζι και ανέβασε την δοκιμή μας ένα επίπεδο ψηλότερα!

Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε να δοκιμάσουμε κάποιο Ξινόμαυρο ξεκινώντας με τον Πήγασο 2007 του Μαρκοβίτη. Ένα κρασί που ως γνωστών είναι υψηλού επιπέδου και στάθηκε επάξια δίπλα στο Faugeres. Παράλληλα, το selection clonale του 2006 από Ξινομαυρο των κλώνων V3-V6 επιβεβαίωσε τις τρομερές δυνατότητες της ποικιλίας ακόμη και σε δύσκολες χρονιές καθώς μας εντυπωσίασε με την πολυπλοκότητα και το αρωματικό του βάθος.

Τελευταίο κόκκινο της βραδιάς ένα Barbaresco του 2005 από τους Produttori di Barbaresco και από το αμπελοτοπωνύμιο montestefano. Στη μύτη παρουσίαζε αρκετό ενδιαφέρον με ωραίο παιχνίδι μαύρης σοκολάτας και κόκκινων φρούτων ενώ στο στόμα η οξύτητα ήταν αρμονικά δεμένη με τις τανίνες. Παρόλα αυτά όμως δεν μας ενθουσίασε όσο θα περιμέναμε αφού αφενός είχαν προηγηθεί κρασιά με περισσότερη ζωντάνια και δυναμικότητα και αφετέρου η βραδιά πλησίαζε στο τέλος της και η κούραση άρχιζε να φανερώνει τα σημάδια της.

Έτσι αποφασίσαμε να κλείσουμε την δοκιμή με ένα λευκό επιστρέφοντας στην Σλοβενία και την Goriska Brda. Ένα Tokaj του 2007 από την οινοποιία Klinec με εντυπωσιακή αρωματική πολυπλοκότητα και συνεχής εξέλιξη στο ποτήρι. Σε αυτό σίγουρα συνέβαλαν τα δύο χρόνια παραμονή με τις οινολάσπες σε βαρέλι ακακίας αλλά και η πολύ ελάχιστη θείωση που το βοήθησε να κρατήσει την καθαρότητα των αρωμάτων του. Ένα ακόμη κρασί πολύ υψηλού επιπέδου με τις απίθανες οξύτητες του να είναι το δυνατότερο σημείο του!

Κάπως έτσι κύλησε μία από τις ωραιότερες φετινές καλοκαιρινές βραδιές η οποία μάλιστα μας έδειξε και τον δρόμο για να απολαύσουμε και τις επόμενες: χαλαρότητα, υπομονή και καλή διάθεση. Όλα τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους...


Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Μίνι-τυφλή Ξινόμαυρου

Η τελευταία φορά που βρεθήκαμε για γευσιγνωσία ήταν ένα κολασμένο τσιμπούσι εξπρές. Πάνω από είκοσι φιάλες και άλλα τόσα πιάτα με διάφορους μεζέδες θυσιάστηκαν στο βωμό της βιασύνης και της λαιμαργίας μας. Φιάλες ξεταπώνονταν δεξιά και αριστερά, κάθε ένας έπινε άλλο κρασί, κάθε ένας μιλούσε για διαφορετικό θέμα και όλοι μαζί χλαπακιάζαμε ανελέητα! Λίγο το ότι είχαμε καιρό να βρεθούμε όλοι μαζί, λίγο το ότι αργήσαμε να ξεκινήσουμε και μας έπιασε πείνα, λίγο το ότι ήταν πολλά τα κρασιά και κάθε ένας ανυπομονούσε να ανοίξει κάτι διαφορετικό και δοκιμή της προκοπής δεν έγινε.

Αυτά που μου έμειναν από τότε -για διαφορετικούς λόγους- ήταν τα δύο ερυθρά από το Roussillon, ένα "φυσικό", πολύ ισορροπημένο Carignan Grenache και ένα πολύ θερμό Grenache - Mourvedre - Syrah. Γενικά είχαμε ένα θέμα με τα "καμμένα" κρασιά εκείνο το βράδυ. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα υπερώριμου, υπερ-εκχυλισμένου, υπερ-σακατεμένου Syrah από την Δράμα. Έμοιαζε με μεγάλο καλιφορνέζικο αλλά χωρίς το θηριώδες φρούτο ...κακή απομίμηση. Στο άλλο άκρο πάλι ήπιαμε και ένα Syrah από αμπέλια τόσο μεγάλων αποδόσεων που η μύτη από πολύ αγουρίλα θύμιζε ξεριζωμένο λαχανόκηπο! Και αυτό από βόρεια Ελλάδα αλλά από πιο ερασιτεχνική εμφιάλωση σε σχέση με το αλκοολούχο σιρόπι από εκχύλισμα σταφυλιού που ήταν από διασημότατους επαγγελματίες.

Το περασμένο σαββατοκύριακο όμως η ηρεμία επέστρεψε. Αρκετές οι ελλείψεις των "βασικών" αλλά η διάθεση καλή και ο χώρος πανέμορφος. Βγάλαμε θεματολογία, καθίσαμε μετά από καιρό ήρεμα ήρεμα στο τραπέζι και δοκιμάσαμε τυφλά μερικά Ξινόμαυρα συνοδεία αντίστοιχων μεζέδων.

Ξεκινήσαμε με κάτι πολύ διακριτικό. Ένα κρασί με ελαφρύ κόκκινο χρώμα και πολύ λεπτή μύτη η οποία με την ώρα άνοιγε και έβγαζε ολοκάθαρα αρώματα μικρών κόκκινων φρούτων. Στο στόμα η οξύτητα ήταν εξαιρετικά δεμένη με το σύνολο όπως επίσης και οι βελούδινες τανίνες του. Καταπληκτικά επίσης και τα αρώματα που έμεναν στο ποτήρι όταν αυτό άδειαζε. Ήταν ένα Pinot Noir 2006 από την Βουργουνδία αφού όπως πάντα στις δοκιμές Ξινομαύρων είναι καλοδεχούμενα και τα "ξαδερφάκια" τους.

Πιο συγκεκριμένα, ήταν ένα Hautes Cotes de Nuits* από το Domaine Henry et Gilles Remoriquet. Ένα μικρο οινοποιείο του Nuit Saint Georges με πολύ σεβασμό στο φρούτο και πολύ δουλειά στου αμπελώνες. Το 2006 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την Βουργουνδία με πολλές βροχές τον μήνα του τρύγου και λίγοι παραγωγοί κατάφεραν να κάνουν κρασιά χωρίς αιχμηρές οξύτητες. Το Hautes Cotes των αδελφών Remoriquet ήταν ένα από αυτά τα δείγματα επιτυχίας που κάνουν τους καλούς αμπελουργούς να ξεχωρίζουν.

Τα ξινόμαυρα έκαναν ντεμπούτο με την δεύτερη φιάλη της σειράς η οποία πρόδιδε κάτι αρκετά παλαιωμένο που είχε εδώ και λίγο καιρό αρχίσει να παίρνει τον κατήφορο. Παρόλα αυτά κρατούσε ακόμη το νεύρο στο στόμα ενώ στο τελείωμα άφηνε κάποια ενδιαφέροντα γήινα αρώματα αλλά σε μικρή διάρκεια. Ήταν ένα Grande Reserve 1998 του Μπουτάρη με άγνωστες συνθήκες συντήρησης προτού πέσει στα χέρια μας αλλά μάλλον κάπως ταλαιπωρημένο.

Ακολούθησε ένα κόκκινο με έντονο ζωικό χαρακτήρα που με την ώρα όμως υποχωρούσε και έδινε την θέση του σε πιο φρουτώδη αρώματα. Στο στόμα έβγαζε μία όχι και τόσο ευχάριστη μεταλλικότητα και γενικά χαρακτηρίζονταν από μεγάλη αστάθεια. Ήταν ένα νεαρό Ξινόμαυρο του 2011 δείγμα δεξαμενής.

Το επόμενο της σειράς δοκιμάζονταν σε πρώτη φάση πολύ αναγωγικό και αποφασίσαμε να το βάλουμε για λίγο σε καράφα. Όταν το ξαναδοκιμάσαμε μαζί με τα αναγωγικά αρώματα έφυγαν και όλα τα υπόλοιπα και το κρασί είχε μείνει κάπως άδειο. Στο στόμα ήταν αρκετά υδαρές με αδύναμο τελείωμα. Ήταν ένα Ξινόμαυρο του 2004 από το Μαντέμι της Νάουσας όταν εκεί οινοποιούσαν ακόμη οι παλιές φρουρές και τα σπουδαία δεν είχα ακόμη έρθει...

Η συνέχεια ήταν γεμάτη ..βανίλια! Βανίλια στην μύτη, στο στόμα, στην επίγευση. Μόλις άρχισε να χάνεται η βανίλια έβγαινε μία αγουρίλα. Αρώματα πολύ "πράσινα" που μας έκαναν να θέλουμε πίσω την βανίλια! Στο στόμα το μόνο σημείο που νοιώσαμε το κρασί ήταν στο άγαρμπο πίκρισμα του τελειώματος και πουθενά αλλού. Το "σύμπαν" του 2008 είναι ένα χαρμάνι βασισμένο σε Ξινόμαυρο που μάλλον θα μπορούσε να τα πάει και καλύτερα.

Με τόση βανίλια δεχτήκαμε με ανακούφιση τα πικάντικα, ζωικά αρώματα του επόμενου κρασιού αν και στην συνέχεια και αυτά αποδείχθηκαν κάπως μονότονα. Στο στόμα η ζόρικες τανίνες εξισορροπούνταν από την πολύ καλή οξύτητα αλλά το όλο σύνολο έμοιαζε να χρειάζεται ένα κατιτίς παραπάνω. Σίγουρα όμως ο Πήγασος του 2008 έχει ακόμη δρόμο μπροστά του και περιμένουμε να δούμε την εξέλιξή του.

Αυτή η εξέλιξή άλλωστε φαίνεται και στην αμέσως προηγούμενη χρονιά με τον Πήγασο του 2007 να είναι λίγο πιο έντονος αρωματικά και πολύ πιο δεμένος στο στόμα. Αν και πιο σφιχτός τανικά ήταν πιο αρμονικός από το προηγούμενο ενώ είχε σαφώς καλύτερη εξέλιξη στο ποτήρι όσο περνούσε η ώρα και ήτανε μάλλον από τα καλύτερα της βραδιάς.

Τελειώσαμε με ένα ξινόμαυρο στο οποίο επικρατούσε έντονο το αλκοόλ και ήταν αρκετά δύσκολο να διακρίνει κανείς άλλου είδους αρώματα. Στο στόμα ήταν αρκετά καλύτερο χωρίς όμως το σύνολο να μπορεί να ξεφύγει από την μετριότητα. Πρόκειται για εκπαιδευτική εμφιάλωση της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής και κρίνοντας το σαν μία τέτοια προσπάθεια θα λέγαμε πως οι μαθητές τελικά δεν τα πήγαν και τόσο άσχημα.

Μη ικανοποιημένοι από τα όσα δοκιμάσαμε αφού λίγα κρασιά σταθήκαν καλά και έχοντας αφαιρέσει ένα κρασί λόγω οσμών φελλού αποφασίσαμε να ανοίξουμε δύο έξτρα φιάλες. Για κακή μας τύχη όμως η μία από της δύο αυτές φιάλες είχε επίσης πρόβλημα φελλού και έτσι μείναμε μόνο με το Γιαννακοχώρι 2001 του Κυρ-Γιάννη. Για το συγκεκριμένο είχαμε αρκετά μεγάλες προσδοκίες αλλά μάλλον συνθήκες συντήρησής του όλα αυτά τα χρόνια το έκαναν να δοκιμάζετε αρκετά κουρασμένο. Η μύτη είχε αρχίσει από καιρό να παίρνει την κάτω βόλτα ενώ το στόμα στέκονταν κάπως καλύτερα χωρίς όμως να είναι κάτι το πραγματικά σπουδαίο.

Κλείνοντας θα έλεγα πως αδιαμφισβήτητα έχουμε κάνει και πολύ καλύτερες δοκιμές και μάλλον έχει αρχίσει να μας πιάνει λίγο το σύνδρομο "κρατάμε τα καλά για αργότερα", ένα αργότερα που δεν έρχεται ποτέ! Όπως και να 'χει πάντως, για μία ακόμη φορά το διασκεδάσαμε, κάναμε ενδιαφέρουσες συζητήσεις και βγάλαμε ακόμη πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Και εις άλλα με υγεία!


*Hautes Cotes de Nuits: Στην ουσία "Ψηλές Πλαγιές" της περιοχής του Nuits St Georges βόρεια της Beaune. Στην ιεραρχία των κρασιών της Βουργουνδίας είναι μία κατηγορία επάνω από τις απλές Βουργουνδίες και μία κατηγορία πριν τα "Village".


Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

O Selosse ...και οι άλλοι

Κόσμος πάει κι έρχεται διακοπές, άλλοι ξεκινάνε τρύγο, άλλοι βρίσκονται ήδη εν μέσω οινοποιήσεων και όλος ο οινικός κόσμος βρίσκεται σε γενικότερο αναβρασμό. Μέσα σε όλο αυτόν τον πανικό καταφέραμε να βρούμε χρόνο για μία ωραία βραδιά με δοκιμές κρασιών και μερικά μεζεδάκια στον κήπο του οινοποιείου. Οι βασικοί παίκτες μπορεί να απουσίαζαν, οι αντικαταστάτες τους όμως στάθηκαν και με το παραπάνω στο ...ύψος των περιστάσεων!

Αφού στο τραπέζι τοποθετήθηκε η απαραίτητη πιατέλα με διάφορα ελληνικά τυριά, ξεκινήσαμε τις δοκιμές με μία Σαμπάνια Selosse 1999. Ατέλειωτα πολύπλοκη στην μύτη, ξεκινώντας από μία αίσθηση μελιού και φουντουκιού, συνέχιζε σε πιο φρουτώδη όπως μήλο και αχλάδι. Αν μάλιστα δεν εξαφανίζονταν σε χρόνο ρεκόρ από τα ποτήρια όλων, οι σημειώσεις μου πάνω στα αρώματα δεν θα είχαν σταματήσει εκεί αφού όσο περνούσε η ώρα ανακαλύπταμε και κάτι καινούριο! Στο στόμα, οι αρχικά αραιές φυσαλίδες πολλαπλασιάστηκαν πολύ γρήγορα και έδιναν μία πλούσια αλλά πολύ φινετσάτη αίσθηση που χάιδευε απαλά το στόμα μέχρι το υγρό να κατηφορίσει από την στοματική κοιλότητα και να φύγει αφήνοντας μία υπέροχη επίγευση.

O Anselme Selosse είναι η δεύτερη γενιά παραγωγών του Domaine Jacques Selosse και ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του οινικού χώρου. Είναι ο πρώτος παραγωγός στην Καμπανία που ζύμωσε σε βαρέλια, εφαρμόζοντας έτσι την μέθοδο των λευκών της Βουργουνδίας. Αυτό έκανε της Σαμπάνιες του αρκετά ιδιαίτερες γευστικά και γρήγορα δημιούργησε φανατικούς οπαδούς αλλά και εχθρούς έχοντας ως αποτέλεσμα να ξεσηκώσει πολλές συζητήσεις γύρω από τις μεθόδους του και να εκτοξεύσει την φήμη του.

Ακολούθησε ένα λευκό Βιδιανό από την Κρήτη πιθανότατα φρεσκοεμφιαλωμένο αφού είχε πολύ έντονη την αίσθηση του θειώδη ανυδρίτη και κούραζε υπερβολικά στην μύτη. Το αφήσαμε λίγη ώρα ανοιχτό μήπως και πίνεται πιο ευχάριστα μετά από λίγη ώρα αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Άσχημη τύχη είχε και μία Rebulla από την Goriska Brda της Σλοβενίας που είχε πρόβλημα με τον φελλό.

Μετά από αυτές τις δύο αποτυχίες είχε έρθει η ώρα για κάτι εγγυημένα καλό όπως το Νυκτέρι Reserve 2008 του Χατζηδάκη. Δυστυχώς όμως ούτε αυτό δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες. Το αλκοόλ και τα παραμένοντα σάκχαρα ήταν πάρα πολύ υψηλά χωρίς να υποστηρίζονται από την αναμενόμενη οξύτητα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κρασί πολύ βαρύ που λίγωνε γρήγορα και δεν θύμιζε τα μεγάλα κρασιά στα οποία μας έχει συνηθίσει ο παραγωγός.

Αφού λοιπόν τα λευκά δεν μας βγήκαν περάσαμε στα κόκκινα χρησιμοποιώντας σαν σκαλοπάτι το ροζέ του Λίγα. Ένα ροζέ από Ξινόμαυρο αρκετά απαλό και πάρα πολύ ευχάριστο, ότι πρέπει για το καλοκαίρι. Στη μύτη θύμιζε αρκετά ερυθρό κρασί της ποικιλίας αλλά στο στόμα ήταν πολύ δροσιστικό με ένα πολύ ωραίο φρούτο να πλημμυρίζει το στόμα. Στα θετικά του κρασιού και η ετικέτα του η οποία είναι χαρακτηριστικό δείγμα της δουλειάς που γίνεται στο κτήμα στον συγκεκριμένο τομέα.

Ξεκινώντας τα κόκκινα δοκιμάσαμε ένα Crozes Hermitage του 2010 από τον Remy Nodin. Ένα φρουτώδες ερυθρό από Syrah αρκετά απλό σαν κρασί, ότι έπρεπε για την εισαγωγή. Με μέτρια οξύτητα και πολύ ωραίες, ζουμερές τανίνες συνόδευε πολύ καλά τα πεντανόστιμα μπιφτέκια από τα Γιαννιτσά ενώ πολύ καλά με το όλο σύνολο έδεσε και η παραδοσιακή μουστάρδα από τον συνεταιρισμό γυναικών της Γουμένισσας.

Ακολούθησε ένα χαρμάνι Ξινόμαυρο - Merlot - Syrah του 2006 από την Καλαμπάκα το οποίο όμως ήταν σχετικά αδιάφορο και έδειχνε τις δυσκολίες για την χρονιά αυτήν σε αρκετά μέρη της χώρας μας. Η μύτη, με μια πρώτη εντύπωση παρουσίαζε ενδιαφέρον αλλά γρήγορα έπεφτε και έδειχνε πως είχε ταλαιπωρηθεί από τον χρόνο. Στο στόμα η οξύτητα και οι τανίνες στέκονταν σε καλά επίπεδα χωρίς όμως να προσφέρουν κάποια ιδιαίτερη συγκίνηση.

Γυρνώντας μία χρονιά πίσω και επιστρέφοντας στον Γαλλικό αμπελώνα περάσαμε σε μία Βουργουνδία του 2007 από το αμπελοτεμάχιο Les Riaux του Dominique Derain. Η μύτη ήταν γλυκόξινη με τα αρώματα κερασιού να ανακατεύονται με γήινες αλλά και κάποιες "πράσινες" αρωματικές νότες που φανέρωναν την επιλογή του παραγωγού να τρυγάει σχετικά νωρίς. Στο στόμα είχε πολύ ωραίες οξύτητες και μαλακές ντελικάτες τανίνες που του έδιναν μία αίσθηση αέρινη. Το όλο σύνολο θα το χαρακτήριζα πάντως αρκετά "αλήτικο" αφού ξέφευγε τελείως από τα αρωματικά στάνταρ στα οποία κινούνται τα περισσότερα κρασιά και είχε μία πολύ δική του αρωματική πολυπλοκότητα.

Ο συγκεκριμένος παραγωγός καλλιεργεί βιοδυναμικά από το 1989, όταν και έκανε τον πρώτο του τρύγο, στα πενηνταπέντε στρέμματα αμπελώνων που διαθέτει. Όλα του τα κρασιά δεν περιέχουν θειώδη και δεν χρησιμοποιεί και κανένα άλλο οινολογικό προϊόν για την παρασκευή τους. Οινολογικά γίνεται άμεσα αντιληπτό πως πρόκειται για "φυσικό κρασί" αλλά γευστικά φτάνει σε υψηλά επίπεδα ποιότητας. Δεδομένου μάλιστα πως ταξίδεψε με αυτοκίνητο από την Γαλλία μέχρι την Ελλάδα, κρατήθηκε πάρα πολύ καλά όλα αυτά τα χρόνια. Σε γενικές γραμμές άρεσε αρκετά στους περισσότερους από εμάς και είναι μία ακόμη απόδειξη πως τα φυσικά κρασιά ενέχουν ρίσκο και για τον παραγωγό και για τον αγοραστή αλλά σίγουρα μπορούν να προσφέρουν πολλές συγκινήσεις!

Η βραδιά έκλεισε με τον παραγωγό με τον οποίο ξεκίνησε. Η Ραταφιά του Anselme Selosse φτιάχτηκε από μούστο ο οποίος κόπηκε* με απόσταγμα στεμφύλων και έμεινε σε παλιά δρύινα βαρέλια στον εξωτερικό χώρο του οινοποιείου. Χωρίς καμία προσθήκη ή άλλη επεξεργασία περίμενε υπομονετικά στα βαρέλια αυτά κάτω από βροχές, χιόνια και άλλα καιρικά φαινόμενα, την στιγμή που θα εμφιαλωνόταν σε λίγες μόνο συλλεκτικές και πολύ σπάνιες φιάλες. Το αποτέλεσμα ήταν φανταστικό. Αρώματα από μόκα και κακάο μπλέκονταν με αρώματα από μαχλέπι και ξηρά σύκα ενώ το τελείωμα θύμιζε έντονα το παραδοσιακό γαλλικό χωνευτικό με κορόμηλα βουτηγμένα σε Αρμανιάκ.
Όλο αυτό συνδυάζονταν εκπληκτικά με το δεκαπέντε μηνών παλαιωμένο τυρί από την Σλοβενία και το γλυκό κυδώνι από τον συνεταιρισμό της Γουμένισσας!

Συνοπτικά θα λέγαμε πως μπορεί να είχαμε αρκετές απογοητεύσεις αλλά τα τρία κορυφαία κρασιά της βραδιάς- η Σαμπάνια, η Βουργουνδία και η Ραταφιά-  ανέβασαν τον πήχη τόσο ψηλά που κάλυψαν και το κενό που άφησαν όσα δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Το δροσερό αεράκι και το χαλαρό κλίμα της βραδιάς βοήθησαν στο να απολαύσουμε στο μέγιστο όλα όσα δοκιμάσαμε και γέμισε τις μπαταρίες μας για τις φορτωμένες μέρες που ακολουθούν για τους περισσότερους από εμάς!


*Το αλκοόλ χρησιμοποιήθηκε για να διακόψει την ζύμωση του μούστου. Με τον τρόπο αυτόν παίρνουμε ένα προϊόν που έχει αλκοόλ -λόγω της προσθήκης- αλλά διατηρεί και την γλυκύτητα του μούστου.

Ευχαριστούμε πολύ την Κική Παναγιώτου για της φωτογραφίες!

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Καθέτως, οριζοντίως ...και πλαγίως: Από την Νεμέα ως την Σικελία

Αφού ολοκληρώσαμε το πρώτο μέρος και κλείσαμε τον κύκλο των Ξινομάυρων είχε έρθει η ώρα για τα υπόλοιπα κρασιά τις δοκιμής. Ελληνικά - ξένα, αθείωτα - τεχνολογικά, λευκά - κόκκινα, χαρμάνια - μονοποικιλιακά... όλα ήταν στο πρόγραμμα!

Ξεκινήσαμε το δεύτερο μέρος με την Διάπορο του 2008. Στην μύτη χρειάζονταν ακόμη αρκετό χρόνο ώστε το βαρέλι να αφομοιωθεί στο σύνολο και να εμφανίζεται λιγότερο έντονο. Στο στόμα η οξύτητά του ήταν εξαιρετική αλλά η γενική εικόνα του κρασιού ήταν κάπως ασύνδετη. Στο τελείωμα η επίγευση άφηνε κάποιες ζωικές νότες που προσωπικά βρίσκω πως χαρακτηρίζουν το κρασί αυτό από την πρώτη του εμφιάλωση. Συμπερασματικά θα λέγαμε πως είναι ακόμη αρκετά νέο για να κριθεί και χρειάζεται ακόμη χρόνο για να ολοκληρωθεί σαν σύνολο και να δείξει τις πραγματικές του δυνατότητες.

Ακολούθησε ένα αθείωτο ερυθρό από το Roussillon και τον Bruno Duchêne. H Pascole 2008 από Carignan και Grenache είχε αρχίσει να εμφανίζει σημάδια οξείδωσης στην μύτη αλλά κρατούσε ακόμη αρκετά καλά στο στόμα. Χαρακτηριστικό της ήταν η σταθερή ένταση που είχε στο στόμα όντας ένα πολύ δεμένο κρασί με πολύ μαλακό τελείωμα και χυμώδης αίσθηση. Βέβαια, δεδομένου πως είναι ένα αθείωτο ερυθρό που έκανε οδικός όλη την διαδρομή από τα Γαλλο-Ισπανικά σύνορα μέχρι την Νάουσα ήταν λογικό να υστερεί αρωματικά αλλά να κερδίζει στο στόμα και να είναι πολύ πιο εξελιγμένο από όλα τα υπόλοιπα '08 που δοκιμάσαμε.

Τρίτο κόκκινο στην ίδια χρονιά ήταν το "Vinu Petra" από την Αίτνα της Σικελίας. Εκεί ο οινολόγος Salvo Foti μαζί με τους "vignieri" έχει αναλάβει την συνέχιση μίας παράδοσης που κρατάει από το 1435. Τότε ήταν η χρονιά την οποία "i vigneri", οι αμπελουργοί δηλαδή της Κατάνια ενώθηκαν κάτω από αυτό το όνομα θέτοντας κοινούς στόχους. Σήμερα ο στόχος αυτός είναι να παράγουν κρασιά που να αντιπροσωπεύουν όσο το δυνατόν καλύτερα το πολύ ιδιαίτερο terroir γύρω από την Αίτνα επενδύοντας σε φυσικές και βιοδυναμικές μεθόδους.

Το "VinuPetra" αρωματικά θύμιζε γλυκά μπαχαρικά όπως το γαρύφαλλο που καλύπτονταν όμως γρήγορα από αρώματα βαρελιού. Στο στόμα ήταν αρκετά μαλακό, σχετικά παχύ με καλή διάρκεια επίγευσης. Αρχικά κέρδισε τις εντυπώσεις αλλά όταν μάθαμε πως η λιανική τιμή του πλησιάζει τα σαράντα ευρώ αναθεωρήσαμε τις απόψεις μας. Από την άλλη βέβαια αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ένα κρασί μπορεί να σταθεί τόσο καλά οινολογικά χωρίς να έχει καθόλου ελεύθερα θειώδη. Για να διώξουμε μάλιστα και την δυσπιστία μας για το κατά πόσο έστεκε αυτός ο ισχυρισμός κάναμε εργαστηριακή ανάλυση η οποία επιβεβαίωσε την έλλειψη θειώδη ανυδρίτη. Επίσης αξιοσημείωτο είναι και το κατάμαυρο χρώμα του το οποία οφείλονταν στην ποικιλία Alicante Bouché η οποία στα μέρη μας είναι γνωστή ως Βάφισσα ή Βάφτρα. Η ποικιλία αυτή χρησιμοποιούνταν για να δώσει έντονο μαύρο χρώμα στα κόκκινα κρασιά στα μέσα του προηγούμενου αιώνα επειδή είναι η μόνη ποικιλία η οποία έχει χρώμα και στην σάρκα του σταφυλιού και όχι μόνο στην φλούδα του. Σήμερα η χρήση της έχει εγκαταλειφθεί και το έντονο χρώμα επιτυγχάνεται με τεχνικά κυρίως μέσα. Οι υπόλοιπες ποικιλίες του Vinu Petra ήταν το Nerello Mascalese, το Nerello Capuccio και το Francisi. Για την τελευταία ποικιλία λέγεται πως έχει πολλά κοινά με το Pinot Noir και θα είχε πολύ ενδιαφέρον να δοκιμάζαμε μία ξεχωριστή οινοποίηση.

Η μοναδική Νεμέα της βραδιάς ήταν το Μικροκλίμα 2005 του Παπαϊωάννου το οποίο μας εξέπληξε με την αρωματική του καθαρότητα και την δροσιστική του φρεσκάδα. Αρωματικά επικρατούσαν ανθώδη αρώματα ενώ στο στόμα οι νότες ξύλου που αρχικά είχαν έντονη παρουσία χάνονταν πολύ γρήγορα. Ήταν ένα πολύ καλό δείγμα του πως κάποια καλά Αγιωργίτικα μπορούν να παλαιώνουν χωρίς κανένα πρόβλημα αφού έδειχνε πως έχει ακόμη μπροστά του αρκετά χρόνια ζωής. Πέρυσι μας το απέδειξε ξεκάθαρα η Νεμέα του Παρπαρούση του 1998 φέτος το Μικροκλίμα του Παπαϊωάννου. Μόνο μελανό σημείο για το κρασί αυτό είναι πως την επόμενη ημέρα είχε χάσει όλη την ένταση των αρωμάτων του και είχε πέσει πάρα πολύ σε σχέση με την μέρα που ανοίχτηκε.

Τσακίζοντας χοιρινές
Εδώ να κάνω μία παρένθεση λέγοντας πως το φετινό καλοκαίρι χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη ζέστη και ελάχιστες βροχές κάνοντας δύσκολη υπόθεση την κατανάλωση κόκκινου κρασιού κατά την διάρκειά του. Η πρώτη βραδιά του Αυγούστου όμως ήταν μία από τις πιο ευχάριστες βραδιές του φετινού καλοκαιριού με την θερμοκρασία να μην ξεπερνάει τους είκοσι βαθμούς και την βροχή να δροσίζει ωραία την ατμόσφαιρα. Συνεπώς, ο καιρός ήταν σύμμαχός μας και τα κόκκινα δοκιμάζονταν πολύ ευχάριστα καθ'όλη την διάρκεια της βραδιάς. Η δροσούλα μας βοήθησε επίσης στο να συνοδέψουμε τα κρασιά μας με τα αντίστοιχα φαγητά δηλαδή κρέατα, τυριά, σάλτσες κλπ. Τις υπόλοιπες μέρες με τον καύσωνα μόνο κανένα γιαουρτάκι θα τρωγόταν ευχάριστα...

Προτού κάνουμε το πέρασμα στα λευκά ήπιαμε ένα νεαρό Ξινόμαυρο. Το Jeunes Vignes του Θυμιόπουλου 2011 είχε τον άχαρο ρόλο να δώσει και πάλι φρεσκάδα στο στόμα μας και να το προετοιμάσει για την μετάβαση από τα κόκκινα στα λευκά. Παρόλα αυτά κέρδισε τις εντυπώσεις με το εκρηκτικό φρούτο στην μύτη, την αέρινη οξύτητα στο στόμα και την λαχταριστή επίγευση που σε κάνει να μην θέλεις να σταματάς να το πίνεις! Που και να περάσει λίγος χρόνος ακόμη και να σταθεροποιηθεί αρωματικά και γευστικά...

Στα λευκά την τιμητική του είχε το Friuli. Η βορειο-ανατολική περιοχή της Ιταλίας που μαζί με την Goriska Brda, την συνέχεια δηλαδή του Collio από την πλευρά της Σλοβενίας, αποτελούν μία από τις πιο σπουδαίες οινικές περιοχές της Μεσογείου όσον αφορά τα λευκά.

Ξεκινήσαμε με ένα Friulano το οποία είχε έντονα αρώματα πεπονιού και κίτρινης κολοκύθας. Στην μύτη τα αρώματα είχαν αρκετή ένταση και διάρκεια αλλά στο στόμα υστερούσε σαφώς σε οξύτητα και τελείωνε απότομα με κοφτή επίγευση. Υπενθυμίζω πως το Friulano είναι το γνωστό μας Tokay για το οποίο οι Ούγγροι μετά την κατοχύρωση του ονόματος ως αποκλειστικά δική τους ονομασία προελεύσεως υποχρέωσαν όλες τις άλλες χώρες να χρησιμοποιήσουν άλλο όνομα.
Η βασική δεκαοκτάδα!

Ακολούθησε το "π-καϊ" 2008 του Γιώργου Παράσχου από την ίδια περιοχή. Εδώ ο παραγωγός ονόμασε την ποικιλία με τον δικό του τρόπο συνδυάζοντας το "π" από το Παράσχος με τα τρία τελευταία γράμματα της ποικιλίας. Το κρασί αυτό είχε ανοιχτεί τέσσερις μέρες πριν αλλά όταν ανοίχτηκε ήταν αρκετά κλειστό και πολύ κατώτερο σε σχέση με το πως δοκιμάζονταν στο οινοποιείο. Γι'αυτό αποφασίσαμε να το αφήσουμε λίγο καιρό μπας και ανοίξει αρωματικά αφού τα λευκά που έχουν γίνει με skin-contact συνήθως βοηθούνται από το οξυγόνο ώστε να είναι πιο εκφραστικά. Παρόλα αυτά, αν και εμφανίζονταν κάπως πιο πολύπλοκο από την πρώτη μέρα και ήταν σίγουρα καλύτερο από το πρώτο λευκό, ήταν κατώτερο των προσδοκιών και δεν δικαίωσε τις δάφνες που το συνόδευαν.

Αυτό που κράτησε ψηλά την σημαία της περιοχής ήταν ένα κρασί από την άλλη πλευρά των συνόρων.  Ήταν η Rebula 2007 του Klinec από την Goriska Brda της Σλοβενίας που αν και δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρωματικά, έδινε μία καταπληκτική αίσθηση στο στόμα. Μία αίσθηση πολύ πλούσια που γέμιζε το στόμα με γεύσεις και έκλεινε με μία ατελείωτη επίγευση. Δεδομένου όμως της πολυπλοκότητάς του και του γευστικού του βάθους μάλλον αδικήθηκε αφού τέτοιου είδους κρασιά χρειάζονται αρκετό χρόνο για να τα εκτιμήσει κανείς όπως πρέπει.

Οι δοκιμές μας ολοκληρώθηκαν με το λευκό "Vinujancu" από τους Vigneri τις Σικελίας και τον Salvo Foti. Ένα λευκό του 2010 από Grecanico, Caricante, αυτόριζο Riesling Renano και Minella. Με πολύ ιδιαίτερη, λεμονάτη μύτη και πολύ γευστικό στόμα η πρώτη εντύπωση που μας έδωσε ήταν εξαιρετική. Το στόμα πέρα από την καταπληκτική οξύτητα έδινε και μία αίσθηση αλμύρας που σπάνια συναντάει κανείς σε κρασί. Το διοξείδιο του άνθρακα γαργαλούσε ευχάριστα τον ουρανίσκο και του έδινε ακόμη πιο δροσιστική αίσθηση ενώ αξίζει να αναφερθεί πως βάση και των εργαστηριακών αποτελεσμάτων ούτε αυτό το κρασί του Salvo Foti δεν περιείχε ελεύθερα θειώδη αλλά διατηρούνταν σε άψογη κατάσταση. Ψάχνοντας λίγο τις σημειώσεις μου είδα πως την αίσθηση αυτήν της αρμύρας στο στόμα την είχα ξαναβρεί στο Vermentino 2011 του οινοποιείου Yalumba από την Αυστραλία.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος των δοκιμών μας ανανεώνοντας το ραντεβού μας για την επόμενη δοκιμή η οποία πιθανότατα θα μας βρει μαζεμένους γύρω από κάποιο τζάκι με χειμωνιάτικους μεζέδες.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Καθέτως, οριζοντίως ...και πλαγίως: Νάουσες

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος μαζευτήκαμε στην ταβέρνα Χάραμα στο Αρκοχώρι για μία δοκιμή κρασιών διαφόρων ποικιλιών και προελεύσεων με επίκεντρο πάντα το Ξινόμαυρο. Φέρνουμε δηλαδή τις δύο τρέχουσες χρονιές Ξινόμαυρου Νάουσας που κυκλοφορούν στην αγορά, μερικά παλαιωμένα Ξινόμαυρα και συμπληρώνουμε με ότι άλλο αρπάξουμε από την κάβα μας. Συνήθως υπάρχει και ένα πολύ καλό Αγιωργίτικο αλλά και καλά κρασιά του εξωτερικού ώστε ο ανταγωνισμός να είναι σκληρός.

Η γευσιγνωσία γίνεται κατά την διάρκεια γεύματος. Πρωτού περάσουμε στην δοκιμή του κάθε κρασιού κάνουμε μία σύντομη παρουσίαση όλων των παραγόντων που συνετέλεσαν στην δημιουργία του. Αυτό συμπεριλαμβάνει, τα εδαφικά και ποικιλιακά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά της χρονιάς και τον τρόπο οινοποίησης. Αφού δοκιμαστεί το κάθε κρασί όλοι οι παρευρισκόμενοι εκφράζουν την γνώμη τους πάνω σε αυτό. Όταν όλοι έχουν πει την άποψή τους δίνεται από τον καθένα μία βαθμολογία από την οποία βγαίνει στο τέλος ένας μέσος όρος. Πολλά από αυτά που δοκιμάζουμε τα ξαναδοκιμάζουμε την επόμενη ημέρα για να δούμε την εξέλιξή τους. Πέρα από το κλασσικό team των πέντε του μπλογκ, στην δοκιμή συμμετείχαν και δύο Γιώργηδες. Ο πρώτος είναι οινολόγος και οινοπαραγωγός στην Νάουσα και ο δεύτερος εμπορεύεται μεσογειακά κρασιά και προϊόντα γαστρονομίας στο Παρίσι.

Ξεκινήσαμε με την Νάουσα 2009 του Διαμαντάκου το οποίο σε πρώτη φάση ήταν έντονα εκφραστικό αλλά πολύ γρήγορα έκλεινε και γίνονταν αρκετά ουδέτερο αρωματικά. Στο στόμα έδειχνε πως οι τανίνες έχουν αρχίσει να ισορροπούν με την οξύτητα αλλά θέλει ακόμη χρόνο στην φιάλη ώστε να δώσει ένα ολοκληρωμένο σύνολο. Να υπενθυμίσω πως το 2009 ήταν μία χρονιά που χαρακτηρίζεται σχετικά ψυχρή.

Ο Παλιοκαλιάς του 2009 ήταν σχετικά κλειστός αρωματικά αφού πριν ανοιχτεί υπέστη μία απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας του. Στο στόμα πάντως διατηρούσε μία εξαιρετική ορυκτή φρεσκάδα συνδυασμού των κλιματικών συνθηκών και των εδαφών από όπου προέρχεται. Την επόμενη μέρα πάντως, κατά γενική ομολογία όλων, δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα.

Κλείσαμε τα 2009 με το Γη και Ουρανός το οποίο είχε πολύ καλή αρωματική ένταση και διάρκεια με αρώματα κέδρου και γλυκού κερασιού. Στο στόμα ήταν εξίσου δυναμικό αλλά σίγουρα θα πρέπει να περιμένουμε ακόμη αρκετό καιρό ώστε να το απολαύσουμε στα καλύτερα του. Μέχρι τότε ποιος το βρίσκει όμως...

Ανεβαίνοντας μία χρονιά επάνω περάσαμε στην Νάουσα 2010 του Διαμαντάκου το οποίο ήταν δείγμα από το χαρμάνι που βρίσκεται αυτήν στιγμή στην δεξαμενή. Αρωματικά είχε καλύτερη αρωματική διάρκεια από αυτό του '09 ενώ το στόμα έδινε μία αέρινη αίσθηση που τελείωνε αφήνοντας πολύ καλή επίγευση. Υπενθυμίζω πως το 2010 ήταν μία δύσκολη χρονιά με πολύ ξηρασία τον Αύγουστο και ατέλειωτες βροχές από τα τέλη Σεπτέμβρη έως τα τέλη Οκτώβρη.

Το Γη και Ουρανός του 2010 ήταν πιο απαλό αρωματικά σε σχέση με αυτό του '09 αλλά εξίσου δυναμικό και διαρκές στο στόμα. Προσωπικά βρήκα τα αρώματα του πιο πολύπλοκα από αυτά της προηγούμενης χρονιάς και ανυπομονώ να το ξαναδοκιμάσουμε τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι!

Συνοψίζοντας τις δύο πρώτες χρονιές που δοκιμάσαμε θα πρέπει να πούμε πως ήταν δύο δύσκολες χρονιές - η κάθε μία για διαφορετικό λόγο- και είναι δύο χρονιές που θα παρουσιάσουν μεγάλο ενδιαφέρον στο μέλλον. Είναι επίσης χρονιές στις οποίες θα φανεί η μαγκιά του κάθε παραγωγού και το πόσο καλά μπορεί να αντιπαλέψει τις δύσκολες συνθήκες. Κατά κάποιο τρόπο, τέτοιου είδους χρονιές είναι και αυτές οι οποίες θα δείξουν ποιοι θα είναι αυτοί που θα συνεχίσουν ψηλά στα χρονιά που έρχονται και ποιοι θα χαθούν στην αφάνεια...

Τα κρασιά της βραδιάς
Ακολούθησε το 2006 του Διαμαντάκου το οποίο εμφάνιζε μεγάλη αρωματική πολυπλοκότητα και θύμιζε από κράνο μέχρι τρούφα ενώ υπήρχαν και πολύ όμορφες νύξεις από άνθη βιολέτας που το έκαναν να θυμίζει Pinot Noir της βουργουνδίας. Παρόλα αυτά η διάρκεια αυτών των αρωμάτων δεν ήταν μεγάλη και το ίδιο συνέβαινε και με την διάρκεια της επίγευσης. Το στόμα ήταν επίσης κοντό και μετά από αυτά που συζητήσαμε με τον παραγωγό αλλά και από αυτά που έχουμε συμπεράνει δοκιμάζοντας το κρασί σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα φαίνεται καθαρά πως αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της περιοχής. Δίνει δηλαδή ξινόμαυρα που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά φίνα αρωματικά και εύκολα να καταναλωθούν νέα σε σχέση με άλλα κρασιά της ίδιας ποικιλίας. Στερούνται όμως του μεγάλου δυναμικού παλαίωσης που χαρακτηρίζει την ποικιλία. Ένα ακόμη στοιχείο όμως που θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας είναι πως το 2006 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την περιοχή της Νάουσας με αρκετές βροχές και χαμηλές θερμοκρασίες. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι από τις πρώτες χρονιές που ο παραγωγός ανέλαβε εξ ολοκλήρου την οινοποίηση και έχει ακόμη μπροστά του δρόμο μέχρι να τελειοποιήσει την τεχνική και τις μεθόδους του.

Τρεις χρονιές παρακάτω, το Γη και Ουρανός του 2003 ήταν αρωματικά μέχρι τώρα το πιο γήινο της δοκιμής χωρίς να έχει χάσει όμως πολύ από το φρούτο του. Στο στόμα η οξύτητες ήταν ακόμη σε εξαιρετικά επίπεδα και οι τανίνες έδειχναν πως χρόνο με το χρόνο λιώνουν αργά αλλά σταθερά. Η πρώτη εμφιάλωση του παραγωγού κάθε φορά που την δοκιμάζουμε επιβεβαιώνει την ρήση "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται"!

Ακολούθησε η Ράμνιστα του 2000. Χρονιά αγαπημένη για το κρασί αυτό αφού στην Γαλλία το είχα παρουσιάσει σε αρκετές δοκιμές σαν αιχμή του δόρατος του ελληνικού κρασιού με μεγάλη επιτυχία. Στην μύτη αρχικά έβγαζε ωραία αρώματα ντομάτας με γήινες νότες τρούφας. Γρήγορα όμως άρχισε να πέφτει και να εμφανίζει σημάδια κούρασης. Το στόμα ήταν πολύ πιο κάτω από τις προσδοκίες αλλά και από αυτό που φανέρωνε η μύτη. Ασύνδετο, με σφιχτό και δύσκολο τελείωμα έδειχνε πως κάτι δεν είχε πάει καλά. Πιθανότατα αυτό να συνέβη γιατί σε κάποια στάδιο της ζωής της φιάλης υπήρξαν κακές συνθήκες συντήρησης. Δυστυχώς αυτό είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει σε αρκετά κρασιά και ειδικά σε παλαιωμένα των οποίων την διαδρομή μέχρι το τραπέζι μας αγνοούμε. Αναρωτιέμαι πόσα χέρια να είχε αλλάξει άραγε αυτή η Ράμνιστα προτού να φτάσει στο ποτήρι μας...

Στην ίδια χρονιά δοκιμάστηκε επίσης και ο Πήγασος του Μαρκοβίτη. Στην αρχή η μύτη ήταν ελαφρώς αναγωγική αλλά γρήγορα άρχισε να δείχνει έναν πιο καθαρό χαρακτήρα που είχε αντέξει πάρα πολύ καλά το πέρασμα του χρόνου. Στο στόμα διατηρούσε ακόμη την ζωντάνια του και τον δυναμισμό του ενώ οι τανίνες του ωριμάζουν αργά αργά δίνοντας του την προοπτική να κρατηθεί στο επίπεδο αυτό για τουλάχιστον πέντε ακόμη χρόνια.

Η "διαγώνια" δοκιμή των Ξινομαύρων της Νάουσας έκλεισε με αυτήν του Μελιτζανή του 1995 αλλά δυστυχώς το κρασί αυτό δεν είχε κρατήσει στο χρόνο. Όταν ανοίχτηκε δοκιμάζονταν ακόμη αρκετά καλά αλλά η πολύ ζέστη σε συνδυασμό με την μεταφορά του μέχρι το Αρκοχώρι το αποτελείωσαν. Για αυτό λοιπόν είναι καλό να μην πολυ-ταλαιπωρούμε τις παλιές φιάλες, να τις δοκιμάζουμε επί τόπου, να αποφεύγουμε τις πολλές αλλαγές κλίσης και τις πολλές μετακινήσεις γενικότερα...

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος των δοκιμών μας. Το ξινόμαυρο επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά πως είναι μία ποικιλία η οποία επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους παράγοντες που συντελούν στην δημιουργία του. Κάθε χρονιά δίνει πολύ έντονο το στίγμα της, κάθε παραγωγός αποτυπώνει το στυλ του και κάθε αμπελοτεμάχιο φανερώνει ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Έτσι, η Νάουσα με το Ξινόμαυρο παρουσιάζει μία πολυ μεγάλη ποικιλομορφία που την κατατάσσει στην λίστα με τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του οινικού κόσμου!

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε όλα τα υπόλοιπα κόκκινα αλλά και μερικά λευκά από διάφορα μέρη του κόσμου...

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Ψημένο ψωμί από τον Καναδά!

Ήταν τον περασμένο Νοέμβρη σε ένα Bistrot του Μόντρεαλ όταν ο Καναδός οινοπαραγωγός Norman Hardie μας είχε χαρίσει μία φιάλη από το Chardonnay του για να πάρουμε μαζί μας και να δοκιμάσουμε στην Ελλάδα. Λίγο παραπάνω από μισό χρόνο μετά, μία ζεστή μέρα του Ιουνίου, το λαμπερό-χρυσό Chardonnay έρεε δροσιστικό στα ποτήρια μας.

Ο Norman Hardie έχει σπουδάσει στην Βουργουνδία και έχει ταξιδέψει σε διάφορα σημεία του κόσμου για να συμμετάσχει στην παραγωγή κρασιών και να κερδίσει εμπειρίες. Έπειτα από μερικά χρόνια, επέστρεψε στην πατρίδα του, το Νότιο Οντάριο, για να ξεκινήσει την δική του επιχείρηση η οποία μετρά σήμερα 120 στρέμματα με αυξητικές τάσεις. Ο ίδιος θεωρείται από τα κορυφαία ονόματα του Καναδικού κρασιού ενώ το οινοποιείο του έχει πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα.

Το Chardonnay που δοκιμάσαμε φέρει την ονομασία "cuvee L" που αναφέρεται στην μικρή αδερφή του παραγωγού που λέγεται Λίζα. Δοκιμάζοντας το, το πρώτο πράγμα που μας ήρθε στην μύτη ήταν μυρωδιά από ψημένο ψωμί. Ένα πολύ έντονο χαρακτηριστικό του βαρελιού, ευχάριστο αρχικά αλλά λίγο μονότονο στην συνέχεια. Στο στόμα η οξύτητα ήταν πάρα πολύ καλή χωρίς όμως να του λείπει η λιπαρότητα του Chardonnay, κάνοντας το να θυμίζει λευκό της νότιας Βουργουνδίας. Στο τελείωμα κυριαρχούσε και πάλι το έντονο άρωμα ψημένου ψωμιού και μόνο αφού το κρασί πήρε λίγη θερμοκρασία παραπάνω άρχισε να βγάζει κάποια αρώματα εσπεριδοειδών.

Η γενική εντύπωση που μας άφησε ήταν σχετικά καλή. Το στόμα ήταν εξαιρετικά στημένο και δρόσιζε ευχάριστα αν και το έντονο βαρέλι το έκανε κάπως κουραστικό από ένα σημείο και μετά. Αυτό πάντως που μας έκανε φοβερή εντύπωση είναι πως για λευκό του 2008 είχε τρομερή ζωντάνια και αν δεν το γνωρίζαμε θα ήμασταν σίγουροι πως μιλούσαμε για φρέσκο κρασί του 2011. Ούτε το χρώμα, ούτε τα αρώματα, ούτε το στόμα έδειχναν τα σημάδια της ηλικίας και σίγουρα είναι ένα κρασί που μπορεί να πάει ακόμη πολύ βαθιά στο χρόνο χωρίς κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, όταν τα αρώματα του βαρελιού ενσωματωθούν στο σύνολο θα μιλάμε για ένα σπουδαίο κρασί πολύ ωφελιμένο από την πάροδο του χρόνου. Δεν είναι τυχαίο πως το 2008 είναι η τρέχουσα χρονιά για τα κρασιά του οινοποιείο του Norman Hardie.

Να λοιπόν που ο Καναδάς, πέρα από τα ice wine για τα οποία φημίζεται, μπορεί να παράγει πολύ ενδιαφέροντα ξηρά κρασιά. Το 12% αλκόολ άλλωστε είναι κάτι που σπάνια συναντά κανείς σε ποιοτικά κρασιά. Με τις τελευταίες τάσεις που θέλουν τα κρασιά να επιστρέφουν σε λογικά ποσοστά αλκοόλ -τα δεκατεσσάρια έχουν πράγματι αρχίσει να κουράζουν- οι βόρειες περιοχές κρατάν στα χέρια τους ένα σημαντικό πλεονέκτημα!

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Syrah με τα μάτια κλειστά vol.2

 Το δεύτερο μέρος της δοκιμής ξεκίνησε πολύ δυναμικά. Τόσο δυναμικά μάλιστα που δεν αφήνει περιθώρια για πρόλογο και με αναγκάζει να μπω κατευθείαν στο δια ταύτα. Το κρασί που άνοιξε το δεύτερο μέρος ήταν ένα πραγματικό νέκταρ. Εξαιρετική μύτη με τα κόκκινα φρούτα να πλαισιώνονται πανέμορφα από μπαχαρένιες νότες που του έδιναν μεγάλη πολυπλοκότητα. Μία ανεπαίσθητη μόνο αίσθηση οξείδωσης πρόδιδε την μεγάλη ηλικία του αλλά δεν μείωνε καθόλου την ευχαρίστηση που ένιωθε κανείς φέρνοντας το ποτήρι κάτω από τα ρουθούνια του. Στο στόμα έμπαινε πολύ δυναμικά, διατηρούσε ακόμη το νεύρο του και τελείωνε εκπληκτικά αφήνοντας ευχάριστη αίσθηση για αρκετή ώρα από την στιγμή της κατάποσης. Ήταν ένα Αυστραλέζικο Shiraz του 1997 από τo οινοποιείο Hardys (Eileen Hardy) που παρά τα χρονάκια του δοκιμάζονταν άψογα. Πιθανότατα να ήταν και η καλύτερη στιγμή για να το πιει κανείς αφού φαινόταν πως αν το φυλάγαμε έναν χειμώνα ακόμη ο χαρακτήρας του θα άρχιζε να αλλοιώνεται. Να λοιπόν που και ο νέος κόσμος φτιάχνει εξαιρετικά κρασιά παλαίωσης που αξίζει τον κόπο να τα ψάξει κανείς, να τα βάλει στο κελάρι του και να τα αφήσει εκεί για μερικά χρονάκια!

Μετά από αυτό, το επόμενο κρασί θα έπρεπε να βάλει τα δυνατά του για να μας εντυπωσιάσει. Κάθε άλλο όμως, η μύτη ήταν πολύ κακή και το στόμα άγαρμπο και επιθετικό. Ήταν μία κακοσυντηρημένη Syrah Μπουτάρη 2000 που λόγω χρονιάς είχαμε πιστέψει πως θα μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα στα υπόλοιπα. Αγνοούμε τις συνθήκες φύλαξης προτού φτάσει στα χέρια της αλλά υποθέτουμε πως ήταν χείριστες. Παρεμπιπτόντως η αντίστοιχη μονοποικιλιακή του Κυρ-Γιάννη είναι εξαιρετική

Πάνω λοιπόν που η γευστική μας ξανάρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα επανήλθαμε σε πολύ υψηλά στάνταρτς. Το ποτήρι μας γέμιζε τώρα με ένα κρασί του οποίου η πιπεράτη μύτη δεν άφηνε καμία αμφιβολία πως ήταν Syrah του Βόρειου Ροδανού. Βατόμουρο, κεράσι, ελιά, δαμάσκηνο και πολλά ακόμη αρώματα που γίνονταν διακριτά όσο περνούσε η ώρα ήταν μερικά μόνο από τα αρώματα που συμπλήρωναν το υπέροχο αρωματικό του μπουκέτο όσο περνούσε η ώρα. Το στόμα χαρακτηρίζονταν από μεταλικότητα που έφερνε στο νου τους παμπάλαιους γρανίτες του Cornas και λιωμένες τανίνες που άφηναν δαντελένια αίσθηση στο τελείωμα. Το κορυφαίο αυτό κρασί ήταν το Cornas Reynard 2006 του Thierry Allemand, ενός εκ των σπουδαιότερων οινοπαραγωγών του Ροδανού. Με ελάχιστη έως μηδενική προσθήκη θειώδης ανυδρίτη και όσο το δυνατόν πιο φυσική προσέγγιση ο Thierry Allemand παράγει κρασιά που όχι μόνο αντέχουν στον χρόνο αλλά και που σε όποια στιγμή της ζωής και αν καταναλωθούν προσφέρουν μία εκπληκτική οινογευστική εμπειρία και φανερώνουν όλο το μεγαλείο της ποικιλίας αλλά και του τερρουάρ της.

Πιθανότατα η δοκιμή θα έπρεπε να τελειώσει κάπου εκεί αφού τίποτα άλλο δεν θα είχε πια την δυνατότητα να μας συγκινήσει αλλά μας έμεναν ακόμη τρία κρασιά προς δοκιμή. Το πρώτο από αυτά τα τρία ήταν ένα πολύ εκφραστικό κρασί αλλά με μύτη που θυμίζει ζαχαρωτά, γλειφιτζούρια και άλλες παιδικές λιχουδιές! Στο στόμα δε, ήταν πολύ ευκολόπιοτο, μαλακό όσο δεν πάει και πινόταν σαν φρουτοχυμός. Ήταν ένα Syrah δεξαμενής από το Stenimahos Crest winery το οποίο δύσκολα θα συγκινούσε έναν φτασμένο οινόφιλο. Είναι όμως ότι καλύτερο για να προσηλυτίσει στον κόσμο του κρασιού ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι συνηθισμένοι να πίνουν κρασί και θέλουν κάτι μαλακό, εύκολο και παιχνιδιάρικο ώστε να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο οινικό σύμπαν.

Ακολούθησε κάτι που έδειχνε να είναι πολύ νέο και δεν έμοιαζε και πολύ με Syrah παρά τις πιπεράτες νότες που έβγαζε αρωματικά. Ξεκίνησε όντας πολύ εκφραστικό αλλά στην συνέχεια άρχισε να σφίγγεται και να κλείνει. Στο στόμα ήταν αρκετά ανάλαφρο έως άδειο με τις τανίνες να είναι μαλακές αλλά το τελείωμα να είναι κάπως κοφτό. Ήταν ένα νεαρό αθείωτο Αγιωργίτικο που αποτέλεσε την δεύτερη "παραφωνία" της δοκιμής και ξεγέλασε αρκετούς από εμάς.
Το τελευταίο κρασί της σειράς ήταν αρχικά πολύ ντροπαλό απέναντι μας και χρειάστηκε λίγη ώρα και μερικά στριφογυρίσματα στο ποτήρι μας μέχρι να αρχίσει να εκφράζεται καλύτερα. Στο στόμα έμπαινε με μέτρια ένταση αλλά τελείωνε πολύ πιο δυναμικά και άφηνε εξαιρετική επίγευση. Ήταν μία αμερικάνικη Syrah του 2009 από το Edmund St John. Στην ετικέτα υπήρχε επίσης η ένδειξη Wylie που δεδομένου ότι το οινοποιείο έχει φιλοσοφία παλαιού κόσμου υποθέσαμε πως πρόκειται για αμπελοτεμάχιο. Επίσης ένα αθείωτο κρασί, το τρίτο στα τελευταία τέσσερα που δοκιμάσαμε και το οποίο αποδεικνύει πως η τάση για μείωση του θειώδη ανυδρίτη όχι απλά εξαπλώνεται αλλά δίνει και εντυπωσιακά κρασιά. Το συγκεκριμένο είχε χαρακτήρα, καθαρά αρώματα, φινέτσα και κατάφερε μαζί με το Αυστραλέζικο και αυτό του Cornas να μπει στην καλύτερη τριάδα από όσα δοκιμάσαμε.

Συνοπτικά λοιπόν στις τρεις καλύτερες Syrah βρίσκουμε δύο νεοκοσμίτισες -η μία με παλαιοκοσμίτικη προσέγγιση-, και ένα Syrah από τον τόπο καταγωγής του. Επίσης από τα τρία τα δύο είναι αθείωτα και όπως έγραψα και προηγουμένως δείχνει την μεγάλη βελτίωση που έχει γίνει στο κομμάτι αυτό.

Κλείσαμε με φαγοπότι που περιλάμβανε τα υπόλοιπα των μπουκαλιών συνοδεία μπριζόλας ψημένης από τον μέγα σεφ Άρη και φρεσκοκομμένης πράσινης σαλάτας. Ως γνωστόν το καλό είναι απλό και αν οι πρώτες ύλες είναι καλές, σάλτσες, πολλά μπαχάρια και άλλα μασκαρέματα είναι περιττά...

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Syrah με τα μάτια κλειστά! vol.1

Πρώτα απ'όλα να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Η Syrah είναι ποικιλία γένους θηλυκού. Όπως και οι συνοτοπίτισσες της, Marsanne και Rousanne έτσι και αυτή είναι μία κυρία με καταγωγή τον Ροδανό και όχι ουδέτερο "το Syrah" όπως δηλαδή λέμε το Ξινόμαυρο ή το Merlot. Και εννοείτε σε καμία περίπτωση δεν είναι το Σιράχ ή το Σιράκ που συνηθίζουν να λένε οι παλιότεροι!

Στις 28 του Οκτώβρη λοιπόν αντί για παρέλαση μαζευτήκαμε με μία παρέα καλών φίλων -με τους συνήθεις ύποπτους δηλαδή-, ετοιμάσαμε μία καλή πιατέλα τυριά-αλλαντικά και στρωθήκαμε στο τραπέζι με τα ποτήρια ανά χείρας περιμένοντας την blind tasting master Μαρία να κάνει παιχνίδι με τις δώδεκα φιάλες που σκοπεύαμε να δοκιμάσουμε τυφλά. Τιμώμενη ποικιλία η μεγάλη κυρία του Ροδανού -τώρα που το ξέρουμε το μάθημα- η Syrah.

Ξεκινήσαμε με ένα παχύ μαύρο κρασί, προϊόν μεγάλων εκχυλίσεων, όχι άσχημο στην μύτη και αρκετά ανάλαφρο στο στόμα σε σχέση με αυτό που θα περίμενε κανείς από το χρώμα του. Αν εξαιρέσει κανείς τις σχετικά αδούλευτες τανίνες ήταν κάτι αρκετά ευχάριστο και πήρε πάνω κάτω καλές κριτικές από όλους όσους δοκίμαζαν. Ήταν ένα ελληνικό Syrah 2008 από την Στερεά Ελλάδα του οινοποιείου Λύτρα για το οποίο όμως δεν κατάφερα να βρω περισσότερες λεπτομέρειες όσο και αν έψαξα στο διαδίκτυο.


Το δεύτερο κρασί ήταν αρκετά εκφραστικό αλλά σίγουρα δεν έφερνε σε Syrah. Βαθύ με αρκετά καλή διάρκεια αλλά χωρίς να λέει πολλά πέρα από αυτό ήταν η μικρή παραφωνία ανάμεσα στα έντεκα -τελικώς- syrah που δοκιμάσαμε. Ήταν ένα Cabernet Sauvignon 2004 του Παπαϊωάννου από την Νεμέα. Μας μπέρδεψε αρκετά είναι η αλήθεια αλλά παρόλα αυτά δύσκολα θα περνούσε για Syrah. Αν όμως το δούμε απλά σαν κρασί οποιασδήποτε ποικιλίας, κρίνοντας και από τον φελλό που έφερε, είναι ένα κρασί που φτιάχτηκε για να καταναλωθεί πιο νέο από όσο το ήπιαμε και σίγουρα διατηρούνταν πάρα πολύ καλά μέχρι τώρα.

Ακολούθησε ένα κρασί πολύ πιο κλειστό από τα άλλα δύο που άνοιγε πολύ αργά μέσα στο ποτήρι μας. Ακόμη και τότε όμως δεν προσέφερε κάτι ιδιαίτερο αρωματικά ενώ και στο στόμα ήταν κενό με άγριο τελείωμα και καμία ομοιογένεια μεταξύ οξύτητας τανινών και ξύλου. Ήταν ένα Syrah με ένα μικρό μέρος λευκής ποικιλίας από ελληνικό οινοποιείο που σαφέστατα θέλει ακόμη δουλειά για να πείσει.

Το αμέσως επόμενο ήταν πολύ αναγωγικό κρασί και του δώσαμε χρόνο για να εκφραστεί πιο σωστά. Παρόλα αυτά όμως μέχρι και το τέλος της δοκιμής αλλά και του γεύματος που την ακολούθησε, δεν έδειξε κάτι καλύτερο και συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί.

Μετά από όλα αυτά ήρθε επιτέλους ένα κρασί με όμορφη μύτη να αλλάξει το σκηνικό προς το καλύτερο αν και αυτό ακόμη δυσκολεύονταν κάπως να εκφραστεί και ήταν αρκετά ντροπαλό αρωματικά. Το στόμα ήταν μάλλον λίγο επίπεδο και το τελείωμα κάπως δύσκολο. Ήταν το Syrah Gerntilini 2007 που το έχουμε δοκιμάσει και σε πολύ καλύτερες στιγμές του.

Αυτό μας το απέδειξε το αμέσως επόμενο κρασί που δεν ήταν αλλο από το Syrah 2008 του ίδιου παραγωγού. Με πολύ ωραίο φρούτο στη μύτη, πιο εκφραστικό από το πρώτο και πολύ καλύτερη οξύτητα, έβαζε τα πράγματα στην θέση τους και έδειχνε πως η Κεφαλλονιά μπορεί να μην είναι Ροδανός αλλά δεν τα πάει και άσχημα με την Syrah.

Εδώ να κάνω μία μικρή παρένθεση και να πω πως όλα όσα δοκιμάζαμε συνοδεύονταν από υπέροχα τυριά και αλλαντικά. Τα τυριά ήταν όλα τοπικής παραγωγής από το τυροκομείο Τρεμπελή από την Νάουσα. Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε το πιπεράτο Ναούσης. Τα αλλαντικά και το ντεκόρ τα είχε επιμεληθεί ο Άρης ενώ οι ελιές ήταν σπιτικής παραγωγής από τον Παλιοκαλιά!

Είχαμε μία μικρή διαφωνία πάνω στο αν είναι καλύτερα να δοκιμάζουμε χωρίς καθόλου φαγητό ή αν είναι καλύτερα να βάζαμε κάτι στο στόμα μας προκειμένου να αλλάζουμε την γεύση μας και να μην μας κουράζουν οι τανίνες. Η αλήθεια είναι πως η δική μας παρέα δεν δοκιμάζει για επαγγελματικούς λόγους και ούτε θέλουμε να αποδείξουμε κάτι. Το κάνουμε επειδή γουστάρουμε την όλη ιστορία και πάνω απ' όλα προσπαθούμε να περνάμε καλά και να δοκιμάζουμε με φίλους μερικές από τις φιάλες που έχουμε στην κάβα μας. Παράλληλα όμως βγάζουμε χρήσιμα συμπεράσματα και εμπλουτίζουμε τις οινικές μας γνώσεις. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου ντε!

Επιστρέφοντας στα της δοκιμής, η πρώτη εξάδα είναι η αλήθεια δεν πήγε και πολύ καλά γιατί τα περισσότερα από όσα δοκιμάσαμε δεν ξέφευγαν από την μετριότητα. Απ' ότι φαίνεται όμως, η blind tasting master μας κρατούσε τα καλύτερα για το τέλος. Ξένοι αμπελώνες, φυσικά κρασιά, κρασιά έκπληξη, όλα περίμεναν με ανυπομονησία την ώρα που θα βουτούσαν στο ποτήρι μας!


Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λίγηρας - Chenin Blanc: Σταθερές αξίες!

Αδιαμφισβήτητα, το καλύτερο μέρος για φαγητό και καλό κρασί στην Νάουσα είναι η βεράντα του σπιτιού μου. Κουζίνα κατά παραγγελία, τα καλύτερα υλικά, ατελείωτη γκάμα συνταγών, ντόπια προϊόντα, φιλικό περιβάλλον (!), εξαιρετική θέα, καλή παρέα διαθέσιμη κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας ή και αυθόρμητα.

Η κάβα πάλι είναι μοναδική! Σπάνιες εσοδείες, ψαγμένες ετικέτες από όλο τον κόσμο με μεγάλο ποσοστό από βιοδυναμικά και "φυσικά" κρασιά, σωστές συνθήκες συντήρησης και σερβιρίσματος και πάνω απ'όλα τιμές κάβας ή ακόμη και οινοποιείου!

Έτσι και την περασμένη παρασκευή το μεσημέρι είχαμε "κλείσει τραπέζι" για απολαύσουμε μοσχαρίσιο συκώτι όπως μόνο η μητέρα μου ξέρει να ετοιμάζει. Η ιδιαίτερη υφή και γεύση του συκωτιού -που αποτελεί μεζέ αγαπημένο- πάντα με δυσκόλευαν να το ταιριάξω με κόκκινο κρασί και οι μέχρι τώρα απόπειρες που είχα κάνει έβγαιναν αποτυχημένες.

Μόλις ειδοποιηθήκαμε για την λιχουδιά που μας περίμενε ακολούθησε ο εξής διάλογος:
-Αποστόλη, λευκό;
-Ναι
- ...
-Τι λευκό;
-Μεγάλο;
-Μεγάλο!
Διάλογος απλός και σύντομος αφού ως γνωστών οι πιο σωστές αποφάσεις είναι οι αποφάσεις που παίρνονται σύντομα.

Να μαι λοιπόν στο κελάρι να ψάχνω για κάτι "μεγάλο"
Πολύ συχνά όταν ακούω αυτήν την λέξη ο νους μου πάει στο Chenin Blanc. Είναι που αγαπώ πολύ αυτήν την ποικιλία; Είναι γιατί έχω σπάσει τα μούτρα μου με κάτι δήθεν σπουδαία Chardonnay; Είναι πάντως σίγουρο πως πάντα με δικαιώνει!

Λίγη ώρα μετά είμαστε στο τραπέζι με ένα Saumur Blanc 2006 από το Domaine du Collier να φιγουράρει κίτρινο λαμπερό μέσα στα ποτήρια μας.
Αρωματικά κυριαρχούσαν μεταλλικά αρώματα που θύμιζαν μπαρούτι αλλά η αρχικά πολύ έντονη ορυκτότητα λέπταινε όσο περνούσε η ώρα και πλαισιώνονταν με διακριτικές φρουτώδεις νότες.
Στο στόμα ήταν ο ορισμός του μεγάλου. Κρυστάλλινη οξύτητα, ένταση που το έκανε να δονείται σε κάθε γωνιά της στοματικής κοιλότητας και ένα απίθανο διαρκές τελείωμα που το άφηνε να μας μαγεύει για πολύ ώρα μετά την τελευταία γουλιά.

Έτσι λοιπόν αποδείχτηκε πως το Chenin αποτελεί -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- εγγύηση για μεγάλες συγκινήσεις και ο Λίγηρας αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά περιοχή με πολλούς κρυμμένους θυσαυρούς!

Ο παραγωγός φυσικά δεν είναι κάποιος τυχαίος αφού πρόκειται για τον Antoine Foucault, γιο και ανιψιό των αδερφών Foucault του διάσημου Clos Rougeard. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν υποβαθμίζει την αξία της ποικιλίας και του terroir που την αναδεικνύει αφού και λιγότερο αναγνωρισμένοι παραγωγοί της περιοχής όπως π.χ. ο Richard Leroy μπορούν και κάνουν θαύματα...

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Καθέτως, οριζοντίως, ...ακόμη και πλαγίως: Τα παλαιωμένα

Αφού είχαμε φτάσει ήδη περίπου στα μισά του δρόμου κάναμε ένα διαλειμματάκι προτού περάσουμε στο δεύτερο μέρος των δοκιμών μας όπου θα συνεχίζαμε με παλαιότερες εσοδείες Ξινόμαυρου και μερικά ακόμη κρασιά.

Ξεκινήσαμε το δεύτερο μέρος με τον Πήγασο 2003 του Μαρκοβίτη τον οποίο έχουμε δοκιμάσει πάμπολλες φορές και το τελευταίο διάστημα χαρακτηρίζεται από αστάθεια. Έτσι και το Σάββατο αυτό δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες μας και ήταν κατώτερος από αυτό που γνωρίζουμε. Το στόμα βέβαια ήταν και πάλι ευχάριστο και ισορροπημένο αλλά η μύτη ήταν αρκετά κουρασμένη και αυτό έβγαινε και στην επίγευση αφήνοντας άσχημη εντύπωση. Τα σκαμπανεβάσματα αυτά αποτελούν ερωτηματικό ακόμη και για τον ίδιο τον οινοπαραγωγό αφού το συγκεκριμένο κρασί δοκιμάζονταν σταθερά καλά μέχρι και πριν λίγους μήνες.

Το 2003 του Θυμιόπουλου, από μία παρτίδα που δεν είχε καταφέρει να γίνει Γη και Ουρανός, ήταν κάπως κλειστό στην μύτη αλλά άνοιγε δειλά δειλά. Το στόμα όμως ήταν καταπληκτικό. Έμοιαζε πολύ νεαρότερο από την ηλικία του και είχε μία τρομερή μεταλλικότητα που του έδινε μοναδική φρεσκάδα. Από τις μεγάλες εκπλήξεις της βραδιάς!

Ο Πήγασος του 2001 χαρακτηρίζονταν από φινέτσα, πολύ καλή τανική δομή και διάρκεια στο στόμα. Προσωπικά, από τις ουκ ολίγες φορές που έχω δοκιμάσει το κρασί αυτό, πιστεύω πως την φορά αυτήν δοκιμάζονταν καλύτερα από κάθε άλλη.

Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τον Πήγασο του 2000. Εξαιρετικό κρασί που σε κάθε δοκιμή έπιανε υψηλά στάνταρ, αυτήν την φορά έμοιαζε πεθαμένο και απομακρύνθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τα ποτήρια μας. Προφανώς κάτι δεν πήγαινε καλά με την συγκεκριμένη φιάλη.

Σπάζοντας λίγο το "κατεστημένο" των Ξινομαύρων, ενδιάμεσα δοκιμάσαμε και μία Νεμέα Reserve 1998 του Παρπαρούση. Η μύτη ήταν λίγο βαριά αρχικά αλλά στην συνέχεια βελτιώνονταν αισθητά. Το ιδανικό θα ήταν να την βάζαμε σε καράφα αλλά αν το κάναμε αυτό για όλα τα κρασιά που χρειάζονταν καράφα εκείνο το βράδυ, θα γεμίζαμε καράφες και θα ήταν πολύ δύσκολο να ρυθμίσουμε τις θερμοκρασίες. Βολευτήκαμε λοιπόν με τον αερισμό στο ποτήρι μας και παρά τα τερτίπια της μύτης, το στόμα ήταν εξαιρετικό. Οι τανίνες ήταν αρμονικά δεμένες με την οξύτητα και η επίγευση ήταν ατελείωτη. Να λοιπόν που ένα Αγιωργίτικο ήταν από τα κορυφαία τις βραδιάς και φτιαγμένο από έναν Πατρινό οινοπαραγωγό, ήρθε και πούλησε τσαμπουκά μέσα στην Νάουσα!

Επιστρέψαμε στα Ξινόμαυρα και από εκείνο το σημείο και μετά, ουσιαστικά κάναμε κάθετη του κτήματος Μαρκοβίτη. Ο Πήγασος του 1997 ήταν αρκετά κουρασμένος και παρόλο που κρατούσε ακόμη λίγη ζωντάνια στο στόμα, έσβηνε απότομα και δεν ικανοποιούσε.

Έντεκα χρονιές πιο πίσω, στο 1986, το ίδιο κρασί μάγεψε και τους επτά παρευρισκομένους. Η μύτη δεν είχε ίχνος οξείδωσης αλλά ένα φοβερό φρούτο με κυρίαρχο το κράνο. Το στόμα ήταν ακούραστο και δυναμικό με λαχταριστή επίγευση και ήταν η αποθέωση του Ξινόμαυρου της Ναούσης και μία ατράνταχτη απόδειξη πως όταν μιλάμε για Ξινόμαυρο Ναούσης μιλάμε για κρασιά που δεν φοβούνται τον χρόνο. Να σημειώσω πως η φιάλη αυτή ήταν η δεύτερη που ανοίχτηκε διότι η πρώτη είχε πρόβλημα φελλού. Ευτυχώς ο παραγωγός είχε την έμπνευση να φέρει δύο φιάλες και έτσι δεν στερηθήκαμε μία τόσο μεγάλη συγκίνηση.

Οι παραπάνω απόψεις σχετικά με την Νάουσα και την παλαίωση επιβεβαιώθηκαν με μία ακόμη παλαιά φιάλη του ίδιου παραγωγού, αυτήν την φορά από το 1982. Με τρομερά φίνο και καθαρό άρωμα και στόμα που κρατούσε ακόμη σε καλό επίπεδο, δεν έφτανε αυτό του 1986 αλλά ήταν επίσης ένα τρομερό κρασί που η δοκιμή του αποτελούσε εμπειρία για όλους μας.

Κλείσαμε την κάθετη του Πήγασου με το 1981 το οποίο δεν ήταν τόσο καθαρό αρωματικά όσο τα δύο προηγούμενα αλλά δεν έπαυε να στέκεται αξιοπρεπώς στο ποτήρι μας παρά τα τριάντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τον τρυγητό του.

Πρωτού περάσουμε στα γλυκά για να κλείσουμε την βραδιά, δοκιμάσαμε δύο ακόμη νεαρότερα κόκκινα τα οποία όμως μετά από όλα αυτά τα διαμάντια που δοκιμάσαμε νωρίτερα αδικήθηκαν και δεν μπόρεσαν να κριθούν δίκαια.

To πρώτο από το Clos Ouvert και την ποικιλία Pais είναι ένα εξαιρετικό κρασί από την Χιλή και για μένα προσωπικά είναι ότι καλύτερο έχω δοκιμάσει από αυτήν την χώρα και ίσως από όλο τον νέο κόσμο. Δυστυχώς την βραδιά εκείνη δεν κατάφερα να το εκτιμήσω όπως θα έπρεπε και προτίμησα να μείνω στις εμπειρίες που είχα αποκομίσει στην πρώτη μου γνωριμία με την συγκεκριμένη ετικέτα πριν δύο χρόνια.

Το ίδιο ισχύει και για το Nebbiolo του Palissero που μετά από όλα τα προηγούμενα δεν μπορούσε να δείξει και πολλά πράγματα και έτσι δεν κρίθηκε.

Φτάνοντας στα γλυκά, έξι μέρες μετά την δοκιμή Ρίσλιγκ που κάναμε, το ξαναφέραμε στο προσκήνιο δοκιμάζοντας αυτήν την φορά ένα Beerenauslese 2010 από το estate Rosenbaum. Εκφραστικότατο με έντονα αρώματα λεμονανθών και άλλων εσπεριδοειδών και μία εντυπωσιακή μάχη σακχάρων-οξύτητας που δημιουργούσε έκρηξη γεύσεων στο στόμα. Μάλλον δεν θα πάψουμε να δοκιμάζουμε Ρίσλιγκ φέτος το καλοκαίρι!

Για το τελείωμα είχαμε αφήσει δύο γλυκά από τον συνεταιρισμό της Σάμου. To Samos Nektar 2006 και το Samos Anthemis 2004. Το πρώτο έβγαζε πολύ έντονα αρώματα καραμέλας και θύμιζε creme brulée αλλά όπως και το δεύτερο ήταν πολύ βαρύ και μετά από όλα αυτά που είχαμε δοκιμάσει και είχαμε φάει ήταν πολύ κουραστικό να δοκιμάζει κανείς κάτι με τόσο μεγάλη περιεκτικότητα σακχάρων. Πόσο μάλλον όταν νωρίτερα είχαμε δοκιμάσει ένα τόσο δορσιστικό Riesling που έκλεψε την παράσταση. Είναι γνωστό πως ο συνεταιρισμός του νησιού κάνει πολύ προσεγμένη δουλειά και οι συνθήκες δεν μας επέτρεψαν να εκτιμήσουμε τα δύο αυτά κρασιά όπως τους αρμόζει.

Όπως και να έχει πάντως, δεδομένου του υψηλού επιπέδου των κρασιών που δοκιμάστηκαν, τις σπανιότητας αρκετών εξ αυτών και του ενδιαφέροντος που παρουσίασαν οι σχολιασμοί που έγιναν πάνω σε ότι δοκιμάστηκε, η δοκιμή αυτή ήταν μάλλον από τις καλύτερες του φετινού καλοκαιριού.
Που να φθινοπωριάσει δηλαδή, να σφίξουν λίγο τα κρύα και να αρχίσουν να ανάβουν και τα τζάκια!
Έχει να πέσει πολύ πολύ Ξινόμαυρο!



(φωτογραφίες μηδέν, ήμασταν πολύ απορροφημένοι για να τραβάμε!)

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Καθέτως, οριζοντίως, ...ακόμη και πλαγίως: Τα νεαρά

Ο Ιούλιος, όπως και ο Αύγουστος είναι πάντα μήνας ζεστός και δύσκολος για τα κόκκινα κρασιά. Με εξαίρεση φέτος που κατά παράδοξο τρόπο η ζήτηση για κόκκινα κρασιά δεν μειώθηκε αισθητά, τους καλοκαιρινούς μήνες τα λευκά κερδίζουν το μερίδιο του λέοντος στην κατανάλωση.
Εμείς εδώ στην Νάουσα λύνουμε το πρόβλημα της ζέστης πολύ απλά ανεβαίνοντας στο βουνό όπου οι συνθήκες σηκώνουν κόκκινο κρασί και έτσι απολαμβάνουμε τα αγαπημένα μας Ξινομαυρα χωρίς πρόβλημα κάθε στιγμή του χρόνου. Έτσι λοιπόν και το Σάββατο στην ταβέρνα "Χάραμα" στο Αρκοχώρι κάναμε μία μεγάλη δοκιμή οι οποία περιλάμβανε πάνω από είκοσι κρασιά εκ των οποίων τα δεκαεπτά ήταν κόκκινα.

Ξεκινήσαμε με το Ροζέ του Bruno Clavelier το οποίο είχε μία πολύ διακριτική βοτανική μύτη και έντονη οξύτητα που το έκανε άκρως καλοκαιρινό. Η οξύτητα αυτή όμως χαρακτηρίστηκε από μερικούς ως κουραστική και αν και προσωπικά μου άρεσε, η γνώμη των περισσότερων ήταν πως με λίγη λιγότερη οξύτητα θα παρουσιάζονταν πολύ καλύτερο.

Το Ροζε από Ξινόμαυρο 2010 του Θυμιόπουλου δεν χρειαζεται συστάσεις. Ένα από τα καλύτερα Ελληνικά Ροζέ, τρομερά εκφραστικό με εξαιρετικές οξύτητες, αποδεικνύει τις πολλαπλές δυνατότητες της ποικιλίας. Από τα Ροζέ περάσαμε στα λευκά. Αγνοώ τον λόγο αλλά μου αρέσουν πάντα οι εναλλαγές χωρίς να ακολουθείται η πεπατημένη.

Για ξεκίνημα τεστάραμε τον Σιδερίτη 2003 του Παρπαρούση. Ο παραγωγός υποστηρίζει πως είναι ένα κρασί που δεν αντέχει στο χρόνο αλλά λόγω της υψηλής του οξύτητας υποθέσαμε πως ίσως να μπορούσε να κρατήσει μερικά χρονάκια παραπάνω. Τελικά ο παραγωγός είχε δίκιο αφού το κρασί είχε γεράσει πάρα πολύ και θύμιζε οίνο τύπου Μαδέρα.

Ακολούθησε το Ασύρτικο Αθήρι του Σιγάλα. Το κρασί αυτό δεν φτάνει τα ποιοτικά επίπεδα της κλασσικής Σαντορίνης και στοχεύει σε κάτι πιο ευκολόπιοτο και προσιτό στο ευρύ κοινό. Στην μύτη επικρατούσε ένα ορυκτό άρωμα που θύμιζε πετρέλαιο αλλά χωρίς να πλαισιώνεται από κάποιο άλλο άρωμα και καταντούσε λίγο μονότονο. Τέτοιου είδους ορυκτά αρώματα είναι χαρακτηριστικά της Σαντορίνης αλλά πολλές φορές επισκιάζουν τα υπόλοιπα αρώματα. Στο στόμα ήταν αρκετά δυναμικό αλλά έπεφτε κάπως απότομα με αποτέλεσμα να μας αφήσει συνολικά μέτριες εντυπώσεις.

Ακολούθησε το Jeunes Vignes 2009 του Θυμιόπουλου. Το απλό Ξινόμαυρο από νεαρά κλήματα δηλαδή που στοχεύει σε ένα λιγότερο ψαγμένο κοινό απ'ότι αυτό του Γη και Ουρανός. Πολύ εκφραστική φρουτώδης μύτη με το δαμάσκηνο να κυριαρχεί και να πλαισιώνεται από έντονα ανθώδη αρώματα. Το στόμα είναι αρκετά απαλό για την ηλικία του αλλά σίγουρα χρειάζεται λίγο χρόνο ακόμη για να εναρμονιστεί σαν σύνολο.

Το Γη και Ουρανός του ίδιου παραγωγού και από την ίδια χρονιά ήταν πολύ διαφορετικό. Το μόνο κοινό σημείο ήταν το έντονο φρούτο της μύτης το οποίο όμως δεν εκφράζονταν με τον ίδιο τρόπο. Το JV είναι ένα κρασί που στα δίνει όλα με την πρώτη. Ανοίγεται χωρίς ενδοιασμό και σου προσφέρει τα πάντα με την πρώτη γνωριμία. Το Γη ξεκινάει πιο διακριτικό και θέλει να παίξεις μαζί του πολύ παραπάνω για να σου δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Έχει πολύ καλύτερη δομή, αρωματικό βάθος και μεγάλη διάρκεια στο στόμα. Με λίγα λόγια, το Γη είναι ένα κρασί για μυημένους ενώ το JV είναι για αυτούς που αποζητούν γρήγορες και έντονες απολαύσεις.

Συνεχίσαμε με τον Παλιοκαλιά του 2009 ο οποίος κυκλοφόρησε νωρίτερα από αυτόν του 2008 λόγο της ετοιμότητάς του. Το 2009 ήταν χρονιά πιο δροσερή και βροχερή από το 2008 και αυτό μεταφράστηκε και στο κρασί. Μην ξεχνάμε πως το Ξινόμαυρο είναι μία κατεξοχήν ποικιλία τερουάρ που "έχει ταλέντο" στο να μεταφράζει τις αλλαγές στις καιρικές συνθήκες. Η μύτη ήταν κάπως κλειστή την βραδιά αυτήν αλλά διέκρινε κανείς άνετα των ανθώδη χαρακτήρα με τις φρουτένιες νότες που αν και κάπως ασυνήθιστη για την ποικιλία αποτελεί χαρακτηριστικό της χρονιάς. Το στόμα ήταν κάπως νεαρό ακόμη αλλά πολύ πιο στρωμένο απ'ότι περιμένει κανείς από ένα τόσο νεαρό Ξινόμαυρο. Σε γενικές γραμμές είναι ένα κρασί που χαρακτηρίζεται από φινέτσα και αέρινο χαρακτήρα.

Ο Παλιοκαλιάς του 2008 έρχεται κάπως πιο δυναμικός. Αν το 2009 είναι θηλυκό τότε το 2008 είναι σίγουρα ένα αρσενικό κρασί. Με αρώματα άλλου τύπου, πιο ώριμα φρούτα και ζωικές νύξεις είναι χωρίς αμφιβολία πολύ πιο πολύπλοκο από τον διάδοχό του. Το στόμα είναι επίσης πιο πλούσιο, έχει καλύτερη τανική δομή και ένταση στο στόμα ενώ εντύπωση προκαλεί η μεταλλικότητα του που θυμίζει αυστηρά εδάφη της Βουργουνδίας όπως αυτό του Latricieres Chambertin. Άλλου τύπου Ξινόμαυρο από αυτό του 2009 που όμως χρειάζεται ακόμη πολύ χρόνο για να δείξει όλες του τις δυνατότητες.

Ακολούθησε το Γη και Ουρανός του 2008. Με πολύ πλούσια αρώματα ωρίμων φρούτων αλλά και γήινα αρώματα που θυμίζουν μεγάλα Nebbiolo η μύτη του ήταν εκπληκτική. Στο στόμα ήταν εξίσου αυστηρό με τον Παλιοκαλιά του '08 και είχε φοβερή τανική δομή που έδειχνε πως το κρασί αυτό βρίσκεται απλά στα πρώτα βήματα της ζωής του και έχει όλο το μέλλον δικό του.

Η δεκάδα των νεαρών κρασιών έκλεισε με την Νάουσα 2007 του Διαμαντάκου. Πολύ εκφραστική μύτη με ανθώδη, τριανταφυλλένιο χαρακτήρα αλλά και ζωικές νότες, φανέρωνε το ανάλαφρο και απαλό στυλ που δίνει το Ξινόμαυρο στο Μαντέμι. Το ίδιο έκανε και το στόμα με τις μαλακές τανίνες του.

Κάνοντας μία παρένθεση θα αναφέρω πως την αμέσως επόμενη μέρα δοκιμάσαμε σε φιάλη Jeroboam(3L) την Νάουσα του ίδιου παραγωγού από το 2006. Κινούνταν πάνω κάτω στα ίδια χαρακτηριστικά, είχε εξίσου έντονο χρώμα με αυτό του 2007 αλλά είχε ένα επίμονο άρωμα φράουλας ασυνήθιστο για Ξινόμαυρο. Σε αντίθεση όμως με το 2007 που όσο περνούσε η ώρα έπεφτε κάπως, το 2006, ίσως και λόγω φιάλης, από την στιγμή που ανοίχτηκε βελτιώνονταν ασταμάτητα.

Η όλη δοκιμή είχε πάντως πολύ ενδιαφέρον αφού συγκρίναμε διαφορετικά αμπελοτόπια κατεβαίνοντας αργά αργά τις χρονιές και αναλύοντας σχολαστικά ότι δοκιμάζαμε.
Η συνέχεια θα παρέλειπε τρεις χρονιές και θα φτάναμε κατευθείαν στο 2003 φτάνοντας μέχρι και το 1981...



Η φωτογραφία του Ροζέ Ξινόμαυρου είναι από το Genius in Gastronomie

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Matassa Blanc και Verduno Basadone

Σάββατο μεσημέρι μιας σχετικά ζεστής μέρας του Ιουλίου. Ένα ελαφρύ αεράκι, μερικοί καλοί φίλοι, ο "μέγας σεφ" Άρης να ετοιμάζει το γεύμα στην κουζίνα και εγώ στην κάβα να διαλέγω το κρασί που θα μας συνοδέψει.

Με μία γρήγορη σκέψη, ένα μεταλλικό λευκό να μας δροσίσει με τις οξύτητές του και ένα ανάλαφρο κόκκινο για να συνοδέψει την κόκκινη σάλτσα χωρίς να μας κουράσει θα ήταν ότι πρέπει για την περίσταση. Δε χρειάστηκε και πολύ για να αποφασίσω. Ένα Macabeu - Grenache Blanc από το Matassa και ένα κόκκινο από το Πιεμόντε θα ταίριαζαν γάντι στις παραπάνω προδιαγραφές.

Το πρώτο, με ίσο ποσοστό από τις δύο ποικιλίες, έδινε αρχικά μία αίσθηση οξείδωσης, αποτέλεσμα των δεκατεσσάρων μηνών που παραμένει σε βαρέλι και την σχεδόν μηδαμινή προσθήκη θειώδους. Πολύ γρήγορα όμως έδειχνε τον αληθινό του εαυτό. Ένα σπάνιο αρωματικό μείγμα μελιού και λεμονιού με μεταλλικές νότες που όσο έμενε στο ποτήρι τόσο πιο ενδιαφέρον γινότανε. Στο στόμα είχε μία σταθερή ένταση και ζωντάνια που έδειχνε την δύναμη που του προσδίδουν τα ζόρικα σχιστοειδή εδάφη των Πυρηναίων. Παρά τον δυναμισμό αυτόν, η δροσερή ορυκτότητά του το έκανε ανάλαφρο και ευκολόπιοτο και εξαφανίστηκε από τα ποτήρια μας σε χρόνο ρεκόρ.

Το Domaine Matassa βρίσκεται στα Πυρηναία, στην γαλλική πλευρά της Καταλονίας. Εξού και η ένδειξη "Vin de Pays de Cotes Catalanes" που σημαίνει τοπικός οίνος των καταλανικών πλαγιών. Η γνωριμία μου με τον Νεοζηλανδό ιδιοκτήτη Tom Lubbe έγινε το 2009 όταν εργαζόμουν στην περιοχή. Οι αμπελώνες του κτήματος βρίσκονται σε βιοδυναμική καλλιέργεια και ο μέσος όρος ηλικίας τους είναι κοντά στον ένα αιώνα. Στην οινοποίηση γίνεται "φυσική" προσέγγιση με ενδογενείς ζύμες και ελάχιστα θειώδη ακολουθώντας την φιλοσοφία του πεθερού του Τομ που δεν είναι άλλος από τον Gerard Gauby του ομώνυμου κτήματος.

Το Πιεμοντέζικο κόκκινο που ακολούθησε, σε αντίθεση με ότι θα περίμενε κανείς δεν ήταν Nebbiolo αλλά μία σπάνια ποικιλία από την περιοχή του Cuneo με το όνομα Pelaverga Picollo. Παραγωγός της το Castello di Verduno και χρονιά το 2007. Η συγκεκριμένη ετικέτα ονομάζεται Verduno "Basadone" που στα Ιταλικά μεταφράζεται ως "γυναίκα που φιλάει" και στην Πιεμοντέζικη παράδοση η ποικιλία αυτή θεωρείται αφροδισιακή.

Την φιάλη αυτή την είχα αποκτήσει στο ταξίδι μου στην περιοχή το 2009 και θυμόμουν πως ήταν ένα κρασί που είναι ευχάριστο αλλά δεν μπορεί να αντέξει στο χρόνο όπως το Nebbiolo.
Σερβίροντάς το μάλιστα και βλέποντας πως είχε ένα θολό κεραμιδί χρώμα θεώρησα πως ήταν πλέον αργά για το κρασί αυτό.

Έλα όμως που το χρώμα δεν λέει πάντα την αλήθεια. Ένας εκπληκτικός συνδυασμός λεπτών αλλά πολύπλοκων αρωμάτων έρχονταν στην μύτη μας το ένα μετά το άλλο. Πικάντικα αρώματα, βοτανικά αρώματα, γήινα αρώματα, όλα πολύ καθαρά αλληλοσυμπληρώνονταν σε αυτό το τόσο ιδιαίτερο μπουκέτο. Στο στόμα ήταν βελούδινο, πολύ γευστικό με τελείωμα που θύμιζε πραγματικά μία γυναίκα που φιλάει! Περίμενα πως αυτό το κρασί θα μας άρεσε αρκετά αλλά δεν το περίμενα σε καμία περίπτωση τόσο πολύπλοκο και ενδιαφέρον.

Με αυτές τις δύο εξαιρετικές επιλογές λοιπόν το μεσημεράκι μας κύλησε ευχάριστα και κάναμε και την κατάλληλη προθέρμανση για τα πάνω από είκοσι κρασιά που σκοπεύαμε να δοκιμάσουμε το βράδυ της ίδιας ημέρας...

Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Riesling με τα μάτια κλειστά

Λίγο η ζέστη, λίγο κάτι αντιβιώσεις, λίγο διακοπές ο ένας, λίγο διακοπές ο άλλος, με αυτά και με αυτά φτάσαμε σχεδόν τρεις μήνες χωρίς μία σοβαρή γευστική δοκιμή. Οι αντιβιώσεις όμως τελείωσαν, η ζέστη νικήθηκε από το air-condition και λίγο από εδώ, λίγο από εκεί καταφέραμε να συμμαζευτούμε και από τις διακοπές -σχεδόν όλοι- και να στηθούμε για μία ακόμη φορά σε ένα τραπέζι με το ποτήρι στο ένα χέρι και τις σημειώσεις στο άλλο.

Επηρεασμένοι από το πρόσφατο ταξίδι του Μάρκου στην Γερμανία και από την πλύση εγκεφάλου που μου έκανε ο Harry Poter επιλέξαμε ως θέμα το Riesling. Ο σπουδαιότερος λόγος όμως που επιλέξαμε να δοκιμάσουμε μία από τις σπουδαιότερες ποικιλίες παγκοσμίως είναι ότι είναι ίσως η πλέον "terroir expressive" λευκή ποικιλία. Εκφράζει δηλαδή με τον καλύτερο τρόπο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εδάφους, του κλίματος και του τρόπου καλλιέργειας και ως εκ τούτου μία τυφλή γευστική δοκιμή της, είναι ιδιαίτερα παιδαγωγική. Πόσο μάλλον όταν μαζί μας, πέραν του Μάρκου ο οποίος πέρασε αρκετά χρόνια οινοποιώντας στην Γερμανία, βρίσκονταν και ο Αντουάν Λεπετί, ο οποίος έχει δουλέψει σε ένα από το πιο φημισμένα οινοποιεία της Αλσατίας, τον Zind Humbrecht, ενώ παράλληλα είναι και υπεύθυνος για το σχολείο του κρασιού και του Τερουάρ στην Βουργουνδία.

Ξεκινώντας, δοκιμάσαμε ένα φρέσκο Riesling από τον Mosel το οποίο είχε θειωθεί πρόσφατα και ήταν δύσκολο να κρατήσει κανείς την μύτη του για πολύ ώρα στο ποτήρι. Στο στόμα παρόλο που έμπαινε δυναμικά με την οξύτητά του είχε πολύ γλυκό τελείωμα και βάραινε κουραστικά.

Μουδιασμένο ξεκίνημα αλλά πολύ πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια. Με χρυσαφί χρώμα, μύτη με πολύ έντονη την μυρωδιά κερήθρας και θέρμη που φανέρωνε πολύ ώριμα σταφύλια ήταν ένα 2004 Clos Hauserer του Zind Humbrecht. Αρκετά καλό χωρίς αμφιβολία αλλά από ένα τέτοιο όνομα περιμένει κανείς περισσότερα πράγματα ακόμη και από τις πιο απλές cuvees όπως η συγκεκριμένη.

Ακολούθησε ένα Ρίσλιγκ που αποτελεί το προϊόν μίας παρέας συνταξιούχων Ελβετών που έχουν την οινοποίηση ως χόμπι. Δοκίμασε την τύχη του δίπλα σε επαγγελματικές οινοποιήσεις και μάλλον δεν κατάφερε και πολλά...

Συνεχίσαμε με ένα παλιό Riesling, αρκετά πτητικό που θύμιζε οινοποιήσεις με ελάχιστο ή μηδενικό θειώδες. Με πολύ έντονο, μονότονο έως και βαρύ άρωμα μελιού στην μύτη και παχύ κουρασμένο στόμα έμοιαζε να έχει οινοποιηθεί σε ξύλινο βαρέλι. Ήταν ένα 2001 του φημισμένου Franz Kunstler από το Rheingau με μοναδικό δυνατό του σημείο την πολύ μακρά επίγευση.

Το πέμπτο κρασί της δοκιμής ανέβασε τον πήχη λίγο ψηλότερα. Η εξαιρετικά μεταλλική μύτη του άνοιγε την όρεξη για όστρακα και η αρωματική και γευστική του συγκέντρωση, όπως επίσης και η άψογα εναρμονισμένη οξύτητά του πρόδιδε ένα κρασί από πολύ καλό σταφύλι με χαμηλές στρεμματικές αποδόσεις και ισορροπημένη ωρίμανση. Έδειχνε πολύ νέο και όλοι μας πέσαμε τουλάχιστον πέντε χρόνια έξω αφού κανείς δεν περίμενε πως θα είναι ένα κρασί του 2001. Ο παραγωγός πάλι, είναι ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση αλλά σχετικά άγνωστο οινοποιείο από το Pfalz με το όνομα Wilhelshof.

Η αμέσως επόμενη μύτη ήταν εξίσου μεταλλική με κάποιες νότες μάλιστα να δίνουν την αίσθηση τσακμακόπετρας. Γρήγορα όμως, η μύτη άλλαξε. Μόλις το κρασί στο ποτήρι πήρε λίγη θερμοκρασία, βάρυνε και κουράστηκε. Το στόμα έδινε κι αυτό βαριά αίσθηση λόγω της αδύναμης οξύτητας που δεν κατάφερνε να αντιπαλέψει την γλυκύτητα του και άφηνε μία επίγευση που έμοιαζε να λιγώνει. Καλοστημένο σε γενικές γραμμές αλλά αρκετά "τεχνολογικό" και χωρίς χαρακτήρα, το Verus 2007 από την Σλοβενία κινήθηκε σε ρηχά νερά και δεν κατάφερε να ενθουσιάσει αν και αρχικά είχε κερδίσει την συμπάθεια των περισσότερων από εμάς.

Επιστρέφοντας στο Rheingau, δοκιμάσαμε ένα πολύ καλό Ρίσλιγκ από το ιστορικό Schloss Vollrads. Πολύ καλά ενσωματωμένη στο σύνολο οξύτητα, ωραία και διαρκής επίγευση και χαρακτηριστικά μεγάλου κρασιού. Τυπικότατο της ποικιλίας και με τιμή όχι πολύ πάνω από δέκα ευρώ είναι μία εξαιρετική πρόταση για κάποιον που θέλει να κάνει μία γνωριμία με τον γερμανικό αμπελώνα.

Το όγδοο της σειράς ήταν φτιαγμένο στην Ελλάδα και δεν άντεχε την σύγκριση με τα υπόλοιπα αφού το θερμό ελληνικό κλίμα δεν είναι κατάλληλο για την συγκεκριμένη ποικιλία. Έτσι βγήκε αυτόματα εκτός κριτικής.

Μετά από αυτήν την μικρή παρένθεση το επίπεδο ανέβηκε και πάλι. To επόμενο κρασί, με διακριτική μύτη που άνοιγε όσο περνούσε η ώρα φανέρωνε καλοδουλεμένη και ώριμη πρώτη ύλη ενώ στο στόμα ήταν πλούσιο με τραγανή οξύτητα που του έδινε αέρινη αίσθηση. Παρόλα αυτά φαινότανε πως είναι ένα κρασί που έχει ακόμη χρόνο μπροστά του και δεν έχει αναδείξει ακόμη όλες του τις δυνατότητες. Ήταν το Joannes του 2008 από την Σλοβενία και σύμφωνα με την γνώμη των περισσότερων από εμάς, μάλλον ήταν και το καλύτερο της δοκιμής. Ο Αντουάν μάλιστα, πριν την αποκάλυψη, υποστήριζε πως πρόκειται για κρασί του Zin Humbrecht του οποίου τα κρασιά γνωρίζει άριστα!

Λίγο πριν το τελείωμα δοκιμάσαμε ένα νεαρό Ρίσλιγκ, με καλή οξύτητα αλλά λίγο ασύνδετη με το υπόλοιπο σύνολο. Ένα κρασί που άφησε γενικά μέτριες εντυπώσεις όντας σχετικά καλό αλλά χωρίς να μπορεί να προσφέρει κάποι ιδιαίτερη συγκίνηση. Ήταν ένα Ρίσλιγκ από το weingut Rosenbaum του 2009.

Κλείσαμε την ενδεκάδα της δοκιμής με ένα Ρίσλιγκ του 2005 από τον Marcel Deiss. Υστερόντας από οινολογικής πλευράς σε σχέση με τα περισσότερα από τα προηγούμενα και όντας ελαφρώς οξειδωμένο προώρα, είχε έναν πολύπλοκο χαρακτήρα που άλλαζε συνεχώς μέσα στο ποτήρι και το έκανε να ξεχωρίσει και να κερδίσει αρκετούς από εμάς.

Συμπερασματικά, τα περισσότερα από όσα δοκιμάσαμε στέκονταν σε πολύ καλό επίπεδο και η όλη διαδικασία μας βοήθησε να μάθουμε αρκετά για την ποικιλία αυτήν. Συμφωνήσαμε όλοι μας πως το Ρίσλιγκ είναι σίγουρα μία πολυδύναμη ποικιλία και αν οι Γερμανοί κυρίως παραγωγοί της βάλουν μία τάξη στα υπερβολικά συνήθως θειώδη των κρασιών τους θα ανέβει ακόμη ψηλότερα στο παγκόσμιο οινικό στερέωμα.

Η όλη δοκιμή έγινε συνοδεία κατάλληλων μεζέδων ενώ αμέσως μετά το τέλος της ακολούθησε ψήσε φάε όπου μαζί με τα κρεατικά τιμήθηκε το Ξινόμαυρο. Συνολικά ανοίχτηκαν εικοσιτρείς φιάλες και ένα Μάγκνουμ πνίγοντας την ημέρα μας στο κρασί!
      


Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Το ξινόμαυρο και τα ξαδελφάκια του με τα μάτια κλειστά. (vol.2)

Η δοκιμή κράτησε συνολικά γύρω στις τέσσερις ώρες. Στο πρώτο μέρος αυτής, τα κρασιά συνοδεύονταν από μία πιατέλα τυριών και αλλαντικών ώστε να ισορροπούν την γεύση στο στόμα μας αλλά και να μας βοηθούν να κάνουμε υπομονή έως ότου τελειώσουμε τις δοκιμές και περάσουμε στο δείπνο που μας είχε ετοιμάσει ο τρισμέγιστος σεφ της παρέας. Παρόλα αυτά η ιδέα και μόνο πως μας περίμεναν λαχταριστά λαζάνια με κιμά και μοσχαράκι Bourguignon έκανε μερικούς να μην αντέξουν την αναμονή. Έτσι από την μέση περίπου της γευσιγνωσίας τα κρασιά που δοκιμάζαμε συνοδεύονταν από κανονικές μερίδες φαγητού.

Συνεχίζοντας την γευσιγνωσία, είχαμε φτάσει στο όγδοο κρασί και τα ποτήρια μας γέμισαν με κάτι πολύ όμορφο αρωματικά. Ένα κρασί με πολύπλοκη αλλά καθαρή μύτη, άψογα ισορροπημένο στόμα και υπέροχο τελείωμα με διάρκεια. Ήταν ένα Maranges 2005 από το Domaine Chevrot. 

Ο Pablo Chevrot καλλιεργεί Pinot Noir σε βιοδυναμική καλλιέργεια στο νότιο τμήμα της Cote de Beaune στο χωριό Maranges. To συγκεκριμένο χωριό δεν έχει την αίγλη που έχουν άλλες περιοχές της Βουργουνδίας, παράγει όμως πολύ καλά, τίμια κρασιά σε λογικές τιμές και είναι μία πολύ καλή εναλλακτική για όσων η τσέπη δε σηκώνει Βουργουνδίες από την Cote d'or.

Λίγο πριν συμπληρώσουμε μία δεκάδα κρασιών ήρθε ένα από τα καλύτερα της βραδιάς.
Με εξαιρετικό αρωματικό μπουκέτο, φοβερή οξύτητα και τανίνες τόσο φίνες που δίναν την αίσθηση πως το κρασί γλιστρούσε απαλά στο στόμα ήταν μία Νάουσα Διαμαντάκου του 2006. Εκπλαγήκαμε κάπως όταν μάθαμε την χρονιά γιατί όλοι το υπολογίζαμε τουλάχιστον τέσσερα χρόνια παλαιότερο. Ήταν όμως αποτέλεσμα μίας δύσκολης χρονιάς όπως το 2006 και ήταν κοντά στην ακμή του παρόλο που μετρούσε μόλις λίγα χρόνια ζωής. Το αν αυτό είναι καλό ή κακό σηκώνει μεγάλη κουβέντα αλλά αυτό που μας έμεινε είναι πως το κρασί αυτό, την στιγμή που το δοκιμάζαμε, κατάφερε να μας ευχαριστήσει και με το παραπάνω .

Το νούμερο δέκα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό. Με αρώματα λιαστής ντομάτας αλλά και γλυκύτερα όπως το γλυκό κεράσι έδειχνε πως ήταν ένα παλιό Ξινόμαυρο που έχει παλαιώσει αργά και σταθερά σε κάποιο ήσυχο και δροσερό υπόγειο. Στο στόμα, η οξύτητα και οι τανίνες είχαν βυθιστεί σε ένα πολύ χυμώδες, μεδουλάτο σύνολο που έρεε απαλά στο στόμα αφήνοντας εξαιρετική επίγευση.
Ήταν ένας Πήγασος Μαρκοβίτη του 1986! Πολύ μεγάλη έκπληξη για όλους γιατί κανένας δεν αντιλήφθηκε πως το κρασί αυτό ήταν τόσο μεγάλης ηλικίας. Η συντήρηση του έγινε στο χώρο παραγωγής του και δεν είχε ίχνος γύρανσης.
Περίτρανη απόδειξη πως το καλό Ξινόμαυρο δεν μασάει από παλαίωση! Σίγουρα μία πολύ μεγάλη γευστική εμπειρία για όλους μας. Πόσο μάλλον για κάποιον που έχει γεννηθεί το 1986 -όπως εγώ καλή ώρα- και μια ζωή του έλεγαν πως το 1986 είναι πολύ μέτρια χρονιά και δεν υπάρχει τίποτα μεγάλο από αυτό το έτος!

Το αμέσως επόμενο κρασί ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση της βραδιάς. Οξειδωμένο, με τσαλακωμένη μύτη, άδειο στόμα, άγριες τανίνες και ξεκομμένη επιθετική οξύτητα. Πέσαμε από τα σύννεφα όταν είδαμε για ποιο κρασί πρόκειται. Ήταν μία Νάουσα του 2008 και τα σχόλια όλων μας ήταν τόσο άσχημα που δεν μπορώ να αναφέρω για ποια ετικέτα μιλάμε αφού στο παρελθόν το ίδιο κρασί μας είχε χαρίσει μεγάλες συγκινήσεις.

Τα δύο τελευταία κινήθηκαν σε μέτρια επίπεδα.
Το ένα ήταν ένα κρασί που έδειχνε να έχει επηρεαστεί πολύ από τον χρόνο, ελαφρώς πικρό και με μία ελαφρά οξείδωση.
Ήταν ένα Pommard 2002 του Vaudoisey του οποίου ο φελλός είχε μουσκέψει ολόκληρος και σίγουρα αδικείται από το γεγονός αυτό.

Το τελευταίο της βραδιάς ήταν λίγο άστατο, με ζωικό χαρακτήρα και ένα ελαφρύ τανικό πίκρισμα. Ήταν ένας Πήγασος 2007 του Μαρκοβίτη που χρειάζεται ακόμη χρόνο ώστε να εναρμονιστεί ως σύνολο και να μαλακώσουν οι νεαρές ακόμη τανίνες του.

Εκτός συναγωνισμού, φανερά δηλαδή, δοκιμάσαμε και μία Νάουσα 1985 του Βαένι σε συσκευασία 375cl η οποία όμως είχε πεθάνει από καιρό και δεν μπορούσε να κριθεί σε καμία περίπτωση.

Κλείσαμε την βραδιά ξαναπίνοντας όλα τα κρασιά ένα ένα σε περίπτωση που θα χρειαζόταν να ανθεωρήσουμε κάτι και απολαμβάνοντας αυτά που μας είχαν αρέσει περισσότερο.
Οι τυφλές δοκιμές είναι πάντα μία πολύ καλή εμπειρία. Βλέπεις σε τι γευσιγνωστικό επίπεδο βρίσκεσαι, συναντάς εκπλήξεις, καταρρίπτεις μύθους που βασίζονται σε προκαταλήψεις αλλά και ρισκάρεις να απογοητευτείς βαθύτατα.

Δύο βδομάδες μετά ακολούθησε μία ακόμη τυφλή δοκιμή με το ίδιο θέμα...